Οι Γερμανοί σχολιαστές το αποκαλούν, όχι χωρίς κάποια δόση ειρωνείας, ένα σύγχρονο "θαύμα".
Οι πιστοί εγκαταλείπουν μαζικά τις δύο μεγάλες χριστιανικές Εκκλησίες της χώρας, όμως τα χρήματα εξακολουθούν να εισρέουν στα ταμεία τους.
Περίπου 660.000 άνθρωποι αποχώρησαν επισήμως από την Καθολική και τις Προτεσταντικές Εκκλησίες της Γερμανίας μέσα στο 2025, απαλλασσόμενοι με αυτόν τον τρόπο από τον εκκλησιαστικό φόρο που επιβάλλεται αυτομάτως στα εγγεγραμμένα μέλη.
Κι όμως, παρά τη συνεχιζόμενη έξοδο των πιστών, οι δύο Εκκλησίες εισέπραξαν συνολικά περισσότερα από €12,5 δισ. μέσω του εκκλησιαστικού φόρου το 2025, έναντι περίπου €12,4 δισ. το 2024.
Πώς γίνεται λοιπόν οι "πελάτες" να λιγοστεύουν, αλλά τα έσοδα να αυξάνονται;
Η απάντηση βρίσκεται στον ιδιαίτερο τρόπο χρηματοδότησης των Εκκλησιών στη Γερμανία, στην αύξηση των μισθών και στο προοδευτικό φορολογικό σύστημα της χώρας.
Λιγότεροι πιστοί, περισσότερα έσοδα
"Με την πρώτη ματιά, αυτή η εξέλιξη μπορεί να φαίνεται αντιφατική", αναγνωρίζει εκπρόσωπος της Ευαγγελικής Εκκλησίας της Γερμανίας, της οργάνωσης-ομπρέλας που εκπροσωπεί τις περιφερειακές Προτεσταντικές Εκκλησίες.
Η εξήγηση, ωστόσο, είναι σχετικά απλή: ο εκκλησιαστικός φόρος υπολογίζεται με βάση τον φόρο εισοδήματος κάθε πολίτη.
Καθώς οι ονομαστικοί και πραγματικοί μισθοί αυξάνονται, ενώ το γερμανικό φορολογικό σύστημα είναι προοδευτικό, όσοι παραμένουν μέλη των Εκκλησιών καταβάλλουν κατά μέσο όρο υψηλότερα ποσά.
Έτσι, η μείωση του αριθμού των φορολογουμένων που πληρώνουν εκκλησιαστικό φόρο μπορεί - τουλάχιστον προσωρινά - να αντισταθμίζεται από την αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης εκείνων που εξακολουθούν να τον καταβάλλουν.
Πώς λειτουργεί ο περίφημος «εκκλησιαστικός φόρος»
Το γερμανικό σύστημα χρηματοδότησης των θρησκευτικών κοινοτήτων είναι αρκετά ασυνήθιστο για τα δεδομένα πολλών άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
Τα εγγεγραμμένα μέλη της Καθολικής και των Προτεσταντικών Εκκλησιών, καθώς και ορισμένων εβραϊκών κοινοτήτων, καταβάλλουν έναν πρόσθετο θρησκευτικό φόρο ίσο με το 8% ή 9% του φόρου εισοδήματος που τους αναλογεί, ανάλογα με το ομόσπονδο κρατίδιο στο οποίο κατοικούν.
Και αυτό συμβαίνει ανεξάρτητα από το εάν κάποιος πηγαίνει στην εκκλησία ή συμμετέχει ενεργά στη θρησκευτική ζωή.
Το 2021, το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχουν πλήρη διαθέσιμα στοιχεία, περισσότεροι από 29 εκατομμύρια άνθρωποι πλήρωναν εκκλησιαστικό φόρο στη Γερμανία, αριθμός που αντιστοιχούσε σχεδόν στους μισούς φορολογουμένους εισοδήματος της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης.
Τα ποσά κάθε άλλο παρά αμελητέα είναι.
Με βάση τους πίνακες παρακράτησης φόρου του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών για το 2025, ένας άγαμος εργαζόμενος χωρίς παιδιά με μεικτό ετήσιο εισόδημα €50.000 μπορεί να καταβάλλει περίπου €600 τον χρόνο σε εκκλησιαστικό φόρο, επιπλέον του κανονικού φόρου εισοδήματος, ανάλογα με το κρατίδιο.
Για κάποιον με ετήσιο εισόδημα €70.000, το ποσό μπορεί να ξεπεράσει τα €1.000 τον χρόνο.
Για να σταματήσεις να πληρώνεις πρέπει να… φύγεις επίσημα
Η ιδιαιτερότητα του γερμανικού συστήματος είναι ότι δεν αρκεί κάποιος απλώς να σταματήσει να πηγαίνει στην εκκλησία.
Οι πολίτες καταγράφονται ως μέλη της θρησκευτικής τους κοινότητας από τη γέννησή τους ή μέσω των τοπικών δημοτικών αρχών.
Για να απαλλαγούν από τον εκκλησιαστικό φόρο πρέπει να πραγματοποιήσουν επίσημη αποχώρηση, μέσω της διαδικασίας που είναι γνωστή ως Kirchenaustritt, δηλαδή "έξοδος από την Εκκλησία".
Η διαδικασία διαφέρει ελαφρώς από κρατίδιο σε κρατίδιο, αλλά συνήθως απαιτεί από τον ενδιαφερόμενο να παρουσιαστεί αυτοπροσώπως σε αρμόδια υπηρεσία ή τοπικό δικαστήριο και να υποβάλει επίσημη δήλωση αποχώρησης.
Στα περισσότερα κρατίδια προβλέπεται μάλιστα και διοικητικό τέλος.
Η απόφαση έχει και πρακτικές συνέπειες.
Όσοι αποχωρούν επισήμως μπορούν να εξακολουθήσουν να παρακολουθούν θρησκευτικές λειτουργίες ως επισκέπτες και να έχουν πρόσβαση σε ορισμένες υπηρεσίες των Εκκλησιών. Ωστόσο, χάνουν συγκεκριμένα δικαιώματα που συνδέονται με την επίσημη ιδιότητα του μέλους.
Μεταξύ άλλων, δεν μπορούν να τελέσουν εκκλησιαστικό γάμο, να γίνουν ανάδοχοι σε βάπτιση, ενώ δεν έχουν εξασφαλισμένη εκκλησιαστική κηδεία.
660.000 αποχωρήσεις μέσα σε έναν χρόνο
Η τάση απομάκρυνσης από τις οργανωμένες Εκκλησίες είναι πλέον ιδιαίτερα ισχυρή.
Μόνο το 2025, περίπου 310.000 άνθρωποι εγκατέλειψαν επισήμως την Καθολική Εκκλησία, ενώ περίπου 350.000 αποχώρησαν από κάποια από τις περιφερειακές Προτεσταντικές Εκκλησίες.
Οι λόγοι ποικίλλουν.
Για ορισμένους πρόκειται για μια γενικότερη απομάκρυνση από τη θρησκεία. Για άλλους, καθοριστικό ρόλο παίζουν τα σκάνδαλα που έχουν πλήξει την αξιοπιστία των Εκκλησιών. Και για μια τρίτη κατηγορία, το οικονομικό κίνητρο - η απαλλαγή από τον εκκλησιαστικό φόρο - αποτελεί έναν επιπλέον λόγο αποχώρησης.
"Οι άνθρωποι εγκαταλείπουν την Εκκλησία επειδή αισθάνονται ότι δεν παίζει πλέον ρόλο στη ζωή τους", εξηγεί ο Matthias Kopp, διευθυντής επικοινωνίας της Γερμανικής Επισκοπικής Διάσκεψης.
Στην αποξένωση αυτή προστίθενται, όπως σημειώνει, "τα σκάνδαλα των τελευταίων ετών, τα οποία έχουν θέσει υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία της Εκκλησίας".
Ο ίδιος αναγνωρίζει ότι υπάρχουν και πολίτες που αποχωρούν λόγω του εκκλησιαστικού φόρου, αν και υποστηρίζει ότι αυτός δεν αποτελεί τον κυριότερο λόγο.
"Πρόκειται για διαδικασίες αποξένωσης στις οποίες πρέπει να απαντήσουμε", τονίζει.
«Δεν ήθελα πλέον να χρηματοδοτώ αυτό το σύστημα»
Για αρκετούς Γερμανούς, πάντως, οικονομικοί και ηθικοί λόγοι συνδυάζονται.
Η Jana Keil, 33χρονη λογίστρια από το Βερολίνο, εξηγεί ότι η απόφασή της είχε τόσο οικονομική όσο και ηθική διάσταση.
Όπως λέει, μετά τα σκάνδαλα σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων δεν ήθελε πλέον να στηρίζει οικονομικά το εκκλησιαστικό σύστημα μέσω της φορολογίας.
Αντίστοιχα, ο 23χρονος εργαζόμενος φοιτητής Lukas Heinich αποφάσισε να αποχωρήσει επισήμως από την Εκκλησία μετά την ολοκλήρωση της επαγγελματικής του εκπαίδευσης, καθώς, όπως αναφέρει, δεν ήθελε ούτε να πληρώνει τον συγκεκριμένο φόρο ούτε να χρηματοδοτεί την Εκκλησία.
Γιατί όμως αυξάνονται ακόμα τα έσοδα;
Το κλειδί για την κατανόηση του γερμανικού "θαύματος" βρίσκεται στη σύνθεση εκείνων που παραμένουν μέλη των Εκκλησιών.
Ο Zareh Asatryan, καθηγητής Εμπειρικής Οικονομικής στο Πανεπιστήμιο του Münster, εκτιμά ότι όσοι εξακολουθούν να πληρώνουν εκκλησιαστικό φόρο είναι πιθανό να ανήκουν σε μεγαλύτερο βαθμό στις υψηλότερες εισοδηματικές κατηγορίες.
Καθώς τα εισοδήματά τους αυξάνονται τόσο λόγω του πληθωρισμού όσο και λόγω της πραγματικής αύξησης των μισθών, αυξάνονται αντίστοιχα ο φόρος εισοδήματος και, κατά συνέπεια, ο εκκλησιαστικός φόρος.
Με άλλα λόγια, οι Εκκλησίες χάνουν μέλη, αλλά προς το παρόν όσοι παραμένουν μπορούν να πληρώνουν περισσότερα.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το μοντέλο είναι βιώσιμο επ’ αόριστον.
Ένα «θαύμα» με ημερομηνία λήξης;
Πίσω από τα αυξανόμενα ονομαστικά έσοδα κρύβεται μια πολύ λιγότερο αισιόδοξη μακροπρόθεσμη εικόνα.
Η αύξηση των εσόδων από τον εκκλησιαστικό φόρο είναι ήδη πολύ μικρότερη από την αύξηση των συνολικών φορολογικών εσόδων του γερμανικού κράτους.
Σύμφωνα με τον Kopp, τα κρατικά έσοδα από φόρους μισθωτών υπηρεσιών και εισοδήματος αυξήθηκαν κατά 6,65% το 2025, ενώ τα έσοδα των Εκκλησιών από τον εκκλησιαστικό φόρο αυξήθηκαν μόλις κατά 1,93%.
Η διαφορά είναι σημαντική.
Δείχνει ότι η αύξηση των εισοδημάτων προς το παρόν καλύπτει την απώλεια μελών, αλλά με ολοένα μικρότερη αποτελεσματικότητα.
Και οι ίδιες οι Εκκλησίες γνωρίζουν ότι αυτή η ισορροπία δεν μπορεί να διατηρηθεί για πάντα.
"Οι μακροπρόθεσμες προβλέψεις δείχνουν ότι τα έσοδα από τον εκκλησιαστικό φόρο θα μειωθούν σημαντικά τις επόμενες δεκαετίες, καθώς ο αριθμός των μελών των Εκκλησιών συνεχίζει να υποχωρεί", προειδοποιεί εκπρόσωπος της Ευαγγελικής Εκκλησίας της Γερμανίας.
Οι Προτεσταντικές Εκκλησίες έχουν ήδη αρχίσει να προετοιμάζονται για την εποχή των χαμηλότερων εσόδων, μέσω μακροπρόθεσμου οικονομικού σχεδιασμού.
Το διακύβευμα είναι μεγάλο, καθώς τα συγκεκριμένα χρήματα δεν χρηματοδοτούν μόνο τις αμιγώς θρησκευτικές δραστηριότητες, αλλά και ένα εκτεταμένο δίκτυο κοινωνικών και φιλανθρωπικών υπηρεσιών.
"Χωρίς αυτό το σύστημα, το θρησκευτικό, κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί στη σημερινή του κλίμακα", επισημαίνει η Ευαγγελική Εκκλησία.
Η μεγάλη αντίφαση της γερμανικής Εκκλησίας
Η Γερμανία βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με μια εντυπωσιακή αντίφαση.
Από τη μία πλευρά, η απομάκρυνση από τις παραδοσιακές Εκκλησίες επιταχύνεται και εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι διαγράφονται κάθε χρόνο από τα επίσημα μητρώα.
Από την άλλη, το ιδιαίτερο φορολογικό σύστημα της χώρας, σε συνδυασμό με την αύξηση των μισθών και την υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση των εισοδημάτων, εξακολουθεί να διατηρεί τα έσοδα σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Πρόκειται όμως περισσότερο για λογιστικό παρά για θρησκευτικό "θαύμα".
Όσο η βάση των πιστών συρρικνώνεται, η αύξηση των εισοδημάτων μπορεί να καλύπτει τις απώλειες. Κάποια στιγμή, όμως, εάν η σημερινή τάση συνεχιστεί, οι δύο καμπύλες αναπόφευκτα θα συναντηθούν.
Και τότε το πραγματικό ερώτημα για τις γερμανικές Εκκλησίες δεν θα είναι πλέον πόσο αποδοτικός είναι ο εκκλησιαστικός φόρος, αλλά πόσο μεγάλο και δαπανηρό εκκλησιαστικό και κοινωνικό οικοδόμημα μπορεί να συντηρήσει μια ολοένα μικρότερη κοινότητα πιστών.
Sonja Rijnen (Politico.eu)
Απόδοση/Προσαρμογή: Μ.Κ.
Add comment
Comments