Ιαπωνία: Η κυβέρνηση ανακάλυψε ότι ένα αδύναμο νόμισμα δεν είναι δωρεάν ανάπτυξη

Published on October 4, 2026 at 7:46 PM

Για δεκαετίες η Ιαπωνία είχε έναν σχεδόν μόνιμο φόβο: το ισχυρό γιεν. Ένα ακριβό νόμισμα έκανε ακριβότερα τα Toyota, τα μηχανήματα, τα ηλεκτρονικά και τα υπόλοιπα ιαπωνικά προϊόντα στις διεθνείς αγορές. 

Από τους ,  και  |Reuters

Απόδοση – δημοσιογραφική επιμέλεια: Αργώ | Greece2Day

Έτσι, ένα ασθενέστερο γιεν αντιμετωπιζόταν συνήθως ως ευλογία: περισσότερη ανταγωνιστικότητα για τους εξαγωγείς, μεγαλύτερα κέρδη όταν τα έσοδα από το εξωτερικό μετατρέπονταν σε γιεν και, θεωρητικά, περισσότερες επενδύσεις και υψηλότεροι μισθοί.

Μόνο που υπάρχει ένα σημείο στο οποίο η υποτίμηση παύει να είναι φάρμακο και γίνεται μέρος της ασθένειας. Και η Ιαπωνία φαίνεται να το έχει φτάσει.

Το γιεν κινείται γύρω από τα 157–158 ανά δολάριο, παρά το γεγονός ότι η Τράπεζα της Ιαπωνίας έχει ήδη αυξήσει το βασικό επιτόκιο στο 1,25%, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 31 ετών. Η κυβέρνηση έχει φτάσει στο σημείο να προειδοποιεί ανοιχτά τις αγορές ότι δεν θα ανεχθεί ανεξέλεγκτη περαιτέρω πτώση του νομίσματος. 

Γιατί όμως ένα κράτος που επί χρόνια επιθυμούσε ένα σχετικά φθηνό νόμισμα ανησυχεί τώρα τόσο πολύ γι’ αυτό; Η απάντηση βρίσκεται στην άλλη πλευρά της συναλλαγματικής ισοτιμίας.

Το γιεν βοηθά την Toyota – αλλά ακριβαίνει το πετρέλαιο

Η Ιαπωνία είναι μια από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου, αλλά διαθέτει περιορισμένους εγχώριους ενεργειακούς πόρους. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές πετρελαίου, φυσικού αερίου και πολλών πρώτων υλών και τροφίμων.

Όταν λοιπόν το γιεν υποτιμάται, συμβαίνουν ταυτόχρονα δύο πράγματα.

  1. Ο Ιάπωνας εξαγωγέας γίνεται περισσότερο ανταγωνιστικός στο εξωτερικό.
  2. Ο Ιάπωνας καταναλωτής, όμως, πρέπει να δώσει περισσότερα γιεν για το ίδιο βαρέλι πετρελαίου, το ίδιο φορτίο φυσικού αερίου ή το ίδιο εισαγόμενο προϊόν.

Το ενεργειακό σοκ έκανε αυτή την αντίφαση πολύ πιο έντονη. Τον Ιούνιο η αξία των ιαπωνικών εισαγωγών εκτινάχθηκε κατά 25,4% σε ετήσια βάση, φτάνοντας στο ιστορικό ρεκόρ των 11,3 τρισ. γιεν. Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι τι συνέβη στο πετρέλαιο: η Ιαπωνία εισήγαγε 13,7% μικρότερη ποσότητα αργού, αλλά η αξία αυτών των εισαγωγών αυξήθηκε κατά 59,3%. 

Με άλλα λόγια, αγόρασε λιγότερο πετρέλαιο και πλήρωσε πολύ περισσότερα χρήματα. Το αδύναμο γιεν λειτούργησε σαν πολλαπλασιαστής του ενεργειακού σοκ.

Η υποτίμηση γίνεται ένας αόρατος φόρος

Εδώ βρίσκεται η πραγματική οικονομική ιστορία. Ένας φόρος αφαιρεί αγοραστική δύναμη από το νοικοκυριό και τη μεταφέρει αλλού. Η υποτίμηση ενός νομίσματος μπορεί να κάνει κάτι παρόμοιο. Ο καταναλωτής πληρώνει ακριβότερα για ενέργεια, τρόφιμα, εισαγόμενα προϊόντα, μεταφορές και πρώτες ύλες που ενσωματώνονται στα εγχώρια προϊόντα.

Το διαθέσιμο πραγματικό εισόδημά του μειώνεται. Το όφελος, αντίθετα, συγκεντρώνεται περισσότερο στις εξαγωγικές επιχειρήσεις και στις εταιρείες που έχουν σημαντικά έσοδα σε δολάρια και άλλα ξένα νομίσματα.

Η μεταφορά πλούτου είναι επομένως πραγματική, ακόμη κι αν δεν εμφανίζεται πουθενά στον κρατικό προϋπολογισμό ως "φόρος". Και γι’ αυτό η μεγαλύτερη τράπεζα της Ιαπωνίας είχε προειδοποιήσει ήδη από το καλοκαίρι ότι η παρατεταμένη υποτίμηση του γιεν μπορούσε να απειλήσει την ίδια την ανάπτυξη. Εάν οι τιμές αυξάνονται ταχύτερα από τα πραγματικά εισοδήματα, η κατανάλωση τελικά υποχωρεί. 


Το παράδοξο: η Ιαπωνία ήθελε πληθωρισμό

Εδώ η ιστορία γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Για σχεδόν τρεις δεκαετίες η Ιαπωνία προσπαθούσε να δημιουργήσει ακριβώς αυτό που σήμερα προσπαθεί να περιορίσει: πληθωρισμό. Μετά την κατάρρευση της χρηματιστηριακής και κτηματικής φούσκας στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η οικονομία εγκλωβίστηκε σε έναν κόσμο χαμηλού πληθωρισμού, περιόδων αποπληθωρισμού, στάσιμων μισθών, αναιμικής κατανάλωσης και εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων.

Η Τράπεζα της Ιαπωνίας έφτασε σε μηδενικά και αρνητικά επιτόκια, μαζικές αγορές ομολόγων και έλεγχο της καμπύλης αποδόσεων. Ο στόχος ήταν να πειστούν επιχειρήσεις και νοικοκυριά ότι οι τιμές και οι μισθοί επιτέλους θα αυξηθούν.

Τελικά αυξήθηκαν. Αλλά όχι ακριβώς με τον τρόπο που ήθελε το Τόκιο. Ένα σημαντικό μέρος του πληθωρισμού προήλθε από το εξωτερικό: ενέργεια, πρώτες ύλες και ακριβότερες εισαγωγές λόγω του αδύναμου νομίσματος.

Και αυτός είναι πολύ διαφορετικός πληθωρισμός από εκείνον που δημιουργείται όταν οι μισθοί, η παραγωγικότητα και η εγχώρια ζήτηση αυξάνονται μαζί.

Το όριο της υποτίμησης

Υπάρχει επομένως ένα σημείο στο οποίο η εξίσωση αντιστρέφεται. Αρχικά ένα ασθενέστερο γιεν καθιστά  τις εξαγωγές πιο ανταγωνιστικές, αυξάνει τα εταιρικά κέρδη συμπαρασύροντας την ανάπτυξη. Όταν όμως η υποτίμηση γίνει υπερβολική αυξάνεται η αξία των εισαγωγών πχ στην ενέργεια, τροφοδοτείται ο πληθωρισμός, συμπιέζεται το πραγματικό εισόδημα και προφανώς η κατανάλωση. 

Και η Ιαπωνία βρίσκεται πλέον κάπου ανάμεσα στις δύο εξισώσεις. Αυτό εξηγεί και την αλλαγή στάσης της Τράπεζας της Ιαπωνίας.

Στη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου αρκετά μέλη της υποστήριξαν ότι ίσως χρειάζεται ταχύτερη αύξηση των επιτοκίων. Η κεντρική τράπεζα έχει πλέον μετατοπίσει την προσοχή της από τον παλιό φόβο του αποπληθωρισμού στον νέο κίνδυνο μιας επίμονης υπέρβασης του στόχου πληθωρισμού. 

Η αλλαγή είναι ιστορική. Η κεντρική τράπεζα που για χρόνια προσπαθούσε να ανεβάσει τις τιμές τώρα συζητά πόσο γρήγορα πρέπει να αυξήσει το κόστος του χρήματος για να τις συγκρατήσει.

Γιατί όμως δεν ανεβαίνει το γιεν;

Εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο παράδοξο. Η Τράπεζα της Ιαπωνίας αύξησε το επιτόκιο στο 1,25%. Η κυβέρνηση παρενέβη λεκτικά. Η Ιαπωνία και οι ΗΠΑ πραγματοποίησαν ακόμη και σπάνια συντονισμένη παρέμβαση στην αγορά συναλλάγματος το καλοκαίρι.


Και όμως το γιεν παραμένει αδύναμο. Ο βασικός λόγος είναι ότι οι επενδυτές δεν κοιτούν το ιαπωνικό επιτόκιο απομονωμένα. Κοιτούν τη διαφορά επιτοκίων. Εάν ένας επενδυτής μπορεί να χρηματοδοτηθεί σε γιεν με σχετικά χαμηλό κόστος και να τοποθετήσει τα χρήματά του σε αμερικανικά assets που προσφέρουν πολύ υψηλότερη απόδοση, το λεγόμενο carry trade εξακολουθεί να έχει οικονομικό νόημα.

Η Federal Reserve έχει ξαναμπεί σε κύκλο αυξήσεων και οι αμερικανικές αποδόσεις παραμένουν εξαιρετικά υψηλές. Έτσι, παρά τις αυξήσεις της BOJ, η απόσταση ανάμεσα στις αποδόσεις των δύο οικονομιών παραμένει μεγάλη.

Και υπάρχει ένα δεύτερο πρόβλημα: το τεράστιο ιαπωνικό χρέος

Η BOJ θα μπορούσε θεωρητικά να ανεβάσει πολύ περισσότερο τα επιτόκια και να προσπαθήσει έτσι να στηρίξει το γιεν. Αλλά εδώ συναντά ένα ακόμη ιαπωνικό παράδοξο. Η χώρα διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα δημόσια χρέη στον κόσμο ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Για χρόνια αυτό ήταν διαχειρίσιμο επειδή τα επιτόκια ήταν σχεδόν μηδενικά. Όσο όμως αυξάνονται τα επιτόκια, αυξάνεται το κόστος του νέου κρατικού δανεισμού και οι δαπάνες για τόκους ως ποσοστό του προϋπολογισμού.

Και η κυβέρνηση της Sanae Takaichi ταυτόχρονα σχεδιάζει μεγάλες δαπάνες για άμυνα, οικονομική ασφάλεια και επενδύσεις. Τα αιτήματα για τον επόμενο προϋπολογισμό έχουν φθάσει περίπου τα 143 τρισ. γιεν, κοντά στα επίπεδα της πανδημίας, προκαλώντας ήδη ανησυχία στην αγορά ομολόγων. 

Από το Abenomics στο νέο ιαπωνικό πρόβλημα

Η περίπτωση της Ιαπωνίας έχει αξία πολύ πέρα από την ίδια τη χώρα. Επί χρόνια η ιδέα ότι μια χώρα μπορεί να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά της μέσω ενός φθηνότερου νομίσματος εμφανιζόταν ως σχετικά απλή οικονομική συνταγή.

Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Μια υποτίμηση δεν δημιουργεί δωρεάν ανταγωνιστικότητα. Αναδιανέμει εισόδημα. Βοηθά ορισμένους εξαγωγείς, αλλά επιβαρύνει τους εισαγωγείς.

Αυξάνει την αξία των κερδών από το εξωτερικό, αλλά μειώνει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών στο εσωτερικό. Και σε μια χώρα που εξαρτάται έντονα από εισαγόμενη ενέργεια, η ισορροπία μπορεί κάποια στιγμή να ανατραπεί.

Η Ιαπωνία πέρασε δεκαετίες προσπαθώντας να κάνει το γιεν φθηνότερο και τις τιμές υψηλότερες. Το 2026 βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα πρόβλημα που πριν από λίγα χρόνια θα έμοιαζε σχεδόν αδιανόητο: το γιεν έγινε υπερβολικά φθηνό και οι τιμές υπερβολικά υψηλές.

Και τώρα πρέπει να βρει τρόπο να διορθώσει το πρώτο χωρίς, ανεβάζοντας υπερβολικά τα επιτόκια, να δημιουργήσει ένα ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα στο δεύτερο μεγαλύτερο βάρος της οικονομίας της: το δημόσιο χρέος.

Add comment

Comments

There are no comments yet.