Η εικόνα μιας πόλης που παραδίδεται στις φλόγες δεν είναι απλώς μια σκηνή βίας. Είναι προειδοποίηση για το τι συμβαίνει όταν η πολιτική αδυνατεί να πείσει, οι θεσμοί χάνουν την εμπιστοσύνη των πολιτών και η κοινωνική οργή παύει να έχει σαφή αποδέκτη.

Από τον Tim Stanley | The Telegraph
Απόδοση – δημοσιογραφική επιμέλεια: Κίρκη | Greece2Day
Τα επεισόδια στη Γαλλία, μαζί με τις αναταραχές που καταγράφηκαν το ίδιο διάστημα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, επαναφέρουν ένα ανησυχητικό ερώτημα: μπορεί η Βρετανία να βρεθεί σύντομα αντιμέτωπη με παρόμοιες εικόνες; Η απάντηση δεν βρίσκεται σε μία μόνο αιτία. Η πίεση στις δημόσιες υπηρεσίες, η αίσθηση ότι το βιοτικό επίπεδο υποχωρεί και η δυσκολία των κυβερνήσεων να χρηματοδοτούν τις υποσχέσεις τους συσσωρεύουν δυσαρέσκεια. Όταν, παράλληλα, η εμπιστοσύνη στην πολιτική βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα, κάθε κρίση μπορεί να γίνει η αφορμή για μια ευρύτερη έκρηξη.
Η Γαλλία διαθέτει μακρά παράδοση μαζικών διαδηλώσεων και άμεσης δράσης. Οι κοινωνικές συγκρούσεις συχνά μεταφέρονται στον δρόμο, όπου η διαμαρτυρία γίνεται θέαμα και η πολιτική αντιπαράθεση παίρνει τη μορφή σύγκρουσης. Το πρόβλημα οξύνεται από την πόλωση: όταν οι πολίτες εγκλωβίζονται σε αντίπαλα ιδεολογικά στρατόπεδα, ο συμβιβασμός εκλαμβάνεται ως υποχώρηση και η αναζήτηση λύσης γίνεται δυσκολότερη.
Διαβάστε ακόμα: Η Βρετανία οδηγείται στη χρεοκοπία σε αργή κίνηση
Η καταστροφή δημόσιων κτιρίων ή έργων τέχνης δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο ως πολιτική διαμαρτυρία. Σε αρκετές περιπτώσεις, η βία μοιάζει να αποκτά δική της δυναμική: η πράξη της καταστροφής γίνεται αυτοσκοπός και η οργή στρέφεται αδιακρίτως εναντίον συμβόλων, θεσμών και περιουσιών. Όταν απουσιάζει ένα πειστικό σχέδιο αλλαγής, η άρνηση και η ανατροπή μπορεί να αποδειχθούν ισχυρότερες από οποιαδήποτε συγκεκριμένη πολιτική πρόταση.
Αυτή η συζήτηση θυμίζει τον Μάη του 1968, όταν οι διαδηλώσεις στο Παρίσι έγιναν σύμβολο μιας γενικευμένης αμφισβήτησης της εξουσίας και της κοινωνικής τάξης. Η εμπειρία εκείνων των ημερών επηρέασε βαθιά τον φιλόσοφο Ρότζερ Σκράτον και τη μετέπειτα πολιτική του σκέψη. Σήμερα, το ερώτημα δεν είναι αν οι κοινωνίες έχουν δικαίωμα να αμφισβητούν την εξουσία - αυτό αποτελεί βασικό στοιχείο της δημοκρατίας. Είναι αν εξακολουθούν να μοιράζονται αρκετούς κοινούς κανόνες ώστε η αμφισβήτηση να μη μετατρέπεται σε περιφρόνηση κάθε θεσμού.
Η κρίση είναι και κρίση ταυτότητας. Όταν η κοινή ιστορική και πολιτισμική αναφορά αποδυναμώνεται, οι πολίτες δυσκολεύονται να αισθανθούν ότι ανήκουν σε μια κοινότητα με κοινό μέλλον. Την ίδια στιγμή, η αναζήτηση θρησκευτικών και πολιτισμικών δεσμών δείχνει ότι ένα μέρος της κοινωνίας αναζητά νέες πηγές νοήματος έξω από την επίσημη πολιτική και τους κρατικούς θεσμούς. Αυτή η τάση μπορεί να λειτουργήσει ως σημείο συσπείρωσης, αλλά μπορεί επίσης να εντείνει τις συγκρούσεις γύρω από το ποιος ορίζει την εθνική ταυτότητα.
Η Βρετανία δεν είναι η Γαλλία. Έχει διαφορετική πολιτική παράδοση και διαφορετικούς τρόπους εκδήλωσης της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Ωστόσο, η χαμηλή εμπιστοσύνη προς την κυβέρνηση, η πίεση στις δημόσιες υπηρεσίες και η αντιπαράθεση γύρω από τη μετανάστευση δημιουργούν προβλήματα που δεν περιορίζονται σε μία χώρα. Η γεωγραφική απόσταση είναι μικρή· οι κοινωνικές πιέσεις, άλλωστε, δεν σταματούν στη Μάγχη.
Οι ταραχές δεν είναι αναπόφευκτες. Ο κίνδυνος μεγαλώνει, όμως, όταν οι πολίτες πιστεύουν πως οι θεσμοί δεν μπορούν να ακούσουν τα αιτήματά τους και πως η πολιτική δεν προσφέρει διέξοδο. Για να αποτραπεί η μετάδοση της κρίσης, δεν αρκεί η αποκατάσταση των ζημιών ούτε η ενίσχυση της αστυνόμευσης. Χρειάζεται πολιτική που να αποκαθιστά την εμπιστοσύνη, να αντιμετωπίζει τις πραγματικές πιέσεις της καθημερινότητας και να δίνει στους πολίτες λόγο να πιστεύουν ότι η αλλαγή μπορεί να επιτευχθεί χωρίς να καταστραφούν όσα κρατούν την κοινωνία ενωμένη.


Add comment
Comments