Για χρόνια, η ρωσική ηγεσία παρουσίαζε τις ΗΠΑ ως τον βασικό αντίπαλο και την Ευρώπη ως προέκταση της αμερικανικής ισχύος. Αυτή η αντίληψη φαίνεται να μετατοπίζεται.

Από τον Dmitry "Dima" Adamsky | Foreign Affairs
Απόδοση – δημοσιογραφική επιμέλεια: Κίρκη | Greece2Day
Κκύριος γεωπολιτικός αντίπαλος της Μόσχας θεωρείται πλέον η Ευρώπη - μια αλλαγή που επηρεάζει τόσο τον πόλεμο στην Ουκρανία όσο και τον σχεδιασμό για την ασφάλεια της ηπείρου. Η μετατόπιση συνδέεται με τον ρόλο που έχουν αναλάβει οι ευρωπαϊκές χώρες στην υποστήριξη του Κιέβου. Η στρατιωτική βοήθεια, η οικονομική στήριξη και η πολιτική δέσμευση της Ευρώπης καθιστούν δυσκολότερη για τη Μόσχα την αντιμετώπιση της Ουκρανίας ως μεμονωμένου αντιπάλου. Στη ρωσική ανάγνωση, η ευρωπαϊκή στήριξη αποτελεί πλέον κομμάτι μιας ευρύτερης σύγκρουσης για την ισορροπία ισχύος στην ήπειρο.
Το «ροκέ» και η ανακατεύθυνση της πίεσης
Ρώσοι αμυντικοί αναλυτές χρησιμοποιούν τον όρο "ροκέ", από την κίνηση στο σκάκι, για να περιγράψουν την αναδιάταξη δυνάμεων και προτεραιοτήτων. Στη συγκεκριμένη στρατηγική συζήτηση, η έννοια παραπέμπει στη μεταφορά της πίεσης προς τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, τα κέντρα λήψης αποφάσεων και κρίσιμες υποδομές.
Ο στόχος, σύμφωνα με αυτή τη λογική, είναι να αυξηθεί το πολιτικό κόστος της ευρωπαϊκής στήριξης προς την Ουκρανία και να ενισχυθεί ο φόβος μιας ευρύτερης σύγκρουσης. Δεν πρόκειται κατ’ ανάγκην για αλλαγή των τελικών ρωσικών επιδιώξεων, αλλά για διαφορετική εκτίμηση σχετικά με το ποιος έχει σήμερα τη μεγαλύτερη επιρροή στην εξέλιξη του πολέμου.
Η αλλαγή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς αρκετές ευρωπαϊκές χώρες ενισχύουν τις αμυντικές τους δυνατότητες και συζητούν μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία. Από την πλευρά της Μόσχας, η ισχυρότερη ευρωπαϊκή παρουσία μπορεί να ερμηνευθεί ως απειλή, ακόμη κι όταν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις τη θεωρούν αναγκαία απάντηση στη ρωσική επιθετικότητα.
Η αποτροπή περνά και στα συμβατικά όπλα
Μία ακόμη διάσταση είναι η συζήτηση στη Ρωσία για αποτροπή που δεν βασίζεται αποκλειστικά στα πυρηνικά όπλα. Η χρήση προηγμένων συμβατικών συστημάτων μεγάλου βεληνεκούς μπορεί να προσφέρει στη Μόσχα πρόσθετα μέσα πίεσης, ενώ επιτρέπει απειλές κάτω από το κατώφλι μιας πυρηνικής σύγκρουσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι μειώνεται ο πυρηνικός κίνδυνος· σημαίνει ότι διευρύνεται το φάσμα των μέσων που εντάσσονται στη στρατηγική αντιπαράθεση.
Οι συνέπειες φαίνονται και στη διπλωματία. Η επανεκκίνηση των τριμερών συνομιλιών Ρωσίας, Ουκρανίας και ΗΠΑ δείχνει ότι η Ουάσιγκτον επιχειρεί να ανοίξει ξανά τον δρόμο προς διαπραγματεύσεις. Ωστόσο, η Μόσχα εξακολουθεί να συνδέει την Ουκρανία με ευρύτερες απαιτήσεις για την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας. Επομένως, μια συμφωνία που θα σταματούσε τις μάχες χωρίς να αντιμετωπίσει τις βαθύτερες αντιπαραθέσεις Ρωσίας–Ευρώπης ενδέχεται να αποδειχθεί προσωρινή.
Για τις ΗΠΑ και τους Ευρωπαίους συμμάχους, το κρίσιμο ζήτημα είναι να κατανοήσουν ότι η Μόσχα μπορεί να αντιμετωπίζει τις διαπραγματεύσεις για την Ουκρανία ως μέρος μιας μακρύτερης σύγκρουσης για την ισχύ και την επιρροή στην Ευρώπη. Αν η ανάγνωση αυτή είναι σωστή, η διαχείριση του πολέμου δεν θα εξαρτηθεί μόνο από τους όρους μιας πιθανής εκεχειρίας, αλλά και από το αν θα περιοριστεί ο κίνδυνος κλιμάκωσης ανάμεσα στη Ρωσία και στις ευρωπαϊκές χώρες.


Add comment
Comments