Από τη «δίκαιη τιμή» και το κέρδος έως τον τόκο και την ιδιωτική ιδιοκτησία – Πώς η μεσαιωνική σκέψη προσπάθησε να συμφιλιώσει την αγορά με την ηθική.
Πόσο «πρέπει» να κοστίζει ένα καρβέλι ψωμί;
Πόσο πρέπει να κοστίζει ένα καρβέλι ψωμί; Για έναν σύγχρονο οικονομολόγο, η πρώτη απάντηση είναι σχετικά απλή: η τιμή διαμορφώνεται μέσα από την προσφορά και τη ζήτηση. Αν το σιτάρι σπανίζει, η τιμή του αυξάνεται. Αν υπάρχει αφθονία, υποχωρεί. Αν περισσότεροι καταναλωτές επιθυμούν ένα προϊόν, ενώ η προσφορά παραμένει σταθερή, η τιμή τείνει να ανεβαίνει. Για έναν μεσαιωνικό στοχαστή, όμως, το πρόβλημα ήταν πολύ πιο σύνθετο.
Δεν αρκούσε να γνωρίζει ποια τιμή μπορούσε να επιτύχει ο έμπορος στην αγορά. Έπρεπε να αναρωτηθεί και: Είναι αυτή η τιμή δίκαιη; Μπορεί ένας έμπορος να εκμεταλλευτεί μια περίοδο έλλειψης για να αυξήσει σημαντικά την τιμή; Μπορεί να πουλήσει κάτι ακριβότερα επειδή ο αγοραστής αγνοεί την πραγματική του αξία; Είναι θεμιτό να αγοράζει κάποιος ένα προϊόν με μοναδικό σκοπό να το μεταπωλήσει ακριβότερα; Και αν κάποιος δανείσει χρήματα, δικαιούται να ζητήσει πίσω περισσότερα από όσα έδωσε;
Τα ερωτήματα αυτά βρίσκονται στην καρδιά της μεσαιωνικής οικονομικής σκέψης. Και ο άνθρωπος που τα συστηματοποίησε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο ήταν ο Θωμάς Ακινάτης.
Από την αρχαία Ελλάδα στη μεσαιωνική Ευρώπη
Για να κατανοήσουμε τον Ακινάτη, πρέπει πρώτα να κάνουμε ένα μεγάλο ιστορικό άλμα. Μετά τον Ξενοφώντα, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και τους Στωικούς, ο κόσμος άλλαξε ριζικά. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αναπτύχθηκε και τελικά διασπάστηκε. Η δυτική Ευρώπη πέρασε μέσα από αιώνες πολιτικών μεταβολών. Ο Χριστιανισμός εξελίχθηκε σε κυρίαρχη πνευματική δύναμη, ενώ οι οικονομικές και κοινωνικές δομές μεταμορφώθηκαν.
Όμως η οικονομική δραστηριότητα δεν σταμάτησε. Οι πόλεις αναπτύχθηκαν ξανά. Οι εμπορικές διαδρομές επεκτάθηκαν. Οι αγορές πολλαπλασιάστηκαν. Ιταλικές πόλεις όπως η Βενετία, η Γένοβα και η Φλωρεντία έγιναν κέντρα εμπορίου και χρηματοδότησης. Οι εμποροπανηγύρεις της Ευρώπης έφερναν σε επαφή εμπόρους από διαφορετικές περιοχές. Και όσο η οικονομία γινόταν περισσότερο σύνθετη, τόσο περισσότερα ηθικά και νομικά προβλήματα εμφανίζονταν.
Η χριστιανική Ευρώπη έπρεπε να απαντήσει σε ένα δύσκολο ερώτημα: Πώς μπορεί να λειτουργήσει μια οικονομία της αγοράς χωρίς η επιδίωξη του κέρδους να καταστρέψει τις ηθικές αρχές της κοινωνίας;
Εδώ εμφανίζεται η Σχολαστική.
Τι ήταν η Σχολαστική;
Η Σχολαστική δεν ήταν οικονομική σχολή με τη σύγχρονη έννοια. Ήταν μια μέθοδος φιλοσοφικής και θεολογικής έρευνας που αναπτύχθηκε στα μεσαιωνικά πανεπιστήμια. Οι Σχολαστικοί επιχειρούσαν να εξετάζουν συστηματικά ένα ζήτημα, να παρουσιάζουν επιχειρήματα υπέρ και κατά και στη συνέχεια να καταλήγουν σε μια λογικά θεμελιωμένη απάντηση. Η οικονομία δεν αποτελούσε ακόμη αυτόνομη επιστήμη.
Ζητήματα που σήμερα θα βρίσκαμε σε ένα πανεπιστημιακό εγχειρίδιο οικονομικών - τιμές, εμπόριο, κέρδος, δάνεια, ιδιοκτησία - εξετάζονταν μέσα από την ηθική, το δίκαιο και τη θεολογία. Αυτό είναι κρίσιμο για να κατανοήσουμε τον Ακινάτη. Δεν τον ενδιαφέρει πρωτίστως να εξηγήσει: "Πώς διαμορφώνεται η τιμή;" Τον ενδιαφέρει επίσης: "Πότε είναι δίκαιη μια συναλλαγή;"
Και θα χρειαστούν αιώνες μέχρι η οικονομική επιστήμη να απομακρυνθεί σταδιακά από αυτό το κανονιστικό ερώτημα και να στραφεί περισσότερο στην περιγραφή του τρόπου λειτουργίας των αγορών.
Ποιος ήταν ο Θωμάς Ακινάτης;
Ο Θωμάς γεννήθηκε γύρω στο 1225 κοντά στο Ακουίνο της σημερινής Ιταλίας, από οικογένεια της τοπικής αριστοκρατίας. Σε νεαρή ηλικία αποφάσισε να ενταχθεί στο τάγμα των Δομινικανών, επιλογή που προκάλεσε έντονη αντίδραση στην οικογένειά του. Ακολούθησε όμως τον δρόμο που είχε επιλέξει και τελικά σπούδασε και δίδαξε στα σημαντικότερα πνευματικά κέντρα της εποχής. Συνδέθηκε ιδιαίτερα με το Πανεπιστήμιο του Παρισιού και με τον Αλβέρτο τον Μέγα, έναν από τους σημαντικότερους λογίους του 13ου αιώνα. Ο Ακινάτης δεν υπήρξε απλώς θεολόγος.
Επιχείρησε ένα από τα μεγαλύτερα πνευματικά εγχειρήματα του Μεσαίωνα: να συμφιλιώσει τη χριστιανική θεολογία με τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη. Και αυτή ακριβώς η συνάντηση θα αποδειχθεί καθοριστική για την ιστορία της οικονομικής σκέψης.
Η επιστροφή του Αριστοτέλη
Η σχέση του Ακινάτη με τον Αριστοτέλη είναι θεμελιώδης. Στα προηγούμενα άρθρα της σειράς είδαμε ότι ο Αριστοτέλης είχε ήδη εξετάσει:
- την ιδιοκτησία,
- την ανταλλαγή,
- το χρήμα,
- την τοκογλυφία,
- τη δικαιοσύνη στις συναλλαγές,
- και τη διάκριση ανάμεσα στην Οἰκονομική και τη Χρηματιστική.

Οι ιδέες αυτές επανήλθαν με μεγάλη δύναμη στη δυτική Ευρώπη κατά τον Μεσαίωνα, όταν το έργο του Αριστοτέλη έγινε εκ νέου αντικείμενο συστηματικής μελέτης, σε σημαντικό βαθμό μέσω της μετάδοσης και των σχολιαστικών παραδόσεων του ελληνικού και αραβόφωνου κόσμου.
Ο Ακινάτης δεν αντέγραψε απλώς τον Αριστοτέλη. Προσπάθησε να ενσωματώσει την αριστοτελική φιλοσοφία σε ένα χριστιανικό σύστημα ηθικής. Και έτσι δημιουργήθηκε μια αλυσίδα ιδεών που διατρέχει αιώνες : ο Αριστοτέλης επηρεάζει τη Μεσαιωνική Σχολαστική και κατ' επέκταση τον Θωμά Ακινάτη αλλά και εν συνεχεία τους Ύστερους Σχολαστικούς μέχρι και τη Νεότερη οικονομική σκέψη. Η οικονομική θεωρία δεν εμφανίστηκε ξαφνικά τον 18ο αιώνα. Ο Άνταμ Σμιθ δεν ξεκίνησε από ένα πνευματικό κενό. Πριν από αυτόν είχε προηγηθεί μια συζήτηση αιώνων για το εμπόριο, την αξία, το χρήμα και το κέρδος.
Η «δίκαιη τιμή»
Και φτάνουμε στην πιο γνωστή οικονομική έννοια που συνδέεται με τη Σχολαστική: τη δίκαιη τιμή — just price.
Η έννοια συχνά παρερμηνεύεται. Είναι εύκολο να φανταστούμε ότι οι μεσαιωνικοί θεολόγοι πίστευαν πως κάθε προϊόν έχει μια αντικειμενικά καθορισμένη "σωστή" τιμή, την οποία κάποιος άρχοντας ή θεολόγος μπορούσε απλώς να υπολογίσει. Η πραγματικότητα είναι περισσότερο ενδιαφέρουσα. Για τον Ακινάτη, η ανταλλαγή αποτελεί ανθρώπινη σχέση και επομένως υπάγεται στη δικαιοσύνη. Ο πωλητής δεν πρέπει να εξαπατά τον αγοραστή και ο αγοραστής δεν πρέπει να εκμεταλλεύεται τον πωλητή. Η τιμή δεν χρειάζεται να έχει μαθηματική ακρίβεια. Η οικονομική αξία δεν μπορεί πάντοτε να προσδιοριστεί στο τελευταίο νόμισμα. Υπάρχει εύλογο περιθώριο εκτίμησης.
Αυτό που έχει σημασία είναι να μην υπάρχει τέτοια απόκλιση ώστε η μία πλευρά να ζημιώνεται αδίκως προς όφελος της άλλης. Εδώ η οικονομική συναλλαγή αντιμετωπίζεται ως μορφή ανταλλακτικής δικαιοσύνης.
Η αγορά δεν είναι ηθικά ουδέτερη
Για έναν σύγχρονο οικονομολόγο, αν ένας αγοραστής και ένας πωλητής συμφωνήσουν ελεύθερα σε μια τιμή, υπάρχει ισχυρό τεκμήριο ότι και οι δύο θεωρούν τη συναλλαγή επωφελή. Ο Ακινάτης εξετάζει το ζήτημα διαφορετικά. Η συναίνεση από μόνη της δεν αρκεί πάντοτε.
- Αν ένας από τους δύο γνωρίζει κάτι ουσιώδες που ο άλλος αγνοεί;
- Αν υπάρχει απάτη;
- Αν ο αγοραστής βρίσκεται σε κατάσταση ακραίας ανάγκης;
- Αν ο πωλητής εκμεταλλεύεται αυτή την ανάγκη για να επιβάλει υπερβολική τιμή;
Τότε η συναλλαγή μπορεί να είναι τυπικά εθελοντική αλλά ηθικά προβληματική. Αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της σχολαστικής οικονομικής σκέψης. Η ύπαρξη μιας αγοράς δεν καταργεί την ανάγκη για δικαιοσύνη.
Το ελάττωμα που γνωρίζει μόνο ο πωλητής
Ο Ακινάτης εξετάζει μάλιστα ένα πρόβλημα που σήμερα θα εντάσσαμε στην οικονομική της πληροφόρησης και στην προστασία του καταναλωτή. Φανταστείτε ότι κάποιος πουλά ένα προϊόν το οποίο έχει ένα κρυφό ελάττωμα. Ο αγοραστής δεν το γνωρίζει. Ο πωλητής το γνωρίζει. Πρέπει να το αποκαλύψει; Για τον Ακινάτη, όταν το ελάττωμα επηρεάζει ουσιωδώς την αξία ή τη χρήση του προϊόντος, η απόκρυψή του μπορεί να καταστήσει τη συναλλαγή άδικη. Σήμερα θα μιλούσαμε για ασυμμετρία πληροφόρησης.
Ο πωλητής γνωρίζει περισσότερα από τον αγοραστή. Και αυτή η διαφορά πληροφόρησης μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την απόκτηση οικονομικού πλεονεκτήματος. Επτά αιώνες αργότερα, η οικονομική επιστήμη θα αναπτύξει ολόκληρη θεωρία γύρω από το πώς η άνιση πληροφόρηση μπορεί να επηρεάζει τη λειτουργία των αγορών. Ο Ακινάτης φυσικά δεν διατύπωσε μια τέτοια θεωρία.
Είχε όμως εντοπίσει το πρόβλημα.
Και αν αύριο έρθουν περισσότερα σιτηρά;
Υπάρχει ακόμη ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον παράδειγμα στη σχολαστική συζήτηση, που συνδέεται με παλαιότερη παράδοση και εξετάζεται από τον Ακινάτη. Ένας έμπορος φτάνει σε μια περιοχή όπου υπάρχει μεγάλη έλλειψη σιτηρών. Οι κάτοικοι είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν υψηλή τιμή. Ο έμπορος, όμως, γνωρίζει κάτι που οι αγοραστές αγνοούν: πίσω του έρχονται και άλλα πλοία φορτωμένα με σιτηρά.
Όταν φτάσουν, η προσφορά θα αυξηθεί και πιθανότατα η τιμή θα πέσει. Έχει υποχρέωση να ενημερώσει τους αγοραστές; Εδώ η απάντηση είναι περισσότερο λεπτή από ό,τι στην περίπτωση ενός κρυφού ελαττώματος. Ο Ακινάτης διακρίνει μεταξύ της εξαπάτησης για το ίδιο το αγαθό και της κατοχής πληροφορίας για μελλοντικές συνθήκες της αγοράς. Το παράδειγμα είναι συναρπαστικό επειδή μας μεταφέρει σχεδόν αυτούσιο σε μια σύγχρονη συζήτηση: Πότε η πληροφορία αποτελεί θεμιτό οικονομικό πλεονέκτημα και πότε η χρήση της γίνεται άδικη;
Open University Insight
Από τη «δίκαιη τιμή» στην ασυμμετρία πληροφόρησης
Η μεγάλη σημασία του Ακινάτη για την ιστορία της οικονομικής σκέψης δεν βρίσκεται στο ότι ανακάλυψε έναν μαθηματικό τρόπο υπολογισμού της σωστής τιμής. Δεν το έκανε. Η συμβολή του βρίσκεται στο ότι αντιμετώπισε την αγορά ως θεσμό ανθρώπινης συνεργασίας που απαιτεί κανόνες. Ο πωλητής διαθέτει πληροφορίες. Ο αγοραστής διαθέτει πληροφορίες. Οι δύο πλευρές έχουν διαφορετική διαπραγματευτική δύναμη. Και μια συναλλαγή μπορεί να είναι εθελοντική χωρίς να είναι κατ' ανάγκην δίκαιη.
Με σύγχρονους όρους, πίσω από τη μεσαιωνική συζήτηση περί "δίκαιης τιμής" μπορούμε να αναγνωρίσουμε προβλήματα που εξακολουθούν να απασχολούν την οικονομική επιστήμη: πληροφόρηση → διαπραγματευτική δύναμη → συναλλαγή → αποτελεσματικότητα → δικαιοσύνη.
Ο Ακινάτης δεν είχε στη διάθεσή του τη θεωρία των αγορών του 20ού αιώνα. Είχε όμως ήδη καταλάβει κάτι θεμελιώδες: η τιμή δεν υπάρχει σε κοινωνικό κενό. Πίσω από κάθε τιμή υπάρχουν άνθρωποι, πληροφορίες, ανάγκες και θεσμοί. Και αυτό είναι το σημείο όπου η μεσαιωνική ηθική αρχίζει, έστω πολύ μακρινά, να συναντά προβλήματα που αναγνωρίζουμε και στη σύγχρονη οικονομική θεωρία.

Είναι το κέρδος ηθικό;
Αν η "δίκαιη τιμή" ήταν το πρώτο μεγάλο πρόβλημα που έπρεπε να αντιμετωπίσει η μεσαιωνική οικονομική σκέψη, το επόμενο ήταν ακόμη δυσκολότερο: Είναι θεμιτό να αγοράζει κάποιος ένα προϊόν φθηνά με σκοπό να το πουλήσει ακριβότερα;
Σήμερα η απάντηση φαίνεται σχεδόν αυτονόητη. Το κέρδος αποτελεί βασικό μηχανισμό της οικονομίας της αγοράς. Αν μια επιχείρηση δεν μπορεί μακροχρόνια να καλύψει το κόστος της και να αποδώσει στους ανθρώπους που διαθέτουν εργασία και κεφάλαιο, δεν μπορεί να επιβιώσει. Στον Μεσαίωνα, όμως, το ζήτημα δεν ήταν τόσο απλό. Η αριστοτελική παράδοση είχε ήδη δημιουργήσει έντονη καχυποψία απέναντι στη δραστηριότητα που δεν αποσκοπούσε στην κάλυψη αναγκών αλλά στην αύξηση του ίδιου του χρήματος.
Ο Αριστοτέλης είχε διακρίνει την Οἰκονομική από τη Χρηματιστική. Η πρώτη υπηρετούσε τις ανάγκες του οἴκου και της καλής ζωής. Η δεύτερη μπορούσε να εξελιχθεί σε μια χωρίς όρια αναζήτηση χρηματικού πλούτου. Ο Θωμάς Ακινάτης κληρονόμησε αυτόν τον προβληματισμό. Δεν κατέληξε όμως στο συμπέρασμα ότι κάθε εμπορικό κέρδος είναι ανήθικο. Και αυτή η διάκριση έχει μεγάλη σημασία.
Ο έμπορος δεν είναι κατ' ανάγκην ανήθικος
Ο Ακινάτης αντιμετωπίζει με επιφύλαξη την αγορά ενός αγαθού αποκλειστικά και μόνο με σκοπό τη μεταπώλησή του σε υψηλότερη τιμή. Ο λόγος δεν είναι ότι θεωρεί κάθε εμπορική δραστηριότητα αμαρτωλή. Το πρόβλημα βρίσκεται στον σκοπό. Αν ο μοναδικός σκοπός είναι η απεριόριστη συσσώρευση χρημάτων, τότε επανεμφανίζεται το αριστοτελικό πρόβλημα της Χρηματιστικής: το χρήμα από μέσο μετατρέπεται σε τελικό σκοπό. Αλλά το εμπόριο μπορεί να εξυπηρετεί πραγματικές κοινωνικές ανάγκες. Ο έμπορος μεταφέρει προϊόντα από έναν τόπο όπου υπάρχουν σε αφθονία σε έναν άλλο όπου υπάρχει έλλειψη. Αναλαμβάνει κόστος μεταφοράς. Διατηρεί αποθέματα. Εκτίθεται σε κινδύνους. Μπορεί να βελτιώνει ένα προϊόν ή να αναλαμβάνει δαπάνες ώστε αυτό να φτάσει στον καταναλωτή.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, το κέρδος μπορεί να δικαιολογηθεί.
Ο Ακινάτης δεν καταδικάζει το κέρδος καθαυτό. Εξετάζει από πού προέρχεται, γιατί επιδιώκεται και ποιον σκοπό υπηρετεί.
Το κέρδος ως αμοιβή για εργασία και κίνδυνο
Ας φανταστούμε έναν έμπορο στον Μεσαίωνα. Αγοράζει υφάσματα στην Ιταλία και τα μεταφέρει σε μια μακρινή αγορά. Για να το κάνει πρέπει να πληρώσει μεταφορικά έξοδα, να αποθηκεύσει το εμπόρευμα, να διαθέσει χρόνο και εργασία και να αναλάβει σημαντικούς κινδύνους.
- Το πλοίο μπορεί να βυθιστεί.
- Το εμπόρευμα μπορεί να καταστραφεί.
- Μπορεί να ληστευθεί.
- Οι τιμές μπορεί να μεταβληθούν μέχρι να φτάσει στον προορισμό του.
Αν τελικά πουλήσει τα υφάσματα ακριβότερα από όσο τα αγόρασε, η διαφορά δεν αποτελεί αναγκαστικά αδικαιολόγητο πλουτισμό. Μπορεί να αποτελεί αμοιβή για την εργασία, τα έξοδα και τον κίνδυνο που ανέλαβε. Εδώ βλέπουμε να εμφανίζεται σταδιακά μια αντίληψη εξαιρετικά σημαντική για την εξέλιξη της οικονομικής σκέψης: η διαφορά ανάμεσα στην τιμή αγοράς και την τιμή πώλησης δεν είναι από μόνη της απόδειξη εκμετάλλευσης.
Μπορεί να αντανακλά πραγματική οικονομική υπηρεσία.
Ο έμπορος δημιουργεί αξία;
Με τη σύγχρονη οικονομική γλώσσα θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε ένα βήμα περισσότερο. Ένας έμπορος που μεταφέρει ένα προϊόν από εκεί όπου έχει μικρότερη χρησιμότητα σε εκεί όπου υπάρχει μεγαλύτερη ζήτηση παρέχει μια υπηρεσία. Το ίδιο προϊόν αποκτά μεγαλύτερη χρησιμότητα επειδή βρίσκεται: στον σωστό τόπο, τη σωστή στιγμή, στη διάθεση του ανθρώπου που το χρειάζεται.
Δεν πρέπει φυσικά να αποδώσουμε στον Ακινάτη μια σύγχρονη θεωρία επιχειρηματικότητας ή οριακής χρησιμότητας. Μπορούμε όμως να διακρίνουμε μια σημαντική μετατόπιση. Ο έμπορος δεν αντιμετωπίζεται αναγκαστικά ως κάποιος που "παίρνει" αξία από τους άλλους. Μπορεί να παρέχει μια πραγματική υπηρεσία στην κοινωνία και να δικαιούται εύλογη αμοιβή γι' αυτήν.
Το κέρδος έχει όρια
Εδώ όμως εμφανίζεται ξανά η ηθική διάσταση. Το γεγονός ότι το κέρδος μπορεί να είναι θεμιτό δεν σημαίνει ότι κάθε κέρδος είναι θεμιτό. Για τον Ακινάτη, η οικονομική δραστηριότητα παραμένει υποταγμένη σε έναν ευρύτερο σκοπό: την καλή και δίκαιη ανθρώπινη ζωή. Αν ο έμπορος εξαπατά, αποκρύπτει ουσιώδη ελαττώματα, εκμεταλλεύεται την ανάγκη του άλλου ή χρησιμοποιεί την οικονομική του δύναμη για να επιβάλει άδικους όρους, τότε το κέρδος του αποκτά διαφορετικό ηθικό χαρακτήρα.
Η διαφορά βρίσκεται ανάμεσα στο: κερδίζω επειδή προσφέρω κάτι χρήσιμο
και στο: κερδίζω επειδή μπορώ να εκμεταλλευτώ τον άλλο.
Αυτή η διάκριση θα παραμείνει κεντρική στη σχολαστική οικονομική σκέψη.
Η ιδιωτική ιδιοκτησία: ένα δύσκολο χριστιανικό ερώτημα
Το δεύτερο μεγάλο οικονομικό ζήτημα που αντιμετωπίζει ο Ακινάτης είναι η ιδιωτική ιδιοκτησία. Το πρόβλημα ήταν βαθύτερο από όσο φαίνεται. Αν τα αγαθά της γης υπάρχουν τελικά για τις ανάγκες όλων των ανθρώπων, με ποιο δικαίωμα ένας άνθρωπος μπορεί να πει: "Αυτό είναι δικό μου"; Η απάντηση του Ακινάτη παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, επειδή επιχειρεί να συνδυάσει δύο αρχές που φαίνονται αρχικά αντίθετες. Από τη μία πλευρά, τα υλικά αγαθά έχουν έναν ευρύτερο κοινωνικό προορισμό. Από την άλλη, η ιδιωτική κατοχή τους μπορεί να είναι απολύτως θεμιτή.
Γιατί;
Επειδή, κατά τον Ακινάτη, η ιδιωτική ιδιοκτησία μπορεί να συμβάλει στην καλύτερη οργάνωση της ανθρώπινης κοινωνίας.
Γιατί η ιδιωτική ιδιοκτησία λειτουργεί καλύτερα
Εδώ ο Ακινάτης ακολουθεί σε σημαντικό βαθμό τον Αριστοτέλη. Υπάρχουν πρακτικοί λόγοι για τους οποίους είναι χρήσιμο να γνωρίζουμε ποιος έχει την ευθύνη ενός αγαθού. Όταν κάτι ανήκει σε συγκεκριμένο άνθρωπο, εκείνος έχει ισχυρότερο κίνητρο να το φροντίσει. Επιπλέον, η κατανομή των περιουσιακών δικαιωμάτων επιτρέπει καλύτερη οργάνωση των ευθυνών. Αν τα πάντα ανήκουν αδιακρίτως σε όλους, μπορεί να εμφανιστεί ένα γνωστό πρόβλημα: όλοι περιμένουν να φροντίσει κάποιος άλλος το κοινό αγαθό.
Η ιδιωτική ιδιοκτησία μπορεί επομένως να ενισχύει:
- την υπευθυνότητα,
- την τάξη,
- την αποτελεσματικότερη διαχείριση,
- και την κοινωνική ειρήνη.
Αυτό είναι αξιοσημείωτο. Ένας από τους σημαντικότερους θεολόγους του Μεσαίωνα υπερασπίζεται την ιδιωτική ιδιοκτησία όχι μόνο ως νομική πραγματικότητα, αλλά και ως χρήσιμο θεσμό κοινωνικής οργάνωσης.
«Δικό μου» δεν σημαίνει «κάνω ό,τι θέλω»
Όμως εδώ βρίσκεται η κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στην αντίληψη του Ακινάτη και σε μια απόλυτη θεωρία ιδιοκτησίας. Το γεγονός ότι κάποιος έχει δικαίωμα να κατέχει ένα αγαθό δεν σημαίνει ότι η χρήση του στερείται κοινωνικής διάστασης. Η ιδιοκτησία δημιουργεί δικαιώματα. Δημιουργεί όμως και υποχρεώσεις. Ο ιδιοκτήτης μπορεί να διαχειρίζεται την περιουσία του, αλλά οφείλει να αναγνωρίζει ότι τα υλικά αγαθά υπάρχουν τελικά για την υποστήριξη της ανθρώπινης ζωής.
Με απλούστερους όρους: η κατοχή μπορεί να είναι ιδιωτική, αλλά η χρήση της περιουσίας δεν είναι ηθικά αδιάφορη απέναντι στην κοινωνία.
Αυτή η θέση θα αποκτήσει τεράστια επιρροή στη μεταγενέστερη χριστιανική κοινωνική σκέψη.
Η ακραία ανάγκη αλλάζει τους κανόνες
Ο Ακινάτης προχωρά ακόμη περισσότερο. Φανταστείτε έναν άνθρωπο που βρίσκεται σε ακραίο κίνδυνο από πείνα και δεν έχει κανέναν άλλο τρόπο να επιβιώσει.Δίπλα του υπάρχει κάποιος με αφθονία τροφίμων. Ποιο δικαίωμα υπερισχύει; Το δικαίωμα ιδιοκτησίας του δεύτερου ή η ανάγκη επιβίωσης του πρώτου; Για τον Ακινάτη, σε περίπτωση πραγματικής και επείγουσας ανάγκης, τα αγαθά πρέπει να υπηρετούν τον αρχικό τους προορισμό: τη διατήρηση της ανθρώπινης ζωής.
Αυτό δεν σημαίνει ότι καταργείται γενικά η ιδιωτική ιδιοκτησία. Σημαίνει ότι το δικαίωμα ιδιοκτησίας δεν είναι απόλυτο απέναντι στην ακραία ανθρώπινη ανάγκη. Η θέση αυτή είναι μία από τις ισχυρότερες εκφράσεις της κοινωνικής διάστασης που δίνει ο Ακινάτης στην περιουσία.
Ιδιοκτησία και κίνητρα: μια απροσδόκητα σύγχρονη συζήτηση
Αν αφαιρέσουμε για μια στιγμή τη θεολογική γλώσσα, το πρόβλημα που εξετάζει ο Ακινάτης είναι εντυπωσιακά σύγχρονο. Γιατί υπάρχουν δικαιώματα ιδιοκτησίας; Μία απάντηση είναι: επειδή δημιουργούν κίνητρα. Όταν γνωρίζω ότι θα απολαύσω τα αποτελέσματα της εργασίας και της επένδυσής μου, έχω μεγαλύτερο κίνητρο να παράγω, να αποταμιεύσω, να επενδύσω και να συντηρήσω τα περιουσιακά μου στοιχεία.
Παράλληλα, όμως, κάθε κοινωνία θέτει όρια στη χρήση της ιδιοκτησίας. Ο ιδιοκτήτης ενός εργοστασίου δεν μπορεί να απορρίπτει ανεξέλεγκτα τοξικά απόβλητα σε έναν ποταμό επειδή "το εργοστάσιο είναι δικό του". Η οικονομική του δραστηριότητα δημιουργεί συνέπειες για τρίτους. Η σύγχρονη οικονομική επιστήμη θα ονομάσει τέτοιες συνέπειες εξωτερικότητες. Ο Ακινάτης φυσικά δεν είχε αυτή την έννοια.
Το βασικό ερώτημα όμως είναι συγγενές: Πού τελειώνει το δικαίωμα του ιδιοκτήτη και πού αρχίζει το δικαίωμα της κοινότητας;
Από τον Αριστοτέλη στον Ακινάτη: μια γραμμή 1.600 ετών
Σε αυτό το σημείο γίνεται φανερό πόσο ισχυρή είναι η συνέχεια της ιστορίας που παρακολουθούμε στη σειρά του Open University.
Ο Αριστοτέλης είχε υποστηρίξει ότι η ιδιωτική ιδιοκτησία δημιουργεί μεγαλύτερη φροντίδα και υπευθυνότητα από την πλήρη κοινοκτημοσύνη. Ο Ακινάτης παίρνει αυτή την ιδέα και την εντάσσει σε ένα διαφορετικό ηθικό και θεολογικό πλαίσιο. Η περιουσία μπορεί να είναι ιδιωτική. Η ανθρώπινη κοινωνία όμως παραμένει κοινότητα. Έτσι δημιουργείται μια σύνθεση: η ιδιωτική ιδιοκτησία ενισχύει την προσωπική ευθύνη, οδηγεί σε καλύτερη διαχείριση, χωρίς όμως να αναιρείται η υποχρέωση προς το κοινό καλό.
Η αντίθεση ανάμεσα στο άτομο και στην κοινωνία δεν λύνεται με την εξαφάνιση του ενός από τα δύο.
Επιχειρείται η εξισορρόπησή τους.
Είναι λοιπόν ο Ακινάτης υπέρ της αγοράς;
Η ερώτηση είναι δελεαστική αλλά ιστορικά επικίνδυνη. Δεν μπορούμε να τοποθετήσουμε έναν στοχαστή του 13ου αιώνα στις σημερινές κατηγορίες "φιλελεύθερος", "κρατιστής" ή "αντικαπιταλιστής". Ο καπιταλισμός με τη σύγχρονη μορφή του δεν υπήρχε. Η βιομηχανική παραγωγή δεν υπήρχε. Οι σύγχρονες χρηματοπιστωτικές αγορές δεν υπήρχαν. Οι επιχειρήσεις, όπως τις γνωρίζουμε σήμερα, δεν υπήρχαν. Αυτό που μπορούμε να πούμε είναι ότι ο Ακινάτης αναγνωρίζει τη χρησιμότητα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, του εμπορίου και ενός εύλογου κέρδους, ενώ ταυτόχρονα αρνείται να θεωρήσει την οικονομική δραστηριότητα ηθικά ουδέτερη.
- Η αγορά είναι χρήσιμη.
- Το εμπόριο είναι αναγκαίο.
- Το κέρδος μπορεί να είναι θεμιτό.
- Η ιδιοκτησία μπορεί να είναι αποτελεσματική.
Αλλά τίποτε από αυτά δεν βρίσκεται, για τον Ακινάτη, πάνω από τη δικαιοσύνη.
Open University Insight
Το κέρδος δεν είναι το πρόβλημα - το ερώτημα είναι πώς δημιουργήθηκε
Ο Ακινάτης δεν ρωτά απλώς: "Πόσο κέρδισες;" Ρωτά: "Πώς το κέρδισες;" Η διάκριση αυτή ακούγεται εντυπωσιακά σύγχρονη. Μια επιχείρηση μπορεί να δημιουργεί κέρδος επειδή καινοτομεί, μειώνει το κόστος, οργανώνει καλύτερα την παραγωγή, αναλαμβάνει κίνδυνο ή προσφέρει ένα προϊόν που οι καταναλωτές επιθυμούν. Μπορεί όμως να δημιουργεί κέρδος και μέσω απάτης, προνομιακής πρόσβασης, κατάχρησης ισχύος ή εκμετάλλευσης της άγνοιας του αντισυμβαλλομένου.
Ο αριθμός στο τέλος μπορεί να είναι ίδιος. Η οικονομική διαδικασία που τον δημιούργησε δεν είναι. Ο Ακινάτης δεν είχε τη σύγχρονη θεωρία της επιχειρηματικότητας, του ανταγωνισμού ή της οικονομικής προσόδου. Έθεσε όμως ένα ερώτημα που εξακολουθεί να έχει σημασία: το κέρδος προέρχεται από δημιουργία αξίας ή από μεταφορά αξίας από κάποιον που βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση;
Και τώρα το δυσκολότερο πρόβλημα: ο τόκος
Απομένει όμως η πιο δύσκολη οικονομική συζήτηση ολόκληρου του Μεσαίωνα. Ο έμπορος μπορεί να δικαιούται κέρδος επειδή εργάζεται, μεταφέρει προϊόντα και αναλαμβάνει κίνδυνο. Ο ιδιοκτήτης μπορεί να χρησιμοποιεί την περιουσία του παραγωγικά. Αλλά τι συμβαίνει με κάποιον που απλώς δανείζει 100 νομίσματα και απαιτεί να του επιστραφούν 110; Τι ακριβώς πούλησε για τα επιπλέον δέκα; Εδώ ο Ακινάτης επιστρέφει σε ένα πρόβλημα που είχε ήδη απασχολήσει τον Αριστοτέλη: Μπορεί το χρήμα να γεννά χρήμα;
Μπορεί το χρήμα να γεννά χρήμα;
Ας επιστρέψουμε στο απλό παράδειγμα που ήδη περιγράψαμε. Κάποιος δανείζει 100 νομίσματα. Έναν χρόνο αργότερα απαιτεί να του επιστραφούν 110. Σήμερα γνωρίζουμε πολύ καλά πώς ονομάζονται τα επιπλέον δέκα νομίσματα: τόκος. Σε μια σύγχρονη οικονομία ο τόκος βρίσκεται παντού. Στα στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια, στις πιστωτικές κάρτες, στα κρατικά ομόλογα, στις τραπεζικές καταθέσεις και στις αποτιμήσεις επενδύσεων.
Για τον Θωμά Ακινάτη, όμως, το ερώτημα ήταν διαφορετικό: Τι ακριβώς αγοράζει ο δανειζόμενος με αυτά τα επιπλέον δέκα νομίσματα; Και η απάντηση που έδωσε αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της απόστασης ανάμεσα στη μεσαιωνική και τη σύγχρονη οικονομική σκέψη.
Γιατί ο τόκος θεωρήθηκε προβληματικός
Ο Ακινάτης ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό την αριστοτελική παράδοση. Το χρήμα δημιουργήθηκε πρωτίστως για να διευκολύνει τις ανταλλαγές. Δεν αποτελεί, κατά αυτή την αντίληψη, παραγωγικό αγαθό από μόνο του.
- Ένα χωράφι μπορεί να παράγει σιτάρι.
- Ένα κοπάδι μπορεί να παράγει απογόνους.
- Ένα εργαλείο μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην παραγωγή.
- Το χρήμα, όμως, δεν «γεννά» φυσικά περισσότερο χρήμα.
Από εδώ προκύπτει η καχυποψία απέναντι στον τόκο. Αν κάποιος δανείσει 100 νομίσματα και πάρει πίσω τα ίδια 100, έχει ανακτήσει αυτό που έδωσε. Αν απαιτήσει επιπλέον αμοιβή απλώς και μόνο επειδή τα δάνεισε, ο Ακινάτης θεωρεί ότι υπάρχει πρόβλημα δικαιοσύνης.
Η περίφημη ιδέα της «διπλής πληρωμής»
Το επιχείρημα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον όταν ο Ακινάτης εξετάζει τη φύση του χρήματος. Υπάρχουν αγαθά των οποίων μπορούμε να διαχωρίσουμε την κυριότητα από τη χρήση. Ένα σπίτι, για παράδειγμα, μπορεί να ανήκει σε εμένα αλλά να σου παραχωρήσω τη χρήση του έναντι ενοικίου. Το σπίτι εξακολουθεί να υπάρχει μετά τη χρήση του. Το ίδιο μπορεί να συμβεί με ένα χωράφι. Με το χρήμα, κατά τη συλλογιστική του Ακινάτη, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η κανονική χρήση του χρήματος είναι να δαπανηθεί.
Όταν σου δίνω 100 νομίσματα ως δάνειο, πρέπει να μπορείς να τα χρησιμοποιήσεις - δηλαδή να τα ξοδέψεις. Δεν μπορώ επομένως, σύμφωνα με αυτή τη λογική, να πουλήσω χωριστά το ίδιο το χρήμα και τη χρήση του. Αν ζητήσω πίσω τα 100 και επιπλέον απαιτήσω πληρωμή μόνο για τη χρήση τους, είναι σαν να χρεώνω δύο φορές για το ίδιο πράγμα. Αυτό βρίσκεται στον πυρήνα της ακινάτειας αντίρρησης στον τόκο.
Τότε γιατί επιτρέπεται το ενοίκιο;
Η διάκριση γίνεται καθαρότερη με ένα παράδειγμα. Αν σου νοικιάσω ένα σπίτι για έναν χρόνο, στο τέλος του χρόνου μου επιστρέφεις το σπίτι και με πληρώνεις για τη χρήση του. Δεν υπάρχει αντίφαση, επειδή το σπίτι και η χρήση του μπορούν να διακριθούν. Αν όμως σου δανείσω ένα σακί σιτάρι για να το καταναλώσεις, δεν μπορείς να μου επιστρέψεις το ίδιο σιτάρι. Θα μου επιστρέψεις ισοδύναμη ποσότητα. Το ίδιο, σύμφωνα με τον Ακινάτη, συμβαίνει με το χρήμα. Η χρήση του συνεπάγεται την κατανάλωσή του ως διαθέσιμου μέσου συναλλαγής.
Γι' αυτό η επιπλέον χρέωση για τη χρήση του θεωρείται προβληματική.
Το μεγάλο πρόβλημα: ο χρόνος έχει αξία
Εδώ όμως η μεσαιωνική θεωρία αρχίζει να συναντά μια οικονομική πραγματικότητα που γινόταν ολοένα δυσκολότερο να αγνοηθεί. Ας αλλάξουμε το παράδειγμα. Έχω 100 νομίσματα. Μπορώ να τα χρησιμοποιήσω σήμερα για να αγοράσω εμπορεύματα, να χρηματοδοτήσω μια εμπορική αποστολή ή να επενδύσω σε μια παραγωγική δραστηριότητα. Αν αντί γι' αυτό σου τα δανείσω για έναν χρόνο, χάνω προσωρινά τη δυνατότητα να τα χρησιμοποιήσω.
Άρα: 100 νομίσματα σήμερα δεν είναι κατ' ανάγκην οικονομικά ισοδύναμα με 100 νομίσματα σε έναν χρόνο. Εδώ αρχίζει να εμφανίζεται μία από τις θεμελιώδεις ιδέες της σύγχρονης χρηματοοικονομικής: η χρονική αξία του χρήματος. Ο Ακινάτης δεν ανέπτυξε αυτή τη θεωρία με τη σύγχρονη έννοια. Η μεταγενέστερη σχολαστική συζήτηση, όμως, θα αναγκαστεί να αντιμετωπίσει όλο και πιο σύνθετες περιπτώσεις στις οποίες ο δανειστής υφίσταται πραγματικό οικονομικό κόστος.
Το κόστος ευκαιρίας εμφανίζεται στο βάθος
Φανταστείτε δύο επιλογές:
Επιλογή Α: Κρατώ €10.000 και τα επενδύω σε μια επιχείρηση.
Επιλογή Β: Σου δανείζω τα €10.000 για έναν χρόνο.
Επιλέγοντας το Β, εγκαταλείπω την πιθανή απόδοση που θα μπορούσα να έχω από το Α. Η σύγχρονη οικονομική επιστήμη το ονομάζει: κόστος ευκαιρίας - opportunity cost. Το κόστος μιας επιλογής δεν είναι μόνο όσα πληρώνουμε άμεσα. Είναι και η αξία της καλύτερης εναλλακτικής που εγκαταλείψαμε.
Οι μεσαιωνικοί Σχολαστικοί δεν ξεκίνησαν με μια πλήρη θεωρία κόστους ευκαιρίας. Καθώς όμως το εμπόριο και η χρηματοδότηση γίνονταν πιο σύνθετα, άρχισαν να εξετάζουν περιπτώσεις στις οποίες η παραχώρηση κεφαλαίου μπορούσε πράγματι να συνεπάγεται απώλεια για τον δανειστή.
Damnum emergens: όταν το δάνειο προκαλεί πραγματική ζημιά
Μία σημαντική έννοια της σχολαστικής παράδοσης ήταν το damnum emergens - η πραγματική ζημιά που μπορεί να υποστεί ο δανειστής εξαιτίας του δανείου. Ας υποθέσουμε ότι δανείζω χρήματα και εξαιτίας αυτού επιβαρύνομαι με συγκεκριμένο κόστος ή υφίσταμαι αποδεδειγμένη ζημιά. Η αποζημίωση για αυτή τη ζημιά δεν είναι απαραίτητα το ίδιο πράγμα με την απαίτηση τόκου απλώς και μόνο επειδή παραχώρησα χρήματα. Η διάκριση είναι λεπτή αλλά εξαιρετικά σημαντική. Για πρώτη φορά η συζήτηση μετατοπίζεται από το: "επιτρέπεται ή απαγορεύεται ο τόκος;", στο: "ποιο οικονομικό κόστος υφίσταται πραγματικά ο δανειστής;"
Και αυτή η αλλαγή θα ανοίξει τον δρόμο για πολύ πιο σύνθετη οικονομική ανάλυση.
Lucrum cessans: το κέρδος που χάθηκε
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η έννοια του lucrum cessans: το κέρδος που κάποιος χάνει επειδή παραχώρησε τα χρήματά του. Αν τα κεφάλαιά μου μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν παραγωγικά, τότε η παραχώρησή τους σε κάποιον άλλο μπορεί να σημαίνει ότι εγκαταλείπω μια πραγματική οικονομική ευκαιρία. Εδώ βρισκόμαστε πλέον εντυπωσιακά κοντά στην έννοια του κόστους ευκαιρίας.
Χρειάζεται όμως προσοχή: η αποδοχή τέτοιων τίτλων αποζημίωσης αναπτύχθηκε σταδιακά και με περιορισμούς μέσα στη σχολαστική παράδοση. Δεν σημαίνει ότι ο Ακινάτης απλώς "ανακάλυψε" τη σύγχρονη θεωρία του τόκου. Η ιστορική εξέλιξη είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα. Οι Σχολαστικοί προσπάθησαν να διατηρήσουν την απαγόρευση της τοκογλυφίας και ταυτόχρονα να αντιμετωπίσουν έναν κόσμο όπου το κεφάλαιο είχε ολοένα μεγαλύτερη οικονομική αξία.
Αυτή ακριβώς η ένταση τους οδήγησε σε βαθύτερη ανάλυση του χρήματος.
Και ο κίνδυνος;
Υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο. Αν χρηματοδοτήσω μια εμπορική επιχείρηση, μπορεί να χάσω τα χρήματά μου.
- Το πλοίο μπορεί να βυθιστεί.
- Η εμπορική αποστολή μπορεί να αποτύχει.
- Το προϊόν μπορεί να μην πουληθεί.
- Ο επιχειρηματίας μπορεί να χρεοκοπήσει.
Η ανάληψη πραγματικού κινδύνου διαφοροποιείται από ένα απλό, εγγυημένο δάνειο. Αυτή η διάκριση συνέβαλε στην ανάπτυξη χρηματοδοτικών σχημάτων όπου ο χρηματοδότης συμμετείχε στον επιχειρηματικό κίνδυνο και μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να συμμετέχει και στο κέρδος. Εδώ αρχίζουμε να διακρίνουμε μια έννοια που σήμερα θεωρούμε αυτονόητη: η ανάληψη κινδύνου πρέπει να συνοδεύεται από μια απαιτούμενη απόδοση. Όχι ως ολοκληρωμένη μεσαιωνική χρηματοοικονομική θεωρία, αλλά ως πρόβλημα που οι εμπορικές πρακτικές ανάγκαζαν τους στοχαστές να αντιμετωπίσουν.
Από την τοκογλυφία στη σύγχρονη θεωρία του τόκου
Σήμερα ο τόκος εξηγείται πολύ διαφορετικά. Ο δανειστής παραχωρεί για ένα χρονικό διάστημα τη χρήση του κεφαλαίου του. Η αμοιβή του μπορεί να ενσωματώνει διαφορετικούς παράγοντες:
- χρονική αξία του χρήματος
- πληθωρισμό
- πιστωτικό κίνδυνο
- ρευστότητα
- κόστος ευκαιρίας
Όλα αυτά ενσωματόνονται στο επιτόκιο. Η σύγχρονη οικονομική θεωρία, επομένως, δεν αποδέχεται το βασικό επιχείρημα του Ακινάτη ότι η απαίτηση τόκου είναι από τη φύση της προβληματική. Αλλά αυτό δεν κάνει τη μεσαιωνική συζήτηση ασήμαντη.
Το αντίθετο. Η προσπάθεια να προσδιοριστεί πότε μια πρόσθετη πληρωμή αποτελεί άδικη τοκογλυφία και πότε αποτελεί θεμιτή αποζημίωση ανάγκασε γενιές στοχαστών να εξετάσουν τι ακριβώς συμβαίνει όταν ένα κεφάλαιο παραχωρείται στον χρόνο.
Από τον Ακινάτη στη Σχολή της Σαλαμάνκα
Η ιστορία δεν τελειώνει τον 13ο αιώνα. Κατά τον 16ο και τις αρχές του 17ου αιώνα, μια νέα γενιά ύστερων Σχολαστικών, ιδιαίτερα συνδεδεμένη με την Ιβηρική Χερσόνησο και τη λεγόμενη Σχολή της Σαλαμάνκα, θα προχωρήσει πολύ περισσότερο. Η ευρωπαϊκή οικονομία είχε αλλάξει. Το διεθνές εμπόριο είχε επεκταθεί. Οι τραπεζικές και πιστωτικές δραστηριότητες είχαν γίνει περισσότερο σύνθετες. έες ποσότητες χρυσού και αργύρου έφθαναν στην Ευρώπη από την Αμερική. Οι τιμές αυξάνονταν. Οι συναλλαγματικές ισοτιμίες αποκτούσαν τεράστια σημασία.
Οι Σχολαστικοί άρχισαν πλέον να εξετάζουν όχι μόνο τι πρέπει να συμβαίνει στην αγορά αλλά και τι πραγματικά συμβαίνει. Και εκεί θα αρχίσουν να εμφανίζονται ιδέες που θυμίζουν πολύ περισσότερο σύγχρονα οικονομικά.
Από τη «δίκαιη τιμή» στην τιμή της αγοράς
Μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις της ύστερης σχολαστικής σκέψης ήταν η βαθύτερη αναγνώριση του ρόλου της κοινής εκτίμησης της αγοράς στη διαμόρφωση της τιμής. Η αξία ενός προϊόντος δεν εξαρτάται μόνο από το κόστος παραγωγής του. Εξαρτάται επίσης από:
- τη σπανιότητά του,
- τη χρησιμότητά του,
- τη διαθεσιμότητά του,
- τον αριθμό των αγοραστών και των πωλητών και
- τις συνθήκες της αγοράς.
Η "δίκαιη τιμή" αρχίζει έτσι να μην αντιμετωπίζεται απλώς ως μια τιμή που επιβάλλεται εξωτερικά στην αγορά. Μπορεί, υπό συνθήκες ελεύθερης και μη δόλιας συναλλαγής, να συνδέεται στενά με την κοινή αποτίμηση που αναδύεται μέσα στην ίδια την αγορά. Εδώ πραγματοποιείται μια σημαντική μετατόπιση. Από την ηθική της συναλλαγής αρχίζουμε να πλησιάζουμε στην ανάλυση του μηχανισμού των τιμών.
Ένας πρόδρομος της Ποσοτικής Θεωρίας του Χρήματος
Οι ύστεροι Σχολαστικοί θα κάνουν και ένα ακόμη εντυπωσιακό βήμα. Κατά τον 16ο αιώνα, η Ισπανία αντιμετώπισε έντονες αυξήσεις τιμών την ίδια περίοδο που μεγάλες ποσότητες πολύτιμων μετάλλων εισέρχονταν στην Ευρώπη από τον Νέο Κόσμο. Ο Μαρτίν ντε Αθπιλκουέτα παρατήρησε τη σχέση ανάμεσα στην αφθονία του χρήματος και στην αγοραστική του δύναμη. Όπου το χρήμα είναι περισσότερο άφθονο, η αξία του μπορεί να είναι μικρότερη και οι τιμές των αγαθών υψηλότερες. Με απλουστευμένη σύγχρονη μορφή: όταν αυξάνεται η προσφορά χρήματος, μειώνεται η αγοραστική του δύναμη χρήματος και αυξάνεται το επίπεδο των τιμών.
Δεν πρόκειται ακόμη για τη μεταγενέστερη μαθηματική Ποσοτική Θεωρία του Χρήματος. Αποτελεί όμως ένα εξαιρετικά σημαντικό βήμα προς αυτήν. Η οικονομική σκέψη αρχίζει να απομακρύνεται από το αποκλειστικό ερώτημα "τι είναι δίκαιο;" και να ρωτά όλο και περισσότερο: "Γιατί συμβαίνει αυτό που παρατηρούμε;"
Και αυτή η αλλαγή είναι θεμελιώδης για τη γέννηση της οικονομικής επιστήμης.
Οι οικονομικές ιδέες του Θωμά Ακινάτη με μια ματιά
Τι τελικά μας κληροδότησε ο Θωμάς Ακινάτης;
Ο Ακινάτης δεν δημιούργησε οικονομική επιστήμη. Δεν ανακάλυψε την προσφορά και τη ζήτηση. Δεν διατύπωσε σύγχρονη θεωρία του τόκου. Δεν υπήρξε υπέρμαχος του καπιταλισμού αιώνες πριν από την εμφάνισή του. Η σημασία του βρίσκεται αλλού. Πήρε τα οικονομικά ερωτήματα της αρχαιότητας - την αξία, την ανταλλαγή, το χρήμα, την ιδιοκτησία και τον τόκο - και τα τοποθέτησε μέσα σε ένα εξαιρετικά συστηματικό πλαίσιο δικαιοσύνης.
Και από τη συζήτηση αυτή γεννήθηκαν νέα ερωτήματα.
- Τι καθορίζει την τιμή;
- Πότε το κέρδος είναι αμοιβή για πραγματική οικονομική υπηρεσία;
- Πόσο αξίζει η πληροφορία;
- Ποια είναι η οικονομική σημασία του κινδύνου;
- Υπάρχει κόστος όταν παραχωρούμε το κεφάλαιό μας σε κάποιον άλλο;
- Ποια είναι τα όρια της ιδιοκτησίας;
Οι απαντήσεις του Ακινάτη δεν είναι οι απαντήσεις της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης. Τα ερωτήματα, όμως, είναι εντυπωσιακά γνώριμα.
Open University Insight
Από το «είναι δίκαιο;» στο «πώς λειτουργεί;»
Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη θέση του Ακινάτη στην ιστορία που αφηγούμαστε. Στην αρχή της διαδρομής μας, η οικονομία ήταν τμήμα της φιλοσοφίας.
- Ο Ξενοφών ρωτούσε πώς διοικείται σωστά ο οἶκος.
- Ο Πλάτων πώς ο πλούτος επηρεάζει τη δίκαιη πολιτεία.
- Ο Αριστοτέλης τι είναι χρήμα, ανταλλαγή και χρηματιστική.
- Οι Στωικοί ποια σχέση πρέπει να έχει ο άνθρωπος με τον πλούτο.
- Ο Θωμάς Ακινάτης μεταφέρει όλα αυτά τα ερωτήματα στον κόσμο των εμπορικών πόλεων, των συμβολαίων, των εμπόρων και της πίστωσης.
Και η Σχολαστική που ακολουθεί αρχίζει σταδιακά να κάνει μια μετάβαση φτάνοντας στο ερώτημα: Πώς λειτουργεί πραγματικά η αγορά;
Σε αυτό το τελευταίο ερώτημα βρίσκεται ήδη ο σπόρος της οικονομικής επιστήμης.
Εν κατακλείδι
Η ιστορία του Θωμά Ακινάτη αποκαλύπτει κάτι που συχνά χάνεται στις απλουστευμένες αφηγήσεις της ιστορίας των οικονομικών. Η οικονομική επιστήμη δεν γεννήθηκε ξαφνικά το 1776 με τον Άνταμ Σμιθ. Προηγήθηκαν περισσότεροι από δύο χιλιάδες χρόνια προβληματισμού. Από τον οἶκο του Ξενοφώντα και την αγορά του Αριστοτέλη μέχρι τα πανεπιστήμια του Μεσαίωνα, οι άνθρωποι προσπαθούσαν ήδη να καταλάβουν τον πλούτο, την αξία, την ιδιοκτησία, τις τιμές και το χρήμα. Με τον Ακινάτη και τους Σχολαστικούς, αυτή η συζήτηση αρχίζει να πλησιάζει σε μια κρίσιμη καμπή.
Η αγορά δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως ηθικό πρόβλημα. Αρχίζει σταδιακά να γίνεται και αντικείμενο παρατήρησης. Και από εδώ η σειρά μας είναι έτοιμη να περάσει σε μια εντελώς διαφορετική εποχή. Μια εποχή στην οποία τα ευρωπαϊκά κράτη θα αρχίσουν να πιστεύουν ότι η δύναμή τους εξαρτάται από το πόσο χρυσό και ασήμι μπορούν να συγκεντρώσουν. Η επόμενη μεγάλη στάση στην Ιστορία της Οικονομικής Σκέψης είναι ο Μερκαντιλισμός - και εκεί, για πρώτη φορά, η οικονομική πολιτική γίνεται υπόθεση εθνικής ισχύος.
Add comment
Comments