Η Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται να κάνει τα πρώτα βήματα για την αποκατάσταση απευθείας διαύλων επικοινωνίας με το Κρεμλίνο, καθώς αναζωπυρώνονται οι συζητήσεις για μια πιθανή διπλωματική διαδικασία που θα μπορούσε να οδηγήσει σε τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.
Η πρωτοβουλία του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, να διερευνήσει επαφές με τη Μόσχα αντανακλά μια βαθύτερη ανησυχία που κυριαρχεί σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες: τον φόβο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ρωσία θα μπορούσαν να καταλήξουν σε μια ευρύτερη συμφωνία για την ευρωπαϊκή ασφάλεια χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή της Ευρώπης.
Ο φόβος ενός «deal» πάνω από τα ευρωπαϊκά κεφάλια
Για τις Βρυξέλλες, το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο πώς θα τερματιστεί ο πόλεμος στην Ουκρανία, αλλά και ποιος θα καθορίσει τη μεταπολεμική αρχιτεκτονική ασφαλείας της Ευρώπης.
Η λογική πίσω από την επιδίωξη διαλόγου με τη Ρωσία είναι κυρίως αμυντική. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι θεωρούν ότι αν η ήπειρος δεν εξασφαλίσει τη δική της θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, κινδυνεύει να δει κρίσιμα ζητήματα ασφαλείας να καθορίζονται ερήμην της.
Ωστόσο, η έναρξη επίσημου διαλόγου με τη Μόσχα, ενώ ο πόλεμος συνεχίζεται και η Ρωσία εξακολουθεί να κατέχει ουκρανικά εδάφη, θεωρείται εξαιρετικά επικίνδυνη χωρίς κοινή στρατηγική και επαρκή διαπραγματευτικά μέσα πίεσης. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος να νομιμοποιηθεί η ρωσική επιθετικότητα χωρίς ουσιαστικά ανταλλάγματα.
Η Ευρώπη παρερμηνεύει συχνά τη ρωσική διπλωματία
Πολλοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι οι Ευρωπαίοι πολιτικοί εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τη διπλωματία μέσα από ένα δυτικό πρίσμα, θεωρώντας τον διάλογο αυταξία.
Η Ρωσία, όμως, λειτουργεί διαφορετικά.
Σύμφωνα με αυτή τη σχολή σκέψης, το Κρεμλίνο δεν προσέρχεται σε συνομιλίες για να οικοδομήσει εμπιστοσύνη ή να δημιουργήσει γέφυρες συνεννόησης. Αντίθετα, χρησιμοποιεί τον διάλογο ως εργαλείο άσκησης πίεσης, διατύπωσης τελεσιγράφων και επιβεβαίωσης της ισχύος του.
Αυτό σημαίνει ότι η Ευρώπη πρέπει να προσεγγίσει οποιαδήποτε επαφή με τη Μόσχα με ρεαλισμό και όχι με την προσδοκία ότι η ίδια η ύπαρξη διαλόγου αποτελεί πρόοδο.
Η ατζέντα της Ρωσίας ξεπερνά την Ουκρανία
Παρότι η Ουκρανία βρίσκεται στο επίκεντρο της σύγκρουσης, η Μόσχα επιδιώκει πολύ περισσότερα.
Μεταξύ των βασικών ζητημάτων που ενδιαφέρουν το Κρεμλίνο περιλαμβάνονται:
- Η πυρηνική ισορροπία στην Ευρώπη.
- Ο έλεγχος όπλων μεγάλου βεληνεκούς.
- Η σταδιακή άρση των δυτικών κυρώσεων.
- Η επαναφορά της πρόσβασης της Ρωσίας στις ευρωπαϊκές ενεργειακές αγορές.
- Η αναγνώριση μιας νέας ισορροπίας ισχύος στην ευρωπαϊκή ήπειρο.
Η κατανόηση αυτών των επιδιώξεων θεωρείται απαραίτητη προκειμένου η Ευρώπη να αξιολογήσει πότε και υπό ποιες συνθήκες η Ρωσία θα είναι πραγματικά έτοιμη για διαπραγματεύσεις.
Πρόταση για έναν ευρωπαϊκό «σκληρό πυρήνα»
Οι υποστηρικτές μιας πιο αποφασιστικής ευρωπαϊκής στρατηγικής θεωρούν ότι η ΕΕ πρέπει να κινηθεί μέσα από έναν στενότερο πυρήνα κρατών που διαθέτουν πραγματικό γεωπολιτικό βάρος.
Η βάση αυτού του σχήματος θα μπορούσε να είναι το λεγόμενο E3:
- Γαλλία
- Γερμανία
- Ηνωμένο Βασίλειο
Ο στόχος θα ήταν η διαμόρφωση κοινών “κόκκινων γραμμών”, σαφών επιδιώξεων και ενιαίου μηνύματος προς το Κρεμλίνο.
Παράλληλα, η Ευρώπη θα μπορούσε να αξιοποιήσει και τις οικονομικές της σχέσεις με την Κίνα, προειδοποιώντας το Πεκίνο ότι η διαρκής στήριξη της ρωσικής πολεμικής μηχανής ενδέχεται να επηρεάσει την πρόσβαση κινεζικών επιχειρήσεων στην ευρωπαϊκή αγορά.
Η στιγμή των διαπραγματεύσεων δεν είναι τυχαία
Ένα ακόμη βασικό επιχείρημα είναι ότι η Ευρώπη δεν πρέπει να επιδιώξει συνομιλίες από θέση αδυναμίας.
Αντίθετα, ο διάλογος θα πρέπει να ξεκινήσει σε μια περίοδο κατά την οποία η Ρωσία αντιμετωπίζει αυξανόμενες πιέσεις.
Οι υποστηρικτές αυτής της προσέγγισης εκτιμούν ότι η σωρευτική επίδραση των δυτικών κυρώσεων, οι ουκρανικές επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις ακόμη και κοντά στη Μόσχα, καθώς και οι μεγάλες απώλειες στο πεδίο της μάχης, προκαλούν ολοένα μεγαλύτερη φθορά στη ρωσική οικονομία.
Η άποψη αυτή υποστηρίζει ότι η Ρωσία παρουσιάζει ήδη σημάδια δομικής οικονομικής εξάντλησης, γεγονός που ενδέχεται να δημιουργήσει ευνοϊκότερες συνθήκες για διαπραγματεύσεις στο μέλλον.
Η αεράμυνα της Ουκρανίας παραμένει το κρίσιμο ζήτημα
Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θεωρούν ότι η μεγαλύτερη άμεση αδυναμία της Ουκρανίας εξακολουθεί να είναι η αεράμυνα.
Το Κρεμλίνο διαθέτει σημαντικά αποθέματα βαλλιστικών πυραύλων και μπορεί να επιχειρήσει να ενισχύσει τη διαπραγματευτική του θέση μέσω μαζικών επιθέσεων σε ουκρανικές πόλεις και κρίσιμες υποδομές.
Για τον λόγο αυτό, η Ευρώπη και οι σύμμαχοί της καλούνται να ενισχύσουν:
- Την παροχή αντιαεροπορικών πυραύλων.
- Την προστασία ενεργειακών και στρατηγικών υποδομών.
- Την ικανότητα της Ουκρανίας να πλήττει στρατιωτικούς στόχους βαθιά μέσα στη Ρωσία.
Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η δυνατότητα ισχυρών ουκρανικών αντιποίνων θα μπορούσε να μεταβάλει τον υπολογισμό κόστους - οφέλους της Μόσχας και να λειτουργήσει αποτρεπτικά απέναντι σε νέες επιθέσεις κατά αμάχων.
Το ευρωπαϊκό «χαρτί» απέναντι σε Τραμπ και Πούτιν
Ένα από τα σημαντικότερα επιχειρήματα υπέρ μιας πιο ενεργητικής ευρωπαϊκής πολιτικής είναι ότι ακόμη και μια πιθανή μεγάλη συμφωνία μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και του Βλαντίμιρ Πούτιν δύσκολα θα μπορούσε να προσφέρει μακροπρόθεσμη σταθερότητα χωρίς τη συναίνεση της Ευρώπης.
Η ΕΕ παραμένει ο βασικός οικονομικός και γεωπολιτικός παράγοντας στην περιοχή και καμία νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά χωρίς τη συμμετοχή της.
Για αυτόν τον λόγο, ολοένα περισσότεροι αναλυτές υποστηρίζουν ότι η Ευρώπη πρέπει να καταστήσει σαφές προς τη Μόσχα ότι ουσιαστικές και βιώσιμες συμφωνίες μπορούν να επιτευχθούν μόνο μέσα από πραγματικές διαπραγματεύσεις με ευρωπαϊκή συμμετοχή.
Εν κατακλείδι
Η συζήτηση για την επανεκκίνηση των ευρωρωσικών επαφών σηματοδοτεί μια σημαντική μεταβολή στο στρατηγικό περιβάλλον της ηπείρου. Ωστόσο, η επιτυχία οποιασδήποτε πρωτοβουλίας θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο η Ευρώπη θα μπορέσει να προσέλθει στις συνομιλίες με ενότητα, σαφείς στόχους και ουσιαστική ισχύ.
Διαφορετικά, ο διάλογος κινδυνεύει να εξελιχθεί σε μια διαδικασία που θα εξυπηρετεί περισσότερο τις επιδιώξεις του Κρεμλίνου παρά τα συμφέροντα της ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Add comment
Comments