Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως είμαστε από τους φτωχότερους λαούς στην Ευρώπη. Πάντα ήμασταν. Πριν τον πόλεμο και την επιβολή της κομμουνιστικής αποσάθρωσης στις γειτονικές βαλκανικές χώρες σπάνια τους ξεπερνούσαμε σε βιοτικό επίπεδο.

Από τον Κώστα Στούπα | Liberal.gr
Ξεπερνάμε πλέον μόνο τις χώρες που κατέστρεψε η κομμουνιστική λαίλαπα μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Και αυτούς, όχι όλους πλέον…Το άξιο παρατήρησης όμως δεν είναι πως είμαστε φτωχοί και θα παραμείνουμε φτωχοί όσο οι πολιτικοί διαγκωνίζονται ποιος θα μοιράσει 500άρικα στους φοιτητές και χιλιάρικα στους εργαζόμενους, αλλά το γεγονός πως πιστεύουμε πως είμαστε περισσότερο φτωχοί απ’ ό,τι είμαστε.
Ως ορθόδοξοι ανατολίτες φαίνεται πού έχουν εμποτίσει βαθιά μέσα μας πως η μέλλουσα αιώνια ζωή είναι σημαντικότερη της τωρινής, οπότε δεν χρειάζεται να υποφέρουμε για να τη βελτιώσουμε. Ας γκρινιάζουμε να μας ελεηθούν. Η ΕΕ για τον προσωρινό παρόντα βίο και ο μεγαλοδύναμος για τον επόμενο…Παρ’ όλα αυτά η Ελλάδα δεν είναι χώρα της Αφρικής ούτε της Ασίας. Ξεχωρίζει ακόμη και εντός των Βαλκανίων και της Ν.Α. Μεσογείου. Αν και κάνουν ελάχιστα για να βελτιώσουν την κατάσταση οι Έλληνες πιστεύουν τα αντίθετα.
Σε μια έρευνα για τη φτώχεια στην Ευρώπη ενώ το ποσοστό του πληθυσμού που ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας είναι λίγο κάτω από 20% σχεδόν το 70% πιστεύει πως είναι φτωχό.
Σε καμιά άλλη χώρα το ποσοστό αυτών που πιστεύουν πως πένονται στα όρια της φτώχειας δεν είναι τόσο μεγάλο. Ακόμη και στις χώρες που είναι πολύ φτωχότερες από την Ελλάδα. Το πρόβλημα των Ελλήνων εκτός βαθιάς πίστης για την προτεραιότητα της μέλλουσας αιώνιας ζωής είναι πως ζούμε σε πλούσια γειτονιά, έστω και αν τα γειτονικά Βαλκάνια είναι φτωχότερα από εμάς. Αν βρισκόμασταν γεωγραφικά κάπου στην Αφρική με τις μισές από τις σημερινές οικονομικές απολαβές και επιδόσεις θα αισθανόμασταν άρχοντες και θα ήμασταν ευτυχισμένοι.
Υπάρχει επιστημονική εξήγηση. Το 1998 δύο ερευνητές του Harvard, η Σάρα Σόλνικ και ο Ντέιβιντ Χέμενγουεϊ, έκαναν σε φοιτητές μια απλή ερώτηση. Τι προτιμάτε: να κερδίζετε 50.000 δολάρια όταν οι γύρω σας κερδίζουν 25.000, ή να κερδίζετε 100.000 όταν οι γύρω σας κερδίζουν 200.000; Οι μισοί διάλεξαν τα 50.000. Διάλεξαν δηλαδή να είναι φτωχότεροι, αρκεί να είναι πλουσιότεροι από τον διπλανό.
Κρατήστε το αυτό και δείτε το γράφημα. Το 67% των Ελλήνων δηλώνει φτωχό. Η Eurostat μετρά στο όριο της φτώχειας το 19%. Αναλογία 3,5 προς 1, όταν στην ΕΕ είναι 1 προς 1 και στη Δανία, στη Γερμανία, στο Λουξεμβούργο οι πολίτες νιώθουν πλουσιότεροι απ' όσο τους μετρά η στατιστική. Εμείς νιώθουμε τρεις φορές φτωχότεροι απ' όσο είμαστε. Οι φοιτητές του Harvard δίνουν το μισό της απάντησης. Η φτώχεια δεν είναι ποσό, είναι θέση. Ο Έλληνας δεν συγκρίνεται με τον Βούλγαρο, που έχει χαμηλότερο μισθό και νιώθει καλύτερα. Συγκρίνεται με τον εαυτό του το 2008 κατά την περίοδο της ευημερίας με δανεικά. Συγκρίνει τη ζωή με αυτή του ξαδέρφου στο Μόναχο και του θείου στην Αμερική.

Διαβάστε ακόμα: Δεν υπάρχει έξοδος από τη φτώχεια χωρίς οικονομική ανάπτυξη
Το άλλο μισό όμως δεν είναι ψυχολογία, είναι λογιστική. Ο δείκτης της Eurostat μετρά σχετική φτώχεια, δηλαδή ποιος ζει κάτω από το 60% του διάμεσου. Όταν ο διάμεσος κατέρρευσε 25% στην κρίση, το όριο της φτώχειας κατέβηκε μαζί του. Φτωχύναμε όλοι μαζί και ο δείκτης "βελτιώθηκε". Ο διάμεσος μισθός σε πραγματικούς όρους είναι εκεί που ήταν το 2010. Το ενοίκιο, το ρεύμα και το ράφι δεν είναι.
Και πάνω από όλα αυτά, το δεύτερο ενοίκιο που λέγεται κράτος: ιδιωτικός γιατρός, φροντιστήριο επειδή το σχολείο δεν διδάσκει, δικηγόρος επειδή η δικαιοσύνη αργεί. Αυτά η στατιστική δεν τα βλέπει, το πορτοφόλι τα βλέπει. Αν ζητήσεις αξιολόγηση και κατάργηση της μονιμότητας στο δημόσιο για να βελτιωθούν οι υπηρεσίες όλοι θα βγουν στο δρόμο με πρώτους αυτούς που διαμαρτύρονται περισσότερο για τη φτώχεια μας. Άρα, φτωχοί ή γκρινιάρηδες; Και τα δύο, και το χειρότερο είναι πως τα δύο τρέφονται μεταξύ τους.
Γιατί εδώ κρύβεται η παγίδα των φοιτητών του Harvard. Όποιος μετρά την ευημερία του με τη θέση του στη γειτονιά, δεν θέλει να πλουτίσει, θέλει να μην πλουτίσει ο άλλος. Και αυτό ακριβώς ψηφίζει. Ψηφίζει φόρο στον "πλούσιο" που παίρνει €2.500, επίδομα για να ισοφαρίσει, ρύθμιση για να μην ξεφύγει ο διπλανός. Ψηφίζει κράτος που ισοπεδώνει, επειδή η ισοπέδωση ανακουφίζει τη σύγκριση. Και μετά απορεί γιατί η γειτονιά των 2.000 δεν γίνεται ποτέ γειτονιά των 10.000.
Οι Δανοί που νιώθουν πλουσιότεροι απ' όσο είναι, δεν έχουν λιγότερους πλούσιους γείτονες. Έχουν κράτος που αποδίδει και μια κουλτούρα που δεν μετρά τον διπλανό. Εμείς έχουμε το αντίθετο και στα δύο. Το 67% λοιπόν δεν είναι μόνο διάγνωση φτώχειας. Είναι και ομολογία. Ομολογία ενός λαού που, όταν τον ρωτάς τι προτιμά, διαλέγει εδώ και τριάντα χρόνια τα 50.000. Και μετά παραπονιέται πως δεν του φτάνουν.
Η φτώχεια των εθνών είναι πρωτίστως πνευματική και μετά ακολουθεί η υλική…
Add comment
Comments