Η Ιστορία της Οικονομικής Σκέψης: Οι Φυσιοκράτες: Όταν η οικονομία ανακάλυψε τη «φυσική τάξη»

Published on October 29, 2026 at 4:28 PM

François Quesnay, Tableau Économique και laissez-faire – Η πρώτη μεγάλη προσπάθεια να εξηγηθεί η οικονομία ως ένα ενιαίο σύστημα παραγωγής, εισοδήματος και κυκλοφορίας του πλούτου.

Από τον Τηλέμαχο| Συντακτική ομάδα Greece2Day

Ο γιατρός που προσπάθησε να ανακαλύψει τους νόμους της οικονομίας

Στα μέσα του 18ου αιώνα, στις Βερσαλλίες, ένας γιατρός της βασιλικής αυλής ασχολούνταν με ένα πρόβλημα που δεν είχε καμία προφανή σχέση με την ιατρική. Ήθελε να καταλάβει πώς λειτουργεί η οικονομία μιας ολόκληρης χώρας.

  • Πώς δημιουργείται ο πλούτος;
  • Πώς μεταφέρεται από τη μία κοινωνική ομάδα στην άλλη;
  • Γιατί ορισμένες οικονομικές δραστηριότητες φαίνεται να δημιουργούν πλεόνασμα, ενώ άλλες απλώς μετασχηματίζουν ή μεταφέρουν αγαθά;
  • Και, κυρίως, υπάρχει κάποια φυσική τάξη που διέπει την οικονομία, όπως υπάρχουν νόμοι που διέπουν τη λειτουργία του ανθρώπινου σώματος;

Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο François Quesnay (1694–1774). Και η απάντηση που προσπάθησε να δώσει θα αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες τομές στην ιστορία της οικονομικής σκέψης.

Ο Quesnay δεν ενδιαφερόταν απλώς να υποδείξει στον βασιλιά πώς θα συγκεντρώσει περισσότερο χρυσό. Ήθελε να ανακαλύψει πώς αναπαράγεται ο πλούτος μέσα στην κοινωνία. Από αυτή την αναζήτηση γεννήθηκε η Φυσιοκρατία.

Από τον Μερκαντιλισμό στη Φυσιοκρατία: μια αλλαγή ερωτήματος

Οι Μερκαντιλιστές αντιμετώπιζαν την οικονομία πρωτίστως ως εργαλείο εθνικής ισχύος. Οι εξαγωγές, τα εμπορικά πλεονάσματα, η ναυτιλία, η μεταποίηση και η συγκέντρωση χρηματικών πόρων μπορούσαν να ενισχύσουν το κράτος. Οι Φυσιοκράτες θα αμφισβητήσουν αυτή την προσέγγιση.

Δεν αρνούνταν τη σημασία του εμπορίου ή του χρήματος. Υποστήριζαν, όμως, ότι οι πραγματικές πηγές του πλούτου έπρεπε να αναζητηθούν βαθύτερα, στην ίδια τη διαδικασία της παραγωγής. Η κρίσιμη διάκριση ήταν ανάμεσα στο χρήμα που κυκλοφορεί και στον πλούτο που παράγεται.

Ένας έμπορος μπορεί να αγοράσει ένα αγαθό και να το πουλήσει ακριβότερα. Αλλά δημιουργεί έτσι νέο καθαρό προϊόν για ολόκληρη την οικονομία;

Ένα κράτος μπορεί να συγκεντρώσει περισσότερο χρυσό. Αλλά αυτό σημαίνει ότι η κοινωνία παράγει περισσότερα τρόφιμα, περισσότερες πρώτες ύλες και περισσότερα αγαθά;

Οι Φυσιοκράτες υποστήριξαν ότι ο πραγματικός πλούτος έπρεπε να εξεταστεί μέσα από την παραγωγική διαδικασία και το πλεόνασμα που απομένει αφού αναπληρωθούν οι αναγκαίες εισροές.

Ήταν μια μεγάλη μετατόπιση. Από την κυκλοφορία του χρήματος στην παραγωγή του πραγματικού πλούτου.

Η Γαλλία του 18ου αιώνα: μια πλούσια χώρα με βαθιά προβλήματα

Η Φυσιοκρατία δεν γεννήθηκε τυχαία στη Γαλλία. Η Γαλλία του 18ου αιώνα ήταν μια από τις μεγαλύτερες και ισχυρότερες χώρες της Ευρώπης. Διέθετε μεγάλο πληθυσμό, σημαντική γεωργική παραγωγή, ανεπτυγμένες βιοτεχνίες και ισχυρή πολιτιστική επιρροή. Ωστόσο, η οικονομία της αντιμετώπιζε σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα.

Το φορολογικό σύστημα ήταν άνισο και πολύπλοκο. Τα προνόμια διαφορετικών κοινωνικών τάξεων δημιουργούσαν στρεβλώσεις. Η γεωργία επιβαρυνόταν από φόρους και θεσμικούς περιορισμούς, ενώ η διακίνηση των σιτηρών υπαγόταν σε ποικίλους ελέγχους.

Η αγροτική παραγωγικότητα παρουσίαζε μεγάλες διαφορές μεταξύ περιοχών. Και ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού εξακολουθούσε να εξαρτάται άμεσα από τη γη. Για τους Φυσιοκράτες, το βασικό πρόβλημα δεν ήταν ότι η Γαλλία δεν διέθετε αρκετούς δασμούς ή κρατικά προνόμια.

Ήταν ότι οι οικονομικές δραστηριότητες παρεμποδίζονταν από θεσμούς που δεν επέτρεπαν στην παραγωγή να αναπτυχθεί σύμφωνα με τη φυσική της δυναμική. Η λύση δεν ήταν περισσότερη διοικητική καθοδήγηση. Ήταν η αποκατάσταση της φυσικής τάξης.

Τι σημαίνει «Φυσιοκρατία»;

Ο όρος προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις φύσις και κράτος. Η βασική ιδέα ήταν ότι η οικονομική ζωή διέπεται από μια φυσική τάξη, την οποία ο άνθρωπος μπορεί να ανακαλύψει μέσω της λογικής. Οι Φυσιοκράτες πίστευαν ότι υπάρχουν αντικειμενικές αρχές που καθορίζουν την οικονομική ευημερία.

Η κρατική πολιτική δεν πρέπει να τις παραβιάζει. Πρέπει να δημιουργεί τις συνθήκες ώστε να λειτουργούν. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Φυσιοκράτες ήθελαν την κατάργηση του κράτους. Αντίθετα, αναγνώριζαν σημαντικό ρόλο στην πολιτική εξουσία για την προστασία της ιδιοκτησίας, την απονομή δικαιοσύνης και την εφαρμογή των κανόνων που θεωρούσαν συμβατούς με τη φυσική τάξη.

Η αντίθεσή τους αφορούσε κυρίως τις αυθαίρετες παρεμβάσεις, τους περιορισμούς και τα προνόμια που εμπόδιζαν την παραγωγή και την κυκλοφορία των αγαθών. Εδώ βρίσκεται η ριζοσπαστική πλευρά της θεωρίας τους.

Η οικονομία δεν είναι μια μηχανή που ο μονάρχης μπορεί να χειρίζεται κατά βούληση. Είναι ένα σύστημα με δικές του σχέσεις και περιορισμούς.

François Quesnay: από την ιατρική στην οικονομία

Ο François Quesnay είχε μια ασυνήθιστη διαδρομή για οικονομικό στοχαστή. Δεν ξεκίνησε ως έμπορος, τραπεζίτης ή δημόσιος οικονομικός αξιωματούχος. Ήταν γιατρός και χειρουργός, που αργότερα απέκτησε εξέχουσα θέση στην αυλή του Λουδοβίκου ΙΕ΄. Η ιατρική του παιδεία έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την κατανόηση του οικονομικού του έργου.

Ένας γιατρός δεν εξετάζει το ανθρώπινο σώμα ως μια άθροιση ανεξάρτητων οργάνων. Το αντιμετωπίζει ως σύστημα. Η καρδιά, οι πνεύμονες, το αίμα και τα υπόλοιπα όργανα συνδέονται μεταξύ τους. Η δυσλειτουργία ενός μέρους μπορεί να επηρεάσει ολόκληρο τον οργανισμό. Ο Quesnay επιχείρησε να σκεφτεί με ανάλογο τρόπο την οικονομία.

Η παραγωγή, τα εισοδήματα, οι δαπάνες και η αναπλήρωση των παραγωγικών πόρων δεν είναι ανεξάρτητα γεγονότα. Συνδέονται σε μια διαδικασία που επαναλαμβάνεται.

  • Η οικονομία παράγει αγαθά.
  • Τα αγαθά δημιουργούν εισοδήματα.
  • Τα εισοδήματα χρηματοδοτούν δαπάνες.
  • Οι δαπάνες επιτρέπουν την επόμενη περίοδο παραγωγής.

Αυτή η συστημική αντίληψη υπήρξε μια από τις σημαντικότερες συνεισφορές του.

Γιατί οι Φυσιοκράτες θεωρούσαν τη γεωργία πηγή του πλούτου;

Εδώ συναντούμε την πιο χαρακτηριστική αλλά και την πιο αμφισβητήσιμη θέση της Φυσιοκρατίας. Οι Φυσιοκράτες θεωρούσαν ότι μόνο η γεωργία δημιουργεί καθαρό προϊόν. Για να καταλάβουμε τη λογική τους, πρέπει να μεταφερθούμε στον κόσμο του 18ου αιώνα.

Φανταστείτε έναν γεωργό. Χρησιμοποιεί σπόρους, εργαλεία, ζώα, εργασία και γη. Στο τέλος της καλλιεργητικής περιόδου παράγει μια ποσότητα σιτηρών. Ένα μέρος της παραγωγής χρειάζεται για να αντικαταστήσει τους σπόρους, να συντηρήσει τους εργαζομένους και να καλύψει τις υπόλοιπες αναγκαίες δαπάνες.

Αλλά μπορεί να απομένει και ένα πλεόνασμα. Αυτό το πλεόνασμα οι Φυσιοκράτες το ονόμαζαν produit net - καθαρό προϊόν. Η γη, σε συνδυασμό με την εργασία και τις παραγωγικές εισροές, φαινόταν να δημιουργεί μια επιπλέον ποσότητα πραγματικού προϊόντος. Αντίθετα, στη μεταποίηση, κατά τη δική τους αντίληψη, οι τεχνίτες κυρίως μετασχημάτιζαν υλικά που είχαν ήδη παραχθεί.

  • Ο υφαντής μετατρέπει το νήμα σε ύφασμα.
  • Ο επιπλοποιός μετατρέπει το ξύλο σε έπιπλο.
  • Ο σιδηρουργός μετατρέπει το μέταλλο σε εργαλεία.

Οι Φυσιοκράτες δεν αρνούνταν ότι αυτές οι εργασίες ήταν χρήσιμες. Υποστήριζαν όμως ότι δεν δημιουργούσαν καθαρό πλεόνασμα με την ειδική έννοια που απέδιδαν στον όρο.

Η «στείρα τάξη» — μια παραπλανητική ονομασία

Αυτή η διάκριση οδήγησε τους Φυσιοκράτες να χαρακτηρίσουν τη μεταποίηση και το εμπόριο ως δραστηριότητες της classe stérile, δηλαδή της "στείρας τάξης". Η έκφραση ακούγεται σήμερα παράλογη. Πώς μπορεί μια βιομηχανία που κατασκευάζει μηχανές, πλοία ή εργαλεία να θεωρείται μη παραγωγική;

Η απάντηση βρίσκεται στον ιδιαίτερο ορισμό του καθαρού προϊόντος που χρησιμοποιούσαν οι Φυσιοκράτες. Δεν εννοούσαν ότι οι τεχνίτες δεν εργάζονται ή ότι τα προϊόντα τους δεν έχουν χρησιμότητα. Εννοούσαν ότι, στο δικό τους θεωρητικό σύστημα, οι μη γεωργικές δραστηριότητες δεν δημιουργούσαν το ίδιο είδος καθαρού πλεονάσματος που απέδιδαν στη γη.

Σήμερα γνωρίζουμε ότι αυτή η θέση είναι λανθασμένη ως γενική θεωρία της παραγωγής. Η μεταποίηση και οι υπηρεσίες μπορούν να δημιουργούν σημαντική προστιθέμενη αξία. Η παραγωγικότητα μπορεί να αυξάνεται μέσω τεχνολογίας, οργάνωσης, εξειδίκευσης και καινοτομίας.

Όμως η ιστορική σημασία της φυσιοκρατικής θεωρίας δεν βρίσκεται μόνο στο αν η απάντησή της ήταν σωστή. Βρίσκεται στο ότι έθεσε με πρωτοφανή σαφήνεια το ερώτημα: Πού δημιουργείται το οικονομικό πλεόνασμα και πώς διανέμεται στην κοινωνία;

Οι τρεις μεγάλες κοινωνικές τάξεις

Ο Quesnay χώρισε την οικονομία σε τρεις βασικές τάξεις.

Η πρώτη ήταν η παραγωγική τάξη (classe productive). Σε αυτήν ανήκαν οι καλλιεργητές, οι οποίοι, σύμφωνα με τη φυσιοκρατική θεωρία, δημιουργούσαν το καθαρό προϊόν.

Η δεύτερη ήταν η τάξη των ιδιοκτητών (classe des propriétaires). Σε αυτήν περιλαμβάνονταν οι γαιοκτήμονες, ο μονάρχης και άλλοι αποδέκτες εισοδημάτων που συνδέονταν με την ιδιοκτησία της γης.

Η τρίτη ήταν η στείρα τάξη (classe stérile). Σε αυτήν ανήκαν οι βιοτέχνες, οι μεταποιητές και οι έμποροι. Ο χαρακτηρισμός "στείρα" δεν αποτελούσε ηθική αξιολόγηση των ανθρώπων. Ήταν τεχνικός χαρακτηρισμός μέσα στη θεωρία τους.

Η οικονομία, κατά τον Quesnay, μπορούσε να μελετηθεί παρακολουθώντας τις συναλλαγές και τις δαπάνες μεταξύ αυτών των τριών τάξεων. Και εδώ πλησιάζουμε στη μεγαλύτερη συνεισφορά του.

Tableau Économique: ο πρώτος μεγάλος χάρτης της οικονομίας

Το 1758 ο Quesnay παρουσίασε το περίφημο Tableau Économique - Οικονομικό Πίνακα. Δεν ήταν απλώς ένας πίνακας με οικονομικά στοιχεία. Ήταν μια προσπάθεια να αποτυπωθεί η λειτουργία μιας ολόκληρης οικονομίας.

Ο Quesnay ήθελε να δείξει πώς το εισόδημα που δημιουργείται στην παραγωγή κυκλοφορεί μεταξύ κοινωνικών τάξεων και πώς οι δαπάνες επιτρέπουν την αναπαραγωγή της οικονομικής δραστηριότητας.

Η ιδέα ήταν εξαιρετικά πρωτοποριακή. Μέχρι τότε, μεγάλο μέρος της οικονομικής σκέψης επικεντρωνόταν σε μεμονωμένα ζητήματα: 

  • Ποια είναι η δίκαιη τιμή;
  • Πώς πρέπει να φορολογείται το εμπόριο;
  • Πώς αυξάνονται οι εξαγωγές;
  • Πόσο χρήμα χρειάζεται ένα κράτος;

Ο Quesnay προσπάθησε να απαντήσει σε κάτι διαφορετικό: Πώς συνδέονται όλες αυτές οι οικονομικές δραστηριότητες μέσα σε ένα ενιαίο σύστημα;

Η οικονομία ως κυκλοφορία εισοδήματος

Ας χρησιμοποιήσουμε ένα απλουστευμένο παράδειγμα, όχι ως ακριβή αναπαραγωγή των αριθμών του ιστορικού Tableau, αλλά για να καταλάβουμε τη λογική του.

Οι γεωργοί παράγουν τρόφιμα και πρώτες ύλες. Ένα μέρος της παραγωγής χρησιμοποιείται για να συνεχιστεί η γεωργική δραστηριότητα. Ένα άλλο μέρος πωλείται. Οι γεωργοί καταβάλλουν γαιοπρόσοδο στους ιδιοκτήτες της γης. Οι γαιοκτήμονες χρησιμοποιούν το εισόδημά τους για να αγοράσουν τρόφιμα και βιοτεχνικά προϊόντα. Οι βιοτέχνες, με τη σειρά τους, αγοράζουν τρόφιμα και πρώτες ύλες από τους γεωργούς. Οι δαπάνες της μιας τάξης γίνονται εισόδημα μιας άλλης. Και η διαδικασία συνεχίζεται.

Η ουσία είναι ότι το εισόδημα δεν εξαφανίζεται όταν δαπανάται. Μεταφέρεται. Η δαπάνη ενός οικονομικού παράγοντα είναι έσοδο κάποιου άλλου. Αυτή η παρατήρηση, που σήμερα αποτελεί θεμέλιο της μακροοικονομικής λογιστικής, αποκτά στον Quesnay μια από τις πρώτες συστηματικές θεωρητικές αναπαραστάσεις της.

Γιατί το Tableau Économique ήταν τόσο σημαντικό;

Η σημασία του δεν βρίσκεται στην ορθότητα όλων των παραδοχών του. Οι Φυσιοκράτες έκαναν λάθος όταν θεωρούσαν ότι μόνο η γεωργία δημιουργεί καθαρό προϊόν. Όμως ο Quesnay πέτυχε κάτι εξαιρετικά σημαντικό. Αντιμετώπισε την οικονομία ως σύστημα αλληλεξαρτώμενων ροών. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε πόσο παράγει ένας κλάδος.

Πρέπει να γνωρίζουμε από ποιους αγοράζει εισροές, σε ποιους πουλά προϊόντα, ποια εισοδήματα δημιουργεί και πώς οι δαπάνες επιστρέφουν στο παραγωγικό σύστημα. Αυτή η ιδέα θα αποκτήσει τεράστια σημασία αργότερα.

Θα τη συναντήσουμε στην ανάλυση της κυκλικής ροής του εισοδήματος. Στους εθνικούς λογαριασμούς. Στα υποδείγματα διακλαδικών συναλλαγών. Και, με διαφορετικές θεωρητικές παραδοχές, στη σύγχρονη μακροοικονομική.

Δεν πρόκειται για ταυτόσημες θεωρίες ούτε για μια απλή γραμμική εξέλιξη από τον Quesnay στη σύγχρονη οικονομική επιστήμη. Αλλά η ιδέα ότι πρέπει να μελετάμε ολόκληρο το οικονομικό σύστημα και όχι μόνο τις μεμονωμένες αγορές αποτελεί μια από τις σημαντικότερες κληρονομιές του.

Open University Insight

Η μεγάλη ανακάλυψη: η δαπάνη του ενός είναι εισόδημα του άλλου

Ας σκεφτούμε μια σύγχρονη οικονομία. Μια επιχείρηση καταβάλλει μισθούς. Οι εργαζόμενοι χρησιμοποιούν τους μισθούς τους για να αγοράσουν αγαθά και υπηρεσίες. Οι επιχειρήσεις που πωλούν αυτά τα αγαθά αποκτούν έσοδα. Με τα έσοδά τους πληρώνουν εργαζομένους, προμηθευτές, φόρους και επενδύσεις.

Το οικονομικό σύστημα συνδέεται μέσω μιας συνεχούς κυκλοφορίας παραγωγής, εισοδημάτων και δαπανών. Ο Quesnay προσπάθησε να συλλάβει αυτή τη λειτουργία σε μια εποχή που δεν υπήρχαν ΑΕΠ, εθνικοί λογαριασμοί ή σύγχρονα μακροοικονομικά υποδείγματα.

Η προσέγγισή του μάς επιτρέπει να καταλάβουμε γιατί μια οικονομική διαταραχή μπορεί να επηρεάσει πολύ περισσότερους από εκείνους που πλήττονται αρχικά.

Αν μειωθεί το εισόδημα ενός μεγάλου κλάδου, μπορεί να μειωθούν και οι αγορές του από άλλους κλάδους. Αν μειωθούν αυτές οι αγορές, μπορεί να μειωθούν τα έσοδα άλλων επιχειρήσεων. Και έτσι μια αρχική διαταραχή μπορεί να μεταδοθεί στο υπόλοιπο σύστημα.

Αυτή είναι μια σύγχρονη εφαρμογή της λογικής της οικονομικής αλληλεξάρτησης, όχι ένας ισχυρισμός ότι ο Quesnay είχε ήδη διατυπώσει τη μεταγενέστερη θεωρία του δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή.

Η ουσία παραμένει: η οικονομία δεν είναι άθροισμα απομονωμένων συναλλαγών. Είναι ένα σύστημα αλληλεξαρτήσεων.

Η γη, η ιδιοκτησία και το ζήτημα της φορολογίας

Αν μόνο η γεωργία δημιουργεί καθαρό προϊόν, τότε από πού πρέπει να προέρχονται τα δημόσια έσοδα;

Οι Φυσιοκράτες έδωσαν μια απάντηση που προκάλεσε μεγάλη συζήτηση. Αφού το καθαρό πλεόνασμα εμφανίζεται, σύμφωνα με τη θεωρία τους, στη γαιοπρόσοδο, η φορολογία πρέπει να επιβαρύνει κυρίως αυτό το πλεόνασμα. Από εδώ προκύπτει η περίφημη ιδέα του impôt unique - ενιαίου φόρου.

Η βασική λογική ήταν ότι ένας φόρος στο καθαρό εισόδημα της γης θα μπορούσε να αντικαταστήσει ένα περίπλοκο σύστημα φόρων που επιβάρυνε την παραγωγή και τις συναλλαγές. Οι Φυσιοκράτες θεωρούσαν ότι πολλοί έμμεσοι φόροι και περιορισμοί τελικά εμπόδιζαν την παραγωγική διαδικασία.

Έτσι η φορολογική τους πρόταση δεν ήταν απλώς μια τεχνική αλλαγή. Ήταν συνέπεια ολόκληρης της θεωρίας τους για το πού δημιουργείται το οικονομικό πλεόνασμα. Σήμερα η θεωρία ότι μόνο η γη παράγει καθαρό προϊόν έχει εγκαταλειφθεί. Ωστόσο, η συζήτηση για τη φορολόγηση της γαιοπροσόδου και της οικονομικής προσόδου παραμένει σημαντική.

Θα επανεμφανιστεί αργότερα σε άλλους οικονομικούς στοχαστές, με διαφορετικά επιχειρήματα και πολύ διαφορετικές θεωρητικές βάσεις.

Η πρώτη μεγάλη ρήξη με τον προστατευτισμό

Οι Φυσιοκράτες πίστευαν ότι οι υπερβολικές κρατικές παρεμβάσεις εμπόδιζαν τη φυσική λειτουργία της οικονομίας. Αν το κράτος καθορίζει αυθαίρετα τις τιμές, περιορίζει το εμπόριο σιτηρών και παρεμβαίνει συνεχώς στη διακίνηση των προϊόντων, μπορεί να αποδυναμώνει τα κίνητρα παραγωγής.

Αν οι γεωργοί δεν μπορούν να διαθέσουν ελεύθερα τα προϊόντα τους, γιατί να επενδύσουν περισσότερο; Αν οι εμπορικοί περιορισμοί εμποδίζουν τη μεταφορά σιτηρών από περιοχές με πλεόνασμα σε περιοχές με έλλειψη, πώς θα λειτουργήσει αποτελεσματικά η αγορά; Από αυτή την κριτική γεννήθηκε η ισχυρή φυσιοκρατική υποστήριξη προς την ελευθερία του εμπορίου, ιδιαίτερα του εμπορίου σιτηρών.

Η λογική τους ήταν ότι οι οικονομικές αποφάσεις πρέπει να καθοδηγούνται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις συνθήκες παραγωγής και ζήτησης και λιγότερο από αυθαίρετες διοικητικές απαγορεύσεις.

Η θέση αυτή θα συνδεθεί με μια από τις διασημότερες εκφράσεις στην ιστορία της οικονομικής σκέψης: Laissez faire, laissez passer.

  • Αφήστε τους ανθρώπους να ενεργούν.
  • Αφήστε τα αγαθά να κυκλοφορούν.

Η ιστορική διαμόρφωση της φράσης συνδέεται με περισσότερους στοχαστές και μεταρρυθμιστές και δεν πρέπει να αποδίδεται απλουστευτικά ως προσωπική επινόηση του Quesnay. Ωστόσο, το πνεύμα της συνδέθηκε στενά με τη Φυσιοκρατία.

Η μεγάλη αντίφαση των Φυσιοκρατών

Οι Φυσιοκράτες έκαναν ένα τεράστιο βήμα προς τη συστηματική οικονομική ανάλυση. Αλλά παρέμειναν δέσμιοι μιας λανθασμένης θεωρίας για την πηγή του πλούτου. Η οικονομία δεν δημιουργεί καθαρό προϊόν μόνο στη γεωργία. Η μεταποίηση μπορεί να αυξήσει την αξία των εισροών μέσω τεχνολογίας, οργάνωσης και παραγωγικότητας. Οι υπηρεσίες μπορούν να δημιουργούν πραγματική οικονομική αξία. Η γνώση και η καινοτομία μπορούν να μετασχηματίσουν ολόκληρη την παραγωγική δυνατότητα μιας κοινωνίας.

Αυτή η αδυναμία της Φυσιοκρατίας θα γίνει ιδιαίτερα εμφανής καθώς η Ευρώπη θα εισέρχεται στη Βιομηχανική Επανάσταση.

Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο.

Οι Φυσιοκράτες έκαναν λάθος για το ποιος παράγει τον πλούτο, αλλά συνέβαλαν καθοριστικά στον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να μελετήσουμε την παραγωγή και την κυκλοφορία του.


Laissez-faire, Turgot και η μεγάλη σύγκρουση με το κράτος: Μπορεί η οικονομία να λειτουργήσει χωρίς διαρκή καθοδήγηση;

Το 1774, ένας Γάλλος οικονομικός μεταρρυθμιστής αναλαμβάνει μία από τις δυσκολότερες αποστολές της εποχής του. Πρέπει να βελτιώσει τα δημόσια οικονομικά ενός από τα ισχυρότερα βασίλεια της Ευρώπης, να αντιμετωπίσει τις στρεβλώσεις της οικονομίας και να περιορίσει ένα σύστημα προνομίων που είχε οικοδομηθεί επί αιώνες.

Το όνομά του είναι Anne Robert Jacques Turgot. Ο νέος γενικός ελεγκτής των οικονομικών του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄ δεν πιστεύει ότι η λύση βρίσκεται απλώς στην επιβολή νέων φόρων ή στην αύξηση των εμπορικών περιορισμών. Αντίθετα, θεωρεί ότι η οικονομική ευημερία απαιτεί περισσότερη ελευθερία στην παραγωγή, στην εργασία και στο εμπόριο.

Η αντίληψη αυτή τον φέρνει σε σύγκρουση με εμπόρους που απολαμβάνουν προνόμια, συντεχνίες που ελέγχουν την πρόσβαση στα επαγγέλματα, γαιοκτήμονες, πολιτικούς αξιωματούχους και ομάδες που έχουν μάθει να λειτουργούν υπό την προστασία του κράτους.

Ο Turgot δεν είναι απλώς ένας ακόμη θεωρητικός. Είναι ένας άνθρωπος που προσπαθεί να μετατρέψει τις οικονομικές ιδέες σε κυβερνητική πολιτική. Και η αποτυχία των μεταρρυθμίσεών του θα αποκαλύψει κάτι που η οικονομική επιστήμη θα χρειαστεί πολύ χρόνο για να κατανοήσει πλήρως: Μια οικονομική μεταρρύθμιση μπορεί να είναι θεωρητικά ορθολογική και πολιτικά σχεδόν αδύνατη.

Από τον Quesnay στον Turgot: όταν η οικονομική θεωρία γίνεται πολιτικό πρόγραμμα

Το Tableau Économique δεν ήταν απλώς μια θεωρητική περιγραφή της κυκλοφορίας του εισοδήματος. Είχε και μια σαφή πολιτική προέκταση. Αν η παραγωγή και η κυκλοφορία του πλούτου ακολουθούν μια φυσική τάξη, τότε οι κυβερνήσεις δεν πρέπει να παρεμβαίνουν αυθαίρετα σε αυτήν.

Η οικονομία δεν μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικά όταν κάθε δραστηριότητα εξαρτάται από βασιλικές άδειες, διοικητικούς περιορισμούς, τοπικά προνόμια και κρατικά καθορισμένες τιμές. Αυτή η αντίληψη βρισκόταν σε ευθεία σύγκρουση με μεγάλο μέρος της οικονομικής οργάνωσης της προεπαναστατικής Γαλλίας.

Οι Φυσιοκράτες δεν αμφισβητούσαν κατ' ανάγκην τη μοναρχία. Πολλοί θεωρούσαν ότι ένας ισχυρός μονάρχης μπορούσε να εφαρμόσει τη φυσική τάξη, προστατεύοντας την ιδιοκτησία και καταργώντας τους αυθαίρετους οικονομικούς περιορισμούς.

Αυτό δημιουργούσε ένα ενδιαφέρον παράδοξο. Ήθελαν ισχυρή πολιτική εξουσία, αλλά λιγότερο αυθαίρετη οικονομική παρέμβαση. Η φυσιοκρατική ελευθερία δεν ήταν αναγκαστικά πολιτικός φιλελευθερισμός με τη σύγχρονη έννοια. Ήταν κυρίως η πεποίθηση ότι η οικονομική δραστηριότητα πρέπει να λειτουργεί σύμφωνα με ορισμένους γενικούς κανόνες, αντί να εξαρτάται από τις καθημερινές αποφάσεις της διοίκησης.

Laissez-faire: η φράση που άλλαξε την οικονομική ιστορία

Λίγες εκφράσεις έχουν επηρεάσει τόσο βαθιά την οικονομική σκέψη όσο η γαλλική φράση: Laissez faire, laissez passer. Η συνήθης ελληνική απόδοσή της είναι: "Αφήστε τους να κάνουν, αφήστε τους να περνούν". Το πρώτο μέρος αναφέρεται στην ελευθερία της οικονομικής δραστηριότητας. Το δεύτερο στην ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών και στο εμπόριο χωρίς περιττούς περιορισμούς.

Η ιστορική προέλευση της φράσης είναι περισσότερο σύνθετη από όσο συχνά παρουσιάζεται. Η έκφραση laissez faire συνδέεται με τον έμπορο Legendre και τον υπουργό Colbert, μέσα από μια αφήγηση που διαδόθηκε αργότερα. Η ευρύτερη διατύπωση laissez faire, laissez passer συνδέθηκε με τον Vincent de Gournay και τον κύκλο των μεταρρυθμιστών που υποστήριζαν την οικονομική ελευθερία.

Οι Φυσιοκράτες συνέβαλαν καθοριστικά στη διάδοση του πνεύματός της, χωρίς να είναι σωστό να αποδίδεται αποκλειστικά στον Quesnay η επινόησή της. Η σημασία της, όμως, δεν εξαρτάται από το ποιος την είπε πρώτος. Για πρώτη φορά διατυπωνόταν με ιδιαίτερη σαφήνεια μια αρχή που ερχόταν σε σύγκρουση με αιώνες διοικητικής πρακτικής: Το κράτος δεν χρειάζεται να οργανώνει λεπτομερώς κάθε οικονομική δραστηριότητα για να υπάρξει οικονομική τάξη.

Η τάξη μπορεί να προκύπτει και από τη λειτουργία των ίδιων των οικονομικών σχέσεων. Αυτή η σκέψη θα αποτελέσει θεμέλιο για πολλές μεταγενέστερες θεωρίες της αγοράς.

Η φυσική τάξη δεν σημαίνει απουσία κανόνων

Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση. Οι Φυσιοκράτες δεν υποστήριζαν ότι μια οικονομία μπορεί να λειτουργήσει χωρίς νόμους, δικαιοσύνη ή προστασία της ιδιοκτησίας. Αντίθετα, θεωρούσαν την ασφάλεια της ιδιοκτησίας θεμελιώδη προϋπόθεση της παραγωγής.

Ένας γεωργός δεν θα επενδύσει στη βελτίωση της γης αν φοβάται ότι το αποτέλεσμα της εργασίας του μπορεί να κατασχεθεί αυθαίρετα. Ένας ιδιοκτήτης δεν θα χρηματοδοτήσει μακροχρόνιες βελτιώσεις αν δεν υπάρχει ασφάλεια δικαιωμάτων. Ένας έμπορος δεν θα αναλάβει κινδύνους αν οι κανόνες των συναλλαγών αλλάζουν συνεχώς.

Επομένως, η φυσική τάξη προϋπέθετε ένα θεσμικό πλαίσιο. Η οικονομική ελευθερία δεν ήταν αντίθετη με την ύπαρξη κράτους. Ήταν αντίθετη με την αυθαίρετη και στρεβλωτική χρήση της κρατικής εξουσίας. Αυτή η διάκριση παραμένει εξαιρετικά σημαντική. Μια αγορά δεν λειτουργεί σε θεσμικό κενό.

Χρειάζεται δικαιώματα ιδιοκτησίας, συμβάσεις, δικαστήρια και κανόνες που επιτρέπουν στις συναλλαγές να πραγματοποιούνται με προβλεψιμότητα.

Γιατί τα σιτηρά έγιναν το μεγαλύτερο οικονομικό πρόβλημα της Γαλλίας

Για να καταλάβουμε τη σημασία της φυσιοκρατικής πολιτικής, πρέπει να θυμηθούμε ότι η Γαλλία του 18ου αιώνα ήταν μια οικονομία στην οποία η γεωργία είχε τεράστια βαρύτητα. Το ψωμί αποτελούσε βασικό στοιχείο της διατροφής. Οι μεταβολές στην τιμή των σιτηρών μπορούσαν να επηρεάσουν άμεσα το βιοτικό επίπεδο μεγάλου μέρους του πληθυσμού.

Μια κακή σοδειά δεν ήταν απλώς ένα οικονομικό γεγονός. Μπορούσε να προκαλέσει κοινωνική αναταραχή. Για τον λόγο αυτό, οι γαλλικές αρχές είχαν αναπτύξει ένα σύνθετο σύστημα ρυθμίσεων για την εμπορία και τη διακίνηση των σιτηρών. Σκοπός πολλών από αυτές τις παρεμβάσεις ήταν να διατηρούνται οι προμήθειες και να αποτρέπονται ακραίες αυξήσεις των τιμών.

Οι Φυσιοκράτες θεωρούσαν ότι οι περιορισμοί αυτοί μπορούσαν να επιδεινώσουν το πρόβλημα που υποτίθεται ότι προσπαθούσαν να λύσουν. Αν ένας γεωργός δεν μπορεί να διαθέσει το προϊόν του εκεί όπου η τιμή είναι υψηλότερη, μειώνεται το κίνητρο να αυξήσει την παραγωγή.

Αν απαγορεύεται η ελεύθερη μεταφορά σιτηρών μεταξύ περιοχών, οι τοπικές ελλείψεις μπορεί να διαρκούν περισσότερο. Αν οι τιμές συγκρατούνται διοικητικά σε επίπεδα που δεν καλύπτουν το κόστος ή δεν προσφέρουν επαρκή απόδοση, οι παραγωγοί μπορεί να περιορίσουν τις επενδύσεις τους.

Η φυσιοκρατική απάντηση ήταν η απελευθέρωση του εμπορίου.

Η τιμή ως πληροφορία

Εδώ εμφανίζεται μια ιδέα που θα αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη θεωρητική σημασία στους επόμενους αιώνες. Η τιμή δεν είναι απλώς ένα ποσό που πληρώνει ο καταναλωτής. Μεταφέρει πληροφορίες για τις συνθήκες της αγοράς. Αν μια περιοχή αντιμετωπίζει έλλειψη σιτηρών, οι τιμές τείνουν να αυξάνονται. Η υψηλότερη τιμή μπορεί να προσελκύσει εμπόρους από περιοχές όπου τα σιτηρά είναι περισσότερο άφθονα.

Οι έμποροι έχουν κίνητρο να μεταφέρουν προϊόντα εκεί όπου η ανάγκη είναι μεγαλύτερη και η τιμή υψηλότερη. Η αύξηση της προσφοράς μπορεί να περιορίσει την αρχική άνοδο των τιμών. Έτσι η αγορά μπορεί, υπό κατάλληλες συνθήκες, να συμβάλει στην ανακατανομή των αγαθών.

Οι Φυσιοκράτες δεν είχαν διατυπώσει τη σύγχρονη θεωρία των τιμών ως αποκεντρωμένου μηχανισμού πληροφόρησης, όπως θα αναπτυχθεί πολύ αργότερα.

Ωστόσο, η υπεράσπιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των σιτηρών στηριζόταν σε μια συγγενή διαίσθηση: οι συναλλαγές και οι τιμές μπορούν να συντονίζουν την παραγωγή και τη διανομή καλύτερα από ορισμένες διοικητικές απαγορεύσεις.

Το επιχείρημα ήταν ισχυρό. Δεν ήταν όμως απαλλαγμένο από κινδύνους.

Όταν η οικονομική θεωρία συναντά την πείνα

Ας υποθέσουμε ότι μια κακή σοδειά μειώνει δραματικά την παραγωγή σιτηρών. Η προσφορά περιορίζεται και η τιμή του ψωμιού αυξάνεται. Για έναν οικονομολόγο που εξετάζει τα κίνητρα της αγοράς, η αύξηση της τιμής μπορεί να θεωρηθεί αναγκαίο σήμα για την προσέλκυση πρόσθετης προσφοράς.

Για μια οικογένεια που δαπανά μεγάλο μέρος του εισοδήματός της σε ψωμί, όμως, η ίδια αύξηση μπορεί να σημαίνει πείνα. Εδώ εμφανίζεται ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της οικονομικής πολιτικής. Μια αγορά μπορεί να λειτουργεί σύμφωνα με τα οικονομικά κίνητρα χωρίς το αποτέλεσμα να είναι κοινωνικά αποδεκτό.

Η ελεύθερη διαμόρφωση των τιμών δεν εγγυάται ότι όλοι διαθέτουν το εισόδημα που απαιτείται για να αγοράσουν τα αναγκαία αγαθά.
Η δυνατότητα πληρωμής δεν ταυτίζεται με την ανθρώπινη ανάγκη. Αυτή η διάκριση δεν αναιρεί τα επιχειρήματα υπέρ της ελευθερίας του εμπορίου.

Δείχνει όμως ότι η οικονομική αποτελεσματικότητα και η κοινωνική προστασία αποτελούν διαφορετικά, αν και αλληλένδετα, ζητήματα.

Η ιστορία της Γαλλίας θα προσφέρει ένα ιδιαίτερα δραματικό παράδειγμα.

Ο Turgot και η απελευθέρωση του εμπορίου σιτηρών

Ο Turgot είχε ήδη αποκτήσει σημαντική διοικητική εμπειρία ως βασιλικός διοικητής στη Λιμόζ. Εκεί είχε έρθει αντιμέτωπος με τη φτώχεια, τις αγροτικές δυσκολίες, τη φορολογία και τις συνέπειες των επισιτιστικών κρίσεων. Το 1774 ανέλαβε τη θέση του γενικού ελεγκτή των οικονομικών.

Μία από τις πρώτες σημαντικές πρωτοβουλίες του ήταν η απελευθέρωση του εσωτερικού εμπορίου σιτηρών. Η λογική του ήταν ότι η ελευθερία της εμπορίας θα ενίσχυε τα κίνητρα παραγωγής και θα επέτρεπε την αποτελεσματικότερη διακίνηση των τροφίμων. Όμως η συγκυρία αποδείχθηκε εξαιρετικά δύσκολη.

Οι κακές σοδειές και η άνοδος των τιμών δημιούργησαν έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια. Το 1775 ξέσπασαν ταραχές που έμειναν γνωστές ως Guerre des Farines - Πόλεμος των Αλεύρων. Σε διάφορες περιοχές σημειώθηκαν επιθέσεις σε εμπόρους, αγορές και αποθήκες σιτηρών, καθώς και προσπάθειες επιβολής χαμηλότερων τιμών από τα πλήθη.

Οι εξελίξεις αυτές δεν μπορούν να αποδοθούν απλουστευτικά αποκλειστικά στις μεταρρυθμίσεις του Turgot. Οι κακές σοδειές, η κοινωνική δυσπιστία, οι συνθήκες εφοδιασμού και οι πολιτικές συγκρούσεις έπαιξαν σημαντικό ρόλο. Ωστόσο, η κρίση αποκάλυψε τα όρια μιας οικονομικής μεταρρύθμισης που επιχειρείται σε συνθήκες έντονης κοινωνικής ανασφάλειας.

Η ελευθερία της αγοράς απαιτεί κοινωνική εμπιστοσύνη

Οι Φυσιοκράτες πίστευαν ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των σιτηρών θα μπορούσε να βελτιώσει τη λειτουργία της αγοράς. Αλλά οι πολίτες δεν αξιολογούσαν την πολιτική αυτή μόνο με βάση τις μακροχρόνιες οικονομικές της συνέπειες. Την αξιολογούσαν με βάση το αν μπορούσαν να αγοράσουν ψωμί την επόμενη ημέρα.

Όταν οι τιμές αυξάνονταν, πολλοί υποψιάζονταν ότι οι έμποροι αποθήκευαν σκόπιμα τα σιτηρά για να κερδοσκοπήσουν. Η δυσπιστία προς την αγορά και τους εμπόρους ήταν βαθιά. Η ελεύθερη διακίνηση των αγαθών μπορούσε να εμφανιστεί όχι ως μέσο βελτίωσης του εφοδιασμού, αλλά ως εγκατάλειψη της κοινωνίας στις διαθέσεις των κερδοσκόπων.

Αυτό μας οδηγεί σε μια σημαντική σύγχρονη παρατήρηση. Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις δεν πραγματοποιούνται σε ένα κοινωνικό κενό. Η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται και από την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, την αξιοπιστία της κυβέρνησης και την ικανότητα της κοινωνίας να αντιμετωπίσει τις βραχυχρόνιες επιπτώσεις.

Μια μεταρρύθμιση μπορεί να υπόσχεται μεγαλύτερη ευημερία στο μέλλον. Αλλά αν επιβάλλει άμεσο και μεγάλο κόστος σε ευάλωτα νοικοκυριά, μπορεί να συναντήσει αντίσταση πριν προλάβουν να εμφανιστούν τα αναμενόμενα οφέλη.

Turgot: ένας στοχαστής πέρα από τη Φυσιοκρατία

Παρότι ο Turgot συνδέεται στενά με τον φυσιοκρατικό κύκλο, δεν πρέπει να θεωρείται απλώς πιστός επαναλήπτης των απόψεων του Quesnay. Η οικονομική του σκέψη ήταν ευρύτερη.

Στο έργο του Réflexions sur la formation et la distribution des richesses - Στοχασμοί για τον σχηματισμό και τη διανομή του πλούτου - που γράφτηκε το 1766 και δημοσιεύθηκε το 1769–1770, εξέτασε τη δημιουργία και τη διανομή του πλούτου, τη συσσώρευση κεφαλαίου, τις αποταμιεύσεις, τις επενδύσεις και τον ρόλο των επιχειρηματιών. Η σημασία του έργου βρίσκεται στο ότι ο Turgot προσπάθησε να εξηγήσει όχι μόνο από πού προέρχεται το εισόδημα, αλλά και πώς το κεφάλαιο επιτρέπει την επέκταση της παραγωγής.


Κατεβάστε το "Réflexions sur la formation et la distribution des richesses" του Anne Robert Jacques Turgot

Turgot Reflexion Pdf

PDF – 660.3 KB 0 downloads

Ένας παραγωγός δεν μπορεί πάντοτε να περιμένει μέχρι να πουλήσει το τελικό προϊόν για να πληρώσει τους εργαζομένους και να αγοράσει τις αναγκαίες εισροές. Χρειάζεται προκαταβολικά διαθέσιμους πόρους. Χρειάζεται κεφάλαιο. Αυτό το κεφάλαιο μπορεί να προέρχεται από προηγούμενη αποταμίευση.

Έτσι ο Turgot συνέδεσε την αποταμίευση με τη χρηματοδότηση της παραγωγικής δραστηριότητας.

Το κεφάλαιο ως προϋπόθεση της παραγωγής

Ας φανταστούμε έναν αγρότη που θέλει να επεκτείνει την καλλιέργειά του. Χρειάζεται νέα εργαλεία, σπόρους, ζώα και πρόσθετη εργασία.
Όμως τα έσοδα από τη νέα παραγωγή θα εμφανιστούν μήνες αργότερα. Πώς θα χρηματοδοτήσει τις σημερινές δαπάνες;

Πρέπει να διαθέτει αποταμιευμένους πόρους ή να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από κάποιον άλλον. Αυτό είναι ένα από τα βασικά οικονομικά προβλήματα που αναγνώρισε ο Turgot. Η παραγωγή απαιτεί χρόνο.

Και επειδή απαιτεί χρόνο, χρειάζεται κεφάλαιο που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί πριν πραγματοποιηθούν τα έσοδα. Η οικονομική σημασία της αποταμίευσης δεν περιορίζεται, επομένως, στη συσσώρευση χρήματος. Η αποταμίευση μπορεί να επιτρέψει τη χρηματοδότηση επενδύσεων και την αύξηση της μελλοντικής παραγωγής.

Αυτή η αντίληψη συνδέεται με μια μακρά παράδοση θεωριών για το κεφάλαιο και τον τόκο που θα αναπτυχθούν πολύ περισσότερο στους επόμενους αιώνες.

Ο τόκος και η χρονική διάσταση της οικονομίας

Εδώ ο Turgot απομακρύνεται ακόμη περισσότερο από τη μεσαιωνική προβληματική που είδαμε στον Θωμά Ακινάτη. Για τον Ακινάτη, η χρέωση για την απλή χρήση του χρήματος δημιουργούσε σοβαρό ηθικό και εννοιολογικό πρόβλημα. Ο Turgot εξετάζει το ζήτημα μέσα από τη λειτουργία της οικονομίας και τη διάθεση του κεφαλαίου. Ένας άνθρωπος που διαθέτει αποταμιεύσεις μπορεί να τις χρησιμοποιήσει ο ίδιος, να αγοράσει περιουσιακά στοιχεία ή να τις δανείσει.

Αν τις δανείσει, παραιτείται για κάποιο διάστημα από τη δυνατότητα να τις χρησιμοποιήσει διαφορετικά. Ο τόκος μπορεί να θεωρηθεί η αμοιβή που προκύπτει από αυτή τη χρηματοδοτική σχέση. Δεν πρέπει να αποδώσουμε στον Turgot την πλήρως ανεπτυγμένη σύγχρονη θεωρία της χρονικής αξίας του χρήματος.

Όμως η ανάλυσή του αναγνώριζε τη σημασία του χρόνου, της αποταμίευσης, της διαθεσιμότητας κεφαλαίου και των εναλλακτικών χρήσεών του.

Αυτό αποτελεί σημαντικό βήμα στην ιστορία της θεωρίας του κεφαλαίου.

Ο επιχειρηματίας και η ανάληψη κινδύνου

Ο Turgot διέκρινε επίσης διαφορετικούς οικονομικούς ρόλους. Ο κάτοχος κεφαλαίου δεν είναι αναγκαστικά το ίδιο πρόσωπο με εκείνον που οργανώνει την παραγωγή. Ένας επιχειρηματίας μπορεί να χρειάζεται χρηματοδότηση για να αγοράσει πρώτες ύλες, να προσλάβει εργαζομένους και να διαθέσει το προϊόν στην αγορά. Αναλαμβάνει την ευθύνη να συνδυάσει τους παραγωγικούς πόρους.

Αλλά το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι εξασφαλισμένο. Η παραγωγή μπορεί να αποδειχθεί περισσότερο ή λιγότερο αποδοτική από ό,τι αναμενόταν. Οι τιμές μπορεί να μεταβληθούν. Η ζήτηση μπορεί να αποδειχθεί μικρότερη.

Έτσι η επιχειρηματική δραστηριότητα συνδέεται με την προκαταβολή κεφαλαίου και την αβεβαιότητα του οικονομικού αποτελέσματος.

Ο Turgot δεν διατύπωσε τη μεταγενέστερη ολοκληρωμένη θεωρία της επιχειρηματικότητας. Ωστόσο, συνέβαλε στην αναγνώριση της σημασίας του κεφαλαίου και της οργάνωσης της παραγωγής. Αυτό θα αποτελέσει γέφυρα προς την κλασική οικονομική σκέψη.

Η φορολογία: γιατί οι Φυσιοκράτες ήθελαν έναν φόρο στη γη;

Οι Φυσιοκράτες θεωρούσαν τη γεωργία μοναδική πηγή καθαρού προϊόντος. Από αυτή την παραδοχή προέκυπτε η ιδέα του impôt unique, του ενιαίου φόρου στη γαιοπρόσοδο.

Η πρόταση αυτή είχε δύο διαστάσεις.

Η πρώτη ήταν θεωρητική. Αν το καθαρό πλεόνασμα δημιουργείται στη γη, τότε η φορολογία πρέπει να επιβαρύνει αυτό το πλεόνασμα και όχι να παρεμβαίνει σε κάθε στάδιο της παραγωγής και της εμπορίας.

Η δεύτερη ήταν διοικητική. Το γαλλικό φορολογικό σύστημα ήταν εξαιρετικά περίπλοκο. Διαφορετικές κοινωνικές ομάδες απολάμβαναν διαφορετικά προνόμια. Οι φόροι δεν κατανέμονταν ομοιόμορφα. Η είσπραξή τους μπορούσε να είναι δαπανηρή και αναποτελεσματική.

Οι Φυσιοκράτες ήθελαν ένα απλούστερο και περισσότερο συνεκτικό σύστημα. Η πρόταση δεν ήταν απλώς "λιγότεροι φόροι". Ήταν μια προσπάθεια να συνδεθεί η φορολογία με τη θεωρία της παραγωγής και της διανομής του πλεονάσματος.

Από τον ενιαίο φόρο στη σύγχρονη φορολογία της γης

Η φυσιοκρατική θεωρία για την αποκλειστική παραγωγικότητα της γεωργίας δεν έγινε αποδεκτή από τη μεταγενέστερη οικονομική επιστήμη. Ωστόσο, η ιδέα της φορολόγησης της γαιοπροσόδου απέκτησε σημαντική μεταγενέστερη ιστορία. Η γη έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Η συνολική φυσική προσφορά της δεν αυξάνεται απλώς επειδή αυξάνεται η τιμή της.

Αυτό δημιουργεί ενδιαφέρουσες δυνατότητες φορολόγησης της αξίας της γης, ιδίως όταν η φορολογία διαχωρίζεται από την αξία των κτισμάτων και των βελτιώσεων. Πολύ αργότερα, ο Henry George θα αναπτύξει μια διαφορετική και ιδιαίτερα επιδραστική επιχειρηματολογία υπέρ της φορολόγησης της αξίας της γης.

Δεν πρόκειται για απλή συνέχεια της Φυσιοκρατίας. Οι θεωρητικές αφετηρίες διαφέρουν. Ωστόσο, υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ιστορική συγγένεια: η αναζήτηση φορολογικών βάσεων που θα επιβαρύνουν την οικονομική πρόσοδο χωρίς να αποθαρρύνουν υπερβολικά την παραγωγική δραστηριότητα.

Η σύγχρονη οικονομική ανάλυση αντιμετωπίζει τη φορολογία της γης ως ζήτημα κινήτρων, αποτελεσματικότητας, κατανομής βαρών και διοικητικής εφαρμογής. Οι Φυσιοκράτες έφτασαν στο ζήτημα αυτό από μια διαφορετική θεωρία για την πηγή του πλούτου.

Το 1776: έξι διατάγματα και μια πολιτική ήττα

Η μεταρρυθμιστική προσπάθεια του Turgot κορυφώθηκε το 1776. Τον Φεβρουάριο εκείνης της χρονιάς προώθησε έξι σημαντικά διατάγματα. Μεταξύ των πιο γνωστών ήταν η προσπάθεια κατάργησης των συντεχνιακών περιορισμών και η αντικατάσταση της corvée royale, της υποχρεωτικής εργασίας για δημόσια έργα, με χρηματική επιβάρυνση που θα κατανέμονταν ευρύτερα στους ιδιοκτήτες γης.

Η κατάργηση των συντεχνιακών προνομίων αποτελούσε ιδιαίτερα σημαντική παρέμβαση. Στο Παλαιό Καθεστώς, η πρόσβαση σε πολλά επαγγέλματα ελεγχόταν από συντεχνίες. Οι συντεχνίες μπορούσαν να καθορίζουν ποιος είχε δικαίωμα να ασκήσει ένα επάγγελμα, υπό ποιες προϋποθέσεις και με ποιους περιορισμούς.

Για τους μεταρρυθμιστές, αυτό αποτελούσε εμπόδιο στην εργασία, στην επιχειρηματικότητα και στον ανταγωνισμό. Η απελευθέρωση των επαγγελμάτων μπορούσε να διευκολύνει την είσοδο νέων παραγωγών και να περιορίσει τα προνόμια των ήδη εγκατεστημένων.

Αλλά οι συντεχνίες δεν επρόκειτο να παραδώσουν αμαχητί τα δικαιώματά τους. Ούτε οι άλλες προνομιούχες ομάδες του βασιλείου. Η αντίδραση υπήρξε ισχυρή. Τον Μάιο του 1776 ο Turgot απομακρύνθηκε από την κυβέρνηση. Μέρος των μεταρρυθμίσεών του ανατράπηκε. Η μεγάλη προσπάθεια μετασχηματισμού της γαλλικής οικονομίας είχε αποτύχει πολιτικά.

Γιατί απέτυχε ο Turgot;

Η εύκολη απάντηση θα ήταν ότι οι προνομιούχες τάξεις υπερασπίστηκαν τα συμφέροντά τους. Αυτό είναι σημαντικό μέρος της ιστορίας, αλλά όχι ολόκληρη η εξήγηση. Ο Turgot προσπάθησε να εφαρμόσει ένα φιλόδοξο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα σε μια κοινωνία με βαθιές θεσμικές ανισότητες, σοβαρές δημοσιονομικές δυσκολίες και περιορισμένη εμπιστοσύνη στην πολιτική εξουσία.

Οι μεταρρυθμίσεις δημιουργούσαν άμεσα και ορατά κόστη για συγκεκριμένες ομάδες. Τα ενδεχόμενα μακροχρόνια οφέλη ήταν περισσότερο αβέβαια και διάχυτα. Μια συντεχνία γνώριζε ακριβώς ποιο προνόμιο κινδύνευε να χάσει. Ένας καταναλωτής δεν μπορούσε να γνωρίζει με βεβαιότητα πόσο θα μειώνονταν οι τιμές στο μέλλον. Ένας γαιοκτήμονας αντιλαμβανόταν άμεσα τη νέα φορολογική επιβάρυνση.

Ένας μελλοντικός επιχειρηματίας, που ενδεχομένως θα ωφελούνταν από την απελευθέρωση της αγοράς, μπορεί να μην είχε ακόμη δημιουργήσει την επιχείρησή του.

Αυτό είναι ένα κλασικό πρόβλημα πολιτικής οικονομίας. Οι χαμένοι μιας μεταρρύθμισης μπορεί να είναι οργανωμένοι, ενώ οι μελλοντικοί κερδισμένοι να είναι διάσπαρτοι ή ακόμη και ανύπαρκτοι ως οργανωμένη ομάδα.

Η οικονομική λογική δεν αρκεί για να εξασφαλίσει πολιτική συναίνεση.

Open University Insight

Γιατί οι μεταρρυθμίσεις αποτυγχάνουν ακόμη και όταν υπόσχονται μεγαλύτερη ευημερία Η ιστορία του Turgot μας επιτρέπει να καταλάβουμε ένα πρόβλημα που συναντάμε συνεχώς στις σύγχρονες οικονομίες. Μια κυβέρνηση προτείνει την απελευθέρωση ενός επαγγέλματος. Οι ήδη εγκατεστημένοι επαγγελματίες φοβούνται την αύξηση του ανταγωνισμού. Οι μελλοντικοί επαγγελματίες μπορεί να ωφεληθούν, αλλά δεν διαθέτουν ακόμη ισχυρή εκπροσώπηση.

Οι καταναλωτές μπορεί να κερδίσουν από χαμηλότερες τιμές ή καλύτερες υπηρεσίες, αλλά το όφελος για τον καθένα χωριστά είναι σχετικά μικρό. Έτσι μια μεταρρύθμιση με δυνητικά θετικό συνολικό αποτέλεσμα μπορεί να αντιμετωπίσει δυσανάλογα ισχυρή αντίσταση.

Η σύγχρονη θεωρία της δημόσιας επιλογής, των ομάδων συμφερόντων και της πολιτικής οικονομίας θα εξετάσει συστηματικά τέτοιους μηχανισμούς.

Ο Turgot δεν είχε διατυπώσει αυτές τις θεωρίες. Η εμπειρία του, όμως, αποτελεί ένα εξαιρετικό ιστορικό παράδειγμα. Η οικονομική αποτελεσματικότητα και η πολιτική εφικτότητα δεν είναι το ίδιο πράγμα. Και μια επιτυχημένη μεταρρύθμιση απαιτεί όχι μόνο σωστό οικονομικό σχεδιασμό, αλλά και κατανόηση της κατανομής των ωφελειών, των απωλειών και των κινήτρων.

Οι Φυσιοκράτες και το παράδοξο της «φωτισμένης δεσποτείας»

Υπάρχει ένα ακόμη στοιχείο της φυσιοκρατικής σκέψης που αξίζει ιδιαίτερη προσοχή. Οι Φυσιοκράτες υποστήριζαν την οικονομική ελευθερία, αλλά δεν ήταν όλοι υπέρμαχοι της πολιτικής δημοκρατίας. Αρκετοί πίστευαν ότι ένας ισχυρός, φωτισμένος μονάρχης μπορούσε να εφαρμόσει τη φυσική τάξη αποτελεσματικότερα από ένα σύστημα στο οποίο διαφορετικά συμφέροντα εμπόδιζαν τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις.

Ο όρος despotisme légal - νόμιμος δεσποτισμός, που συνδέθηκε ιδιαίτερα με τον φυσιοκράτη Pierre-Paul Le Mercier de la Rivière, εκφράζει αυτή την αντίληψη. Η ιδέα ήταν ότι η πολιτική εξουσία πρέπει να είναι ισχυρή, αλλά να δεσμεύεται από τους νόμους της φυσικής τάξης.

Για τον σημερινό αναγνώστη υπάρχει εδώ μια εμφανής ένταση. Πώς μπορεί μια θεωρία που υπερασπίζεται την οικονομική ελευθερία να συμβιβάζεται με μια τόσο συγκεντρωτική αντίληψη πολιτικής εξουσίας;

Η απάντηση βρίσκεται στο ιστορικό πλαίσιο. Οι Φυσιοκράτες δεν ταύτιζαν την οικονομική ελευθερία με τη λαϊκή κυριαρχία. Πίστευαν ότι οι σωστοί οικονομικοί κανόνες μπορούν να ανακαλυφθούν μέσω της λογικής και ότι η εξουσία οφείλει να τους εφαρμόσει.

Η πολιτική νομιμοποίηση, με τη σύγχρονη δημοκρατική έννοια, δεν αποτελούσε τον πυρήνα της θεωρίας τους. Αυτό μας θυμίζει ότι η ιστορία του οικονομικού φιλελευθερισμού δεν ταυτίζεται πάντοτε με την ιστορία του πολιτικού φιλελευθερισμού.

Τι πρόσφεραν τελικά οι Φυσιοκράτες στην οικονομική επιστήμη;

Ας απομακρυνθούμε για λίγο από τις λεπτομέρειες της γαλλικής πολιτικής. Η πραγματική ιστορική σημασία των Φυσιοκρατών βρίσκεται σε τέσσερις μεγάλες συνεισφορές.

Πρώτον, προσπάθησαν να εντοπίσουν την πηγή του οικονομικού πλεονάσματος. Η απάντησή τους - ότι μόνο η γεωργία δημιουργεί καθαρό προϊόν - ήταν λανθασμένη ως γενική οικονομική θεωρία. Αλλά το ερώτημα ήταν θεμελιώδες.

Δεύτερον, ο Quesnay επιχείρησε να περιγράψει την οικονομία ως ενιαίο σύστημα αλληλεξαρτώμενων ροών. Αυτό αποτέλεσε σημαντικό βήμα προς τη συστημική οικονομική ανάλυση.

Τρίτον, οι Φυσιοκράτες ανέπτυξαν μια συνεκτική κριτική των αυθαίρετων οικονομικών περιορισμών. Υποστήριξαν ότι η ελευθερία της παραγωγής και των συναλλαγών μπορεί να δημιουργεί καλύτερα αποτελέσματα από τη διαρκή διοικητική καθοδήγηση.

Τέταρτον, συνέδεσαν την οικονομική θεωρία με ένα πρόγραμμα θεσμικών και φορολογικών μεταρρυθμίσεων. Η οικονομία δεν ήταν πλέον μόνο ένα σύνολο παρατηρήσεων για τις τιμές, το χρήμα ή το εμπόριο. Γινόταν ένα πεδίο στο οποίο μπορούσε κανείς να αναζητήσει γενικές αρχές, να κατασκευάσει υποδείγματα και να προτείνει πολιτικές.

Αυτό ήταν ένα σημαντικό βήμα προς τη συγκρότηση της οικονομικής επιστήμης.

Η γέφυρα προς τον Adam Smith

Ο Adam Smith γνώριζε τη φυσιοκρατική σκέψη. Κατά την παραμονή του στη Γαλλία τη δεκαετία του 1760 ήρθε σε επαφή με τον Quesnay και άλλους Γάλλους στοχαστές. Στον "Πλούτο των Εθνών" αναφέρθηκε με σεβασμό στο φυσιοκρατικό σύστημα, παρότι διαφώνησε με τη βασική θέση ότι μόνο η γεωργία είναι παραγωγική.

Για τον Smith, η εργασία μπορούσε να δημιουργεί αξία σε πολλούς διαφορετικούς τομείς της οικονομίας. Η γεωργία δεν διέθετε το αποκλειστικό προνόμιο της παραγωγικότητας. Η μεταποίηση, το εμπόριο και η εξειδίκευση είχαν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του πλούτου. Ωστόσο, οι Φυσιοκράτες είχαν ήδη προετοιμάσει το έδαφος για μια μεγάλη αλλαγή. Η οικονομική ευημερία δεν εξαρτάται απλώς από το πόσο χρυσό συγκεντρώνει ένα κράτος.

Εξαρτάται από την παραγωγή, την οργάνωση της οικονομίας, τα κίνητρα και τους θεσμούς. Αυτή η μετατόπιση θα αποτελέσει θεμέλιο της κλασικής οικονομικής σκέψης.

Από τον Μερκαντιλισμό στη Φυσιοκρατία: δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τον πλούτο

Η σύγκριση των δύο ρευμάτων αποκαλύπτει πόσο μεγάλη ήταν η αλλαγή. Για πολλούς Μερκαντιλιστές, το βασικό πρόβλημα ήταν η ενίσχυση της εθνικής οικονομικής και πολιτικής ισχύος μέσω εμπορίου, παραγωγής και ευνοϊκών εξωτερικών συναλλαγών.

Για τους Φυσιοκράτες, το βασικό πρόβλημα ήταν η δημιουργία και η κυκλοφορία του καθαρού προϊόντος μέσα στην οικονομία. Οι Μερκαντιλιστές συχνά υποστήριζαν δασμούς, μονοπωλιακά προνόμια και κρατική καθοδήγηση συγκεκριμένων δραστηριοτήτων.

Οι Φυσιοκράτες έβλεπαν σε πολλούς από αυτούς τους περιορισμούς εμπόδια στη φυσική λειτουργία της παραγωγής και των συναλλαγών.

Οι πρώτοι ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για την οικονομική ισχύ του κράτους. Οι δεύτεροι προσπάθησαν να ανακαλύψουν τους νόμους που διέπουν την παραγωγή και την αναπαραγωγή του κοινωνικού πλούτου.

Και οι δύο προσεγγίσεις είχαν αδυναμίες. Αλλά η σύγκρουσή τους βοήθησε την οικονομική σκέψη να μετακινηθεί από τη διαχείριση του εθνικού εμπορίου προς τη μελέτη της λειτουργίας ολόκληρης της οικονομίας.

Open University Insight

Το σημαντικότερο μάθημα του Turgot: οι θεσμοί καθορίζουν τα οικονομικά αποτελέσματα. Ο Turgot πίστευε ότι η οικονομία μπορούσε να λειτουργήσει καλύτερα αν καταργούνταν πολλοί από τους περιορισμούς που εμπόδιζαν την εργασία, την παραγωγή και το εμπόριο.

Η εμπειρία του έδειξε όμως ότι οι περιορισμοί αυτοί δεν υπήρχαν τυχαία.

  • Είχαν δημιουργήσει συμφέροντα.
  • Είχαν ενσωματωθεί στους θεσμούς.
  • Είχαν αποκτήσει πολιτικούς υπερασπιστές.

Αυτό μας οδηγεί σε μια θεμελιώδη διάκριση. Άλλο είναι να γνωρίζουμε ποιο οικονομικό σύστημα θα μπορούσε να λειτουργεί καλύτερα και άλλο να γνωρίζουμε πώς μπορούμε να μεταβούμε σε αυτό. Η μετάβαση απαιτεί χρόνο, θεσμική ικανότητα, κοινωνική εμπιστοσύνη και διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων.

Η σύγχρονη θεσμική οικονομική επιστήμη θα εξετάσει πολύ αργότερα με μεγαλύτερη συστηματικότητα αυτά τα προβλήματα. Η ιστορία του Turgot, όμως, αποδεικνύει πόσο παλιά είναι τα ερωτήματα.


Από τον Quesnay στον Adam Smith: Πώς γεννήθηκε η ιδέα ότι η οικονομία είναι ένα σύστημα

Το 1758, όταν ο François Quesnay παρουσίασε το περίφημο Tableau Économique, δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι η προσπάθειά του να περιγράψει την οικονομία της Γαλλίας θα αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς στην ιστορία της οικονομικής ανάλυσης. Η θεωρία του είχε ένα θεμελιώδες λάθος. Πίστευε ότι μόνο η γεωργία δημιουργούσε καθαρό οικονομικό πλεόνασμα. Η ιστορία θα τον διαψεύσει. Η Βιομηχανική Επανάσταση θα αποδείξει ότι η μεταποίηση μπορεί να μετασχηματίσει την παραγωγική ικανότητα μιας κοινωνίας. Αργότερα, η ανάπτυξη των υπηρεσιών, της τεχνολογίας και της οικονομίας της γνώσης θα καταστήσει ακόμη πιο εμφανή τα όρια της φυσιοκρατικής αντίληψης.

Και όμως, η συμβολή του Quesnay υπήρξε καθοριστική. Διότι έκανε κάτι που ελάχιστοι πριν από αυτόν είχαν επιχειρήσει με τέτοια συστηματικότητα. Δεν προσπάθησε απλώς να εξηγήσει πώς διαμορφώνεται μια τιμή, πώς λειτουργεί ένα εμπόριο ή πώς μπορεί να αυξηθεί το εισόδημα ενός βασιλείου. Προσπάθησε να εξηγήσει πώς λειτουργεί η οικονομία ως σύνολο.

  • Πώς η παραγωγή δημιουργεί εισοδήματα.
  • Πώς τα εισοδήματα μετατρέπονται σε δαπάνες.
  • Πώς οι δαπάνες μιας κοινωνικής τάξης δημιουργούν έσοδα για μια άλλη.
  • Και πώς ολόκληρη αυτή η διαδικασία επιτρέπει στην οικονομία να αναπαράγεται από τη μία περίοδο στην επόμενη.

Αυτή ήταν η μεγάλη ανακάλυψη των Φυσιοκρατών. Όχι ότι η γη είναι η μοναδική πηγή πλούτου. Αλλά ότι ο πλούτος δεν μπορεί να γίνει κατανοητός αν δεν εξετάσουμε τις σχέσεις ανάμεσα στα διαφορετικά μέρη της οικονομίας.

Το Tableau Économique: η πρώτη μεγάλη απόπειρα οικονομικής χαρτογράφησης

Ας επιστρέψουμε για λίγο στον Οικονομικό Πίνακα του Quesnay. Η οικονομία χωριζόταν σε τρεις μεγάλες κοινωνικές τάξεις. Η πρώτη ήταν η παραγωγική τάξη, δηλαδή οι γεωργοί. Η δεύτερη ήταν η τάξη των ιδιοκτητών της γης. Η τρίτη ήταν η λεγόμενη "στείρα τάξη", στην οποία περιλαμβάνονταν οι βιοτέχνες, οι μεταποιητές και οι έμποροι. Οι χαρακτηρισμοί αυτοί αντανακλούσαν τη φυσιοκρατική θεωρία για την παραγωγή και δεν αποτελούν κατηγορίες που αποδέχεται η σύγχρονη οικονομική επιστήμη. Ο Quesnay υποστήριζε ότι η γεωργία δημιουργούσε ένα καθαρό πλεόνασμα, το οποίο εμφανιζόταν ως γαιοπρόσοδος. Οι γαιοκτήμονες χρησιμοποιούσαν αυτό το εισόδημα για να αγοράζουν γεωργικά και βιοτεχνικά προϊόντα.

Οι βιοτέχνες χρησιμοποιούσαν μέρος των εσόδων τους για να αγοράζουν τρόφιμα και πρώτες ύλες. Οι γεωργοί αγόραζαν εργαλεία και άλλα προϊόντα που χρειάζονταν για την επόμενη παραγωγική περίοδο. Έτσι το εισόδημα κυκλοφορούσε ανάμεσα στις τρεις τάξεις. Αν οι συναλλαγές πραγματοποιούνταν με τον τρόπο που προέβλεπε το υπόδειγμα, η οικονομία μπορούσε να αναπαράγει τις συνθήκες παραγωγής της. Αν όμως οι αναγκαίες δαπάνες και εισροές διαταράσσονταν, μπορούσε να επηρεαστεί και η παραγωγή της επόμενης περιόδου. Η οικονομία, επομένως, δεν αποτελούσε μια απλή συλλογή ανεξάρτητων δραστηριοτήτων. Ήταν ένα σύστημα αλληλεξαρτήσεων.

Και αυτό ήταν το πραγματικά πρωτοποριακό στοιχείο του Tableau.

Η οικονομία ως κυκλική ροή εισοδήματος

Σήμερα θεωρούμε αυτονόητο ότι οι δαπάνες ενός οικονομικού παράγοντα αποτελούν εισόδημα για κάποιον άλλον. Όταν μια επιχείρηση πληρώνει μισθούς, οι εργαζόμενοί της αποκτούν εισόδημα. Όταν οι εργαζόμενοι αγοράζουν προϊόντα, οι επιχειρήσεις αποκτούν έσοδα. Όταν οι επιχειρήσεις αγοράζουν πρώτες ύλες και υπηρεσίες, δημιουργούν έσοδα για άλλες επιχειρήσεις. Όταν το κράτος πληρώνει εργαζομένους ή προμηθευτές, οι δαπάνες του μετατρέπονται σε εισόδημα για τον ιδιωτικό τομέα. Και όταν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις πληρώνουν φόρους, ένα μέρος των εισοδημάτων τους μεταφέρεται στο κράτος. Αυτή η συνεχής αλληλεξάρτηση βρίσκεται στον πυρήνα της σύγχρονης έννοιας της κυκλικής ροής του εισοδήματος.

Η βασική ιδέα είναι ότι η παραγωγή, το εισόδημα και η δαπάνη αποτελούν διαφορετικές όψεις της ίδιας οικονομικής δραστηριότητας. Ας υποθέσουμε ότι μια οικονομία παράγει αγαθά και υπηρεσίες αξίας 100 δισ. ευρώ. Η παραγωγή αυτή δημιουργεί εισοδήματα για εργαζομένους, επιχειρήσεις και κατόχους παραγωγικών συντελεστών. Τα εισοδήματα αυτά χρησιμοποιούνται για κατανάλωση, αποταμίευση, πληρωμή φόρων και άλλες συναλλαγές. Η συνολική δαπάνη για την εγχώρια παραγωγή μπορεί να προέρχεται από νοικοκυριά, επιχειρήσεις, κράτος και εξωτερικό. Στους σύγχρονους εθνικούς λογαριασμούς, η αξία της τελικής παραγωγής, το εισόδημα που δημιουργείται από αυτήν και η αντίστοιχη τελική δαπάνη συνδέονται μέσω λογιστικών ταυτοτήτων.

Ο Quesnay δεν διέθετε αυτές τις σύγχρονες έννοιες. Δεν είχε το ΑΕΠ, τη σύγχρονη στατιστική των εθνικών λογαριασμών ή τα μαθηματικά εργαλεία της μακροοικονομίας. Όμως είχε αντιληφθεί κάτι ουσιώδες: Για να καταλάβουμε την οικονομία, πρέπει να παρακολουθήσουμε όχι μόνο την παραγωγή του πλούτου, αλλά και την κυκλοφορία του.

3. Από τον Quesnay στον Wassily Leontief

Σχεδόν δύο αιώνες αργότερα, ένας οικονομολόγος θα αναπτύξει ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία για τη μελέτη της οικονομικής αλληλεξάρτησης. Ο Wassily Leontief, ο οποίος τιμήθηκε με το Νόμπελ Οικονομικών το 1973, ανέπτυξε τη σύγχρονη ανάλυση εισροών–εκροών (input–output analysis). Η βασική ιδέα της είναι ότι κάθε παραγωγικός κλάδος αγοράζει προϊόντα και υπηρεσίες από άλλους κλάδους και ταυτόχρονα πουλά τη δική του παραγωγή σε άλλες επιχειρήσεις ή στην τελική ζήτηση. Μια αυτοκινητοβιομηχανία χρειάζεται χάλυβα, ηλεκτρονικά εξαρτήματα, ενέργεια, μεταφορές και υπηρεσίες.

Η βιομηχανία χάλυβα χρειάζεται ενέργεια, μεταλλεύματα, μηχανήματα και μεταφορές. Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας χρειάζεται καύσιμα, εξοπλισμό και υπηρεσίες συντήρησης. Έτσι οι παραγωγικοί κλάδοι σχηματίζουν ένα δίκτυο αλληλεξαρτήσεων. Η ανάλυση εισροών–εκροών επιτρέπει να εκτιμήσουμε πόση πρόσθετη παραγωγή χρειάζεται σε διαφορετικούς κλάδους όταν αυξάνεται η τελική ζήτηση για ένα προϊόν. 

Ας υποθέσουμε ότι αυξάνεται η ζήτηση για κατοικίες. Δεν επηρεάζεται μόνο ο κατασκευαστικός κλάδος. Αυξάνεται ενδεχομένως η ζήτηση για τσιμέντο, χάλυβα, ηλεκτρολογικό εξοπλισμό, ξυλεία, μεταφορές και επαγγελματικές υπηρεσίες. Η αρχική μεταβολή μπορεί να προκαλέσει μια ακολουθία παραγωγικών επιδράσεων. Η σύγχρονη ανάλυση εισροών–εκροών περιγράφει αυτές τις σχέσεις με μαθηματικά υποδείγματα και λεπτομερή στατιστικά στοιχεία. Δεν είναι το ίδιο πράγμα με το Tableau Économique. Το υπόδειγμα του Quesnay είχε διαφορετική δομή, διαφορετικές κοινωνικές κατηγορίες και διαφορετική θεωρία για το καθαρό προϊόν. Ωστόσο, υπάρχει μια σημαντική ιστορική συγγένεια. Και οι δύο προσεγγίσεις επιχειρούν να απαντήσουν στο ερώτημα: Πώς συνδέεται η δραστηριότητα ενός μέρους της οικονομίας με τη δραστηριότητα των υπόλοιπων μερών;

Αυτή η ιδέα είναι σήμερα απαραίτητη για τη μελέτη των παραγωγικών αλυσίδων, των οικονομικών διαταραχών και της διακλαδικής εξάρτησης.

4. Η μεγάλη αδυναμία: γιατί η γεωργία δεν είναι η μοναδική παραγωγική δραστηριότητα

Η σημαντικότερη θεωρητική αδυναμία των Φυσιοκρατών ήταν η πεποίθηση ότι μόνο η γεωργία δημιουργεί καθαρό προϊόν.  Στην αντίληψή τους, η γη αποτελούσε τη βασική πηγή του οικονομικού πλεονάσματος. Η μεταποίηση και το εμπόριο θεωρούνταν χρήσιμες δραστηριότητες, αλλά δεν δημιουργούσαν καθαρό προϊόν με την ειδική φυσιοκρατική έννοια. Η μεταγενέστερη οικονομική επιστήμη απέρριψε αυτή τη διάκριση. Σήμερα γνωρίζουμε ότι η οικονομική αξία μπορεί να δημιουργείται σε όλους τους παραγωγικούς κλάδους. Μια βιομηχανία μπορεί να μετατρέπει πρώτες ύλες σε προϊόντα πολύ μεγαλύτερης αξίας. Μια εταιρεία λογισμικού μπορεί να δημιουργεί υπηρεσίες που αυξάνουν την παραγωγικότητα χιλιάδων επιχειρήσεων. Ένας οργανισμός μεταφορών μπορεί να καθιστά διαθέσιμα αγαθά εκεί όπου χρειάζονται. Μια επιχείρηση τηλεπικοινωνιών μπορεί να δημιουργεί υποδομές που επιτρέπουν νέες οικονομικές δραστηριότητες.

Η αξία δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη φυσική παραγωγή υλικών αγαθών. Η γνώση, η τεχνολογία, η οργάνωση, η εξειδίκευση και η παροχή υπηρεσιών μπορούν επίσης να συμβάλλουν στην παραγωγή πραγματικού οικονομικού πλούτου. Η ιστορική ειρωνεία είναι εντυπωσιακή. Οι Φυσιοκράτες αναζητούσαν τους νόμους της οικονομικής παραγωγής λίγο πριν η Βιομηχανική Επανάσταση ανατρέψει τη βασική τους παραδοχή για το πού δημιουργείται το πλεόνασμα.

5. Adam Smith: ο άνθρωπος που διεύρυνε την έννοια της παραγωγής

Ο Adam Smith γνώρισε τη φυσιοκρατική σκέψη κατά την παραμονή του στη Γαλλία τη δεκαετία του 1760. Συναντήθηκε με τον Quesnay και ήρθε σε επαφή με το περιβάλλον των Γάλλων οικονομικών μεταρρυθμιστών. Στον Πλούτο των Εθνών, το 1776, αντιμετώπισε τη Φυσιοκρατία με αξιοσημείωτο σεβασμό. Θεωρούσε ότι το φυσιοκρατικό σύστημα, παρά τις αδυναμίες του, βρισκόταν πλησιέστερα στην αλήθεια από το μερκαντιλιστικό σύστημα. Η βασική του διαφωνία ήταν ότι η παραγωγική δραστηριότητα δεν περιορίζεται στη γεωργία. Ο Smith αναγνώριζε την παραγωγικότητα της μεταποίησης και ανέπτυξε μια πολύ ευρύτερη θεωρία για τον καταμερισμό της εργασίας, τη συσσώρευση κεφαλαίου και την αύξηση της παραγωγικής ικανότητας.

Η οικονομία μπορούσε να γίνει πλουσιότερη όχι μόνο επειδή καλλιεργούσε περισσότερη γη, αλλά επειδή οι εργαζόμενοι εξειδικεύονταν, οι επιχειρήσεις οργάνωναν αποτελεσματικότερα την παραγωγή και η τεχνολογία επέτρεπε την παραγωγή περισσότερων αγαθών με τους ίδιους πόρους. Αυτό αποτελούσε μια τεράστια θεωρητική διεύρυνση. Οι Φυσιοκράτες είχαν μετακινήσει την οικονομική σκέψη από τη συσσώρευση πολύτιμων μετάλλων στην παραγωγή. Ο Smith θα προχωρούσε στην αναζήτηση των αιτιών που επιτρέπουν στην παραγωγή να αυξάνεται διαχρονικά.

Το ερώτημα δεν ήταν πλέον μόνο πού δημιουργείται το καθαρό προϊόν. Ήταν: Γιατί ορισμένες κοινωνίες μπορούν να παράγουν ολοένα περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες και να βελτιώνουν το επίπεδο ζωής τους;

6. Η φυσική τάξη και η «αόρατη χείρα»: μια συγγένεια, όχι ταύτιση

Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα σχέση ανάμεσα στη φυσιοκρατική αντίληψη της φυσικής τάξης και στη μεταγενέστερη συζήτηση για την "αόρατη χείρα" του Adam Smith. Οι Φυσιοκράτες υποστήριζαν ότι η οικονομία διαθέτει μια φυσική τάξη που δεν πρέπει να διαταράσσεται από αυθαίρετες κρατικές παρεμβάσεις. Ο Smith θα αναπτύξει μια διαφορετική ανάλυση για τον τρόπο με τον οποίο οι ατομικές οικονομικές αποφάσεις μπορούν, υπό ορισμένες συνθήκες, να συμβάλλουν σε ευρύτερα κοινωνικά αποτελέσματα. Η συγγένεια βρίσκεται στην αναγνώριση ότι η οικονομική οργάνωση δεν απαιτεί πάντοτε λεπτομερή κεντρική καθοδήγηση. Αλλά οι δύο θεωρίες δεν είναι ταυτόσημες.

Η φυσιοκρατική φυσική τάξη στηριζόταν σε μια ιδιαίτερη αντίληψη για τη γη, το καθαρό προϊόν και τους φυσικούς νόμους της κοινωνίας. Η ανάλυση του Smith επικεντρωνόταν περισσότερο στον καταμερισμό της εργασίας, στον ανταγωνισμό, στα κίνητρα, στη συσσώρευση κεφαλαίου και στη λειτουργία των αγορών. Επιπλέον, η "αόρατη χείρα" δεν αποτελεί στον Smith έναν γενικό ισχυρισμό ότι κάθε ατομική επιδίωξη συμφέροντος παράγει πάντοτε το καλύτερο δυνατό κοινωνικό αποτέλεσμα. Ο ίδιος αναγνώριζε προβλήματα μονοπωλίων, συμπαιγνίας, προνομίων και στρεβλώσεων. Η οικονομική ελευθερία δεν σήμαινε ότι κάθε αγορά λειτουργεί τέλεια.

Αυτό που σταδιακά αναδυόταν ήταν μια νέα αντίληψη: η οικονομία μπορεί να εμφανίζει τάξη και συντονισμό χωρίς κάθε απόφαση να λαμβάνεται από μια κεντρική αρχή.

7. Η ιδιωτική ιδιοκτησία ως οικονομικός θεσμός

Οι Φυσιοκράτες έδωσαν ιδιαίτερη σημασία στην ιδιωτική ιδιοκτησία. Για τον Quesnay και τους συνεργάτες του, η ασφάλεια των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας αποτελούσε βασική προϋπόθεση της παραγωγής. Η λογική τους ήταν ότι οι άνθρωποι έχουν μεγαλύτερο κίνητρο να επενδύουν όταν μπορούν να απολαμβάνουν τα αποτελέσματα των επενδύσεών τους. Ένας γεωργός που βελτιώνει την καλλιέργειά του χρειάζεται να γνωρίζει ότι δεν θα χάσει αυθαίρετα την παραγωγή του. Ένας γαιοκτήμονας που χρηματοδοτεί αποστραγγιστικά έργα ή άλλες βελτιώσεις χρειάζεται προβλεψιμότητα. Η οικονομική δραστηριότητα απαιτεί σταθερότητα δικαιωμάτων και κανόνων. Αυτή η αντίληψη παρουσιάζει ενδιαφέρουσα συγγένεια με τη σύγχρονη θεσμική οικονομική ανάλυση.

Σήμερα τα δικαιώματα ιδιοκτησίας εξετάζονται ως μέρος ενός ευρύτερου συστήματος θεσμών που επηρεάζουν τις επενδύσεις, τις συναλλαγές και την οικονομική ανάπτυξη. Ωστόσο, η ύπαρξη ιδιωτικής ιδιοκτησίας δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει υψηλή παραγωγικότητα ή κοινωνική ευημερία. Η αποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων εξαρτάται επίσης από την ποιότητα των θεσμών, τον ανταγωνισμό, την πρόσβαση στη δικαιοσύνη και τους κανόνες που διέπουν τη χρήση των παραγωγικών πόρων.

Οι Φυσιοκράτες δεν είχαν διατυπώσει αυτή τη σύγχρονη θεωρία. Είχαν όμως αναγνωρίσει ότι η παραγωγή εξαρτάται από το θεσμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο πραγματοποιείται.

Η φορολογία της γης: μια ιδέα που επέζησε από τη θεωρία που τη γέννησε

Μία από τις πιο χαρακτηριστικές φυσιοκρατικές προτάσεις ήταν ο ενιαίος φόρος στη γαιοπρόσοδο. Η λογική ήταν απλή. Αφού η γη δημιουργεί, σύμφωνα με τη θεωρία τους, το καθαρό προϊόν, το κράτος πρέπει να φορολογεί αυτό το πλεόνασμα αντί να επιβαρύνει συνεχώς τις συναλλαγές και την παραγωγή. Η θεωρία της αποκλειστικής παραγωγικότητας της γης εγκαταλείφθηκε. Όμως η φορολόγηση της γαιοπροσόδου εξακολουθεί να απασχολεί την οικονομική επιστήμη. Γιατί; Επειδή η γη έχει ορισμένα ιδιαίτερα οικονομικά χαρακτηριστικά.

Η συνολική φυσική προσφορά της είναι ουσιαστικά δεδομένη. Η αξία ενός οικοπέδου μπορεί να αυξηθεί όχι επειδή ο ιδιοκτήτης επένδυσε σε αυτό, αλλά επειδή αναπτύχθηκε η γύρω περιοχή, κατασκευάστηκαν υποδομές ή αυξήθηκε η ζήτηση. Αυτή η αύξηση της αξίας μπορεί να δημιουργεί οικονομική πρόσοδο. Ένας φόρος στην αξία της γης, εφόσον σχεδιαστεί σωστά και διαχωρίζεται από τη φορολόγηση των κτισμάτων και των βελτιώσεων, μπορεί να έχει διαφορετικές επιδράσεις στα οικονομικά κίνητρα από έναν φόρο που επιβαρύνει άμεσα την εργασία ή την παραγωγή.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η εφαρμογή του είναι απλή. Υπάρχουν προβλήματα αποτίμησης, κατανομής φορολογικών βαρών, ρευστότητας και πολιτικής αποδοχής. Αλλά το γεγονός ότι η συζήτηση παραμένει ζωντανή δείχνει πόσο μακρά ιστορία έχουν ορισμένα οικονομικά ερωτήματα. Αργότερα, ο Henry George θα αναπτύξει μια πολύ διαφορετική και συστηματικότερη πρόταση για τη φορολόγηση της αξίας της γης. Η φυσιοκρατική ιδέα δεν ταυτίζεται με τη θεωρία του George. Ωστόσο, αποτελεί έναν σημαντικό προηγούμενο στα ιστορικά επιχειρήματα υπέρ της φορολόγησης της γαιοπροσόδου.

Η μεγάλη συζήτηση: αγορά ή κράτος;

Η Φυσιοκρατία συνδέθηκε ιστορικά με την υποστήριξη της οικονομικής ελευθερίας. Οι Φυσιοκράτες θεωρούσαν ότι οι αυθαίρετοι περιορισμοί στην παραγωγή και στο εμπόριο μπορούν να μειώσουν την οικονομική ευημερία. Αλλά η ιστορία του Turgot αποκάλυψε ότι η απελευθέρωση των αγορών δεν είναι πάντοτε κοινωνικά ή πολιτικά απλή. Η κατάργηση περιορισμών μπορεί να αυξήσει την αποτελεσματικότητα. Μπορεί όμως να μεταβάλει την κατανομή εισοδημάτων, να απειλήσει καθιερωμένα συμφέροντα ή να δημιουργήσει βραχυχρόνια προβλήματα προσαρμογής. Από εδώ προκύπτει ένα ερώτημα που θα απασχολήσει ολόκληρη τη μεταγενέστερη οικονομική σκέψη. Πότε πρέπει το κράτος να αφήνει την αγορά να λειτουργεί; Και πότε πρέπει να παρεμβαίνει;

Η σύγχρονη οικονομική θεωρία δεν προσφέρει μία ενιαία απάντηση που ισχύει για κάθε περίπτωση. Οι αγορές μπορούν να συντονίζουν αποτελεσματικά παραγωγούς και καταναλωτές, αλλά μπορεί επίσης να εμφανίζουν αποτυχίες. Τα μονοπώλια μπορούν να περιορίζουν τον ανταγωνισμό. Οι εξωτερικότητες μπορούν να προκαλούν κοινωνικό κόστος που δεν ενσωματώνεται στις τιμές. Η ασύμμετρη πληροφόρηση μπορεί να δυσχεραίνει τις συναλλαγές. Τα δημόσια αγαθά μπορεί να μην παρέχονται σε επαρκή ποσότητα μέσω αποκλειστικά ιδιωτικών αποφάσεων. Από την άλλη πλευρά, οι κρατικές παρεμβάσεις μπορούν και αυτές να αποτύχουν.

Μπορεί να δημιουργήσουν λανθασμένα κίνητρα, διοικητικό κόστος, προνόμια ή στρεβλώσεις. Το σημαντικότερο μάθημα δεν είναι ότι η αγορά είναι πάντοτε καλύτερη από το κράτος ή το αντίστροφο. Είναι ότι κάθε οικονομικός θεσμός πρέπει να αξιολογείται με βάση τα προβλήματα που επιλύει, τα κίνητρα που δημιουργεί και το κόστος που επιβάλλει. Οι Φυσιοκράτες δεν διέθεταν τα σύγχρονα εργαλεία αυτής της ανάλυσης. Συνέβαλαν όμως αποφασιστικά στο να τεθεί το ερώτημα.

Τι μας διδάσκει σήμερα η Φυσιοκρατία;

Αν αφαιρέσουμε την ιστορικά λανθασμένη θέση ότι μόνο η γεωργία δημιουργεί καθαρό προϊόν, απομένουν ορισμένες ιδέες με διαχρονική σημασία. Η πρώτη είναι ότι η οικονομία αποτελεί σύστημα αλληλεξαρτήσεων. Η παραγωγή ενός κλάδου εξαρτάται από την παραγωγή άλλων κλάδων, από τις δαπάνες των νοικοκυριών και από τη διαθεσιμότητα κεφαλαίου και εισροών. Η δεύτερη είναι ότι τα οικονομικά κίνητρα έχουν σημασία. Οι άνθρωποι αντιδρούν στους φόρους, στις τιμές, στους περιορισμούς και στις ευκαιρίες κέρδους. Η τρίτη είναι ότι η θεσμική σταθερότητα επηρεάζει την παραγωγή. Τα δικαιώματα ιδιοκτησίας, οι κανόνες των συναλλαγών και η προβλεψιμότητα της οικονομικής πολιτικής μπορούν να επηρεάζουν τις επενδύσεις.

Η τέταρτη είναι ότι οι κρατικές παρεμβάσεις έχουν συνέπειες πέρα από τις άμεσες προθέσεις τους. Μια ρύθμιση που αποσκοπεί στην προστασία ενός κλάδου μπορεί να επηρεάσει τις τιμές, τις επενδύσεις και την παραγωγή σε άλλους κλάδους. Η πέμπτη είναι ότι η οικονομική πολιτική πρέπει να εξετάζει όχι μόνο τα επιδιωκόμενα οφέλη αλλά και τις αντιδράσεις του οικονομικού συστήματος. Και η έκτη είναι ότι οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις δεν μπορούν να αποσυνδεθούν από την πολιτική πραγματικότητα.

Η εμπειρία του Turgot έδειξε ότι τα προνόμια και τα οργανωμένα συμφέροντα μπορούν να αποτελέσουν ισχυρό εμπόδιο ακόμη και σε μεταρρυθμίσεις που έχουν συνεκτική οικονομική αιτιολόγηση.

Οι οικονομικές ιδέες των Φυσιοκρατών με μια ματιά

Open University Insight

Το μεγαλύτερο επίτευγμα των Φυσιοκρατών δεν ήταν μια σωστή απάντηση. Ήταν ένας νέος τρόπος να θέτουν τα ερωτήματα.

Ο Μερκαντιλισμός αντιμετώπιζε την οικονομία κυρίως ως μέσο ενίσχυσης της κρατικής ισχύος. Οι Φυσιοκράτες προσπάθησαν να ανακαλύψουν τη λογική με την οποία η οικονομία παράγει και αναπαράγει τον πλούτο της. Η μετατόπιση ήταν θεμελιώδης. Η οικονομία άρχισε να αντιμετωπίζεται όχι μόνο ως αντικείμενο κρατικής διαχείρισης, αλλά ως ένα σύστημα που μπορεί να μελετηθεί με γενικές αρχές. Η παραγωγή, η διανομή και η κυκλοφορία του εισοδήματος έγιναν μέρη μιας ενιαίας ανάλυσης. Από αυτή την οπτική, η ιστορική αξία της Φυσιοκρατίας δεν μειώνεται επειδή η θεωρία της για τη μοναδική παραγωγικότητα της γεωργίας αποδείχθηκε λανθασμένη.

Η επιστημονική πρόοδος δεν προϋποθέτει ότι κάθε προηγούμενη θεωρία ήταν σωστή. Συχνά προκύπτει όταν μια θεωρία θέτει ένα σημαντικό ερώτημα, ακόμη και αν η απάντησή της χρειάζεται αργότερα να αντικατασταθεί. Οι Φυσιοκράτες μάς κληροδότησαν ακριβώς αυτό: την ιδέα ότι η οικονομία έχει δομή, σχέσεις και μηχανισμούς που μπορούν να μελετηθούν συστηματικά.

Επίλογος: Από τη φυσική τάξη στον πλούτο των εθνών

Η ιστορία της οικονομικής σκέψης έχει πλέον διανύσει μια μεγάλη απόσταση.

Ο Ξενοφών αναζήτησε τις αρχές της σωστής διαχείρισης του οίκου.

Ο Πλάτων συνέδεσε την οικονομική οργάνωση με τη δικαιοσύνη και τη δομή της πολιτείας.

Ο Αριστοτέλης εξέτασε την ανταλλαγή, το χρήμα, την ιδιοκτησία και τα όρια της οικονομικής δραστηριότητας.

Οι Στωικοί αναζήτησαν τη σχέση του πλούτου με την ανθρώπινη ευημερία.

Ο Θωμάς Ακινάτης προσπάθησε να συμφιλιώσει την αγορά με την ηθική και τη δικαιοσύνη.

Οι Μερκαντιλιστές μετέτρεψαν την οικονομία σε εργαλείο κρατικής ισχύος.

Και οι Φυσιοκράτες έκαναν το επόμενο μεγάλο βήμα. Προσπάθησαν να ανακαλύψουν τους νόμους που διέπουν την παραγωγή και την κυκλοφορία του πλούτου. Έκαναν λάθη. Υπερεκτίμησαν τον ρόλο της γης. Υποτίμησαν τη μεταποίηση. Συνέδεσαν την οικονομική ελευθερία με πολιτικές αντιλήψεις που απέχουν από τη σύγχρονη δημοκρατική σκέψη. Αλλά συνέβαλαν στη διαμόρφωση ενός νέου επιστημονικού ερωτήματος. Πώς λειτουργεί η οικονομία ως σύνολο και ποιοι θεσμοί επιτρέπουν στην παραγωγική της ικανότητα να αναπτύσσεται; Η απάντηση θα αποκτήσει μια νέα διάσταση το 1776.

Εκείνη τη χρονιά, ένας Σκωτσέζος καθηγητής ηθικής φιλοσοφίας θα δημοσιεύσει ένα βιβλίο που θα αλλάξει για πάντα την οικονομική σκέψη. Το όνομά του ήταν Adam Smith. Και το βιβλίο του θα έχει τίτλο: An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations. "Έρευνα για τη φύση και τα αίτια του πλούτου των εθνών". Ο Smith δεν θα αναζητήσει τον πλούτο στα θησαυροφυλάκια των μοναρχών. Ούτε θα τον περιορίσει στη γη. Θα αναζητήσει τις αιτίες του στην εργασία, στην εξειδίκευση, στην παραγωγικότητα, στη συσσώρευση κεφαλαίου και στους θεσμούς της οικονομικής συνεργασίας.

Και θα θέσει ένα ερώτημα που εξακολουθεί να βρίσκεται στην καρδιά της οικονομικής επιστήμης: Γιατί ορισμένα έθνη γίνονται πλούσια, ενώ άλλα παραμένουν φτωχά;

Add comment

Comments

There are no comments yet.