Η Ιστορία της Οικονομικής Σκέψης: Μερκαντιλισμός - Όταν τα κράτη πίστεψαν ότι ο πλούτος μετριέται σε χρυσό

Published on September 28, 2026 at 1:02 PM

Από τα εμπορικά πλεονάσματα και τον προστατευτισμό στις αποικίες και τους εμπορικούς πολέμους - Πώς γεννήθηκε η πρώτη μεγάλη οικονομική πολιτική των εθνικών κρατών

Από τον Τηλέμαχο| Συντακτική ομάδα Greece2Day

Όταν ο χρυσός έγινε εθνική στρατηγική

Φανταστείτε ότι είστε σύμβουλος ενός Ευρωπαίου μονάρχη γύρω στο 1600. Ο βασιλιάς σάς θέτει μια φαινομενικά απλή ερώτηση:"Πώς μπορώ να κάνω το βασίλειό μου πλουσιότερο;" Σήμερα ένας οικονομολόγος θα μπορούσε να  αρχίσει να μιλά για παραγωγικότητα, επενδύσεις, ανθρώπινο κεφάλαιο, τεχνολογία, θεσμούς, ανταγωνισμό και οικονομική ανάπτυξη. Τον 16ο ή τον 17ο αιώνα η απάντηση θα ήταν πολύ διαφορετική. Το κράτος χρειαζόταν χρήματα για στρατούς. Χρειαζόταν στόλο. Χρειαζόταν όπλα. Χρειαζόταν πόρους για πολέμους που μπορούσαν να διαρκέσουν χρόνια.

Και σε έναν κόσμο όπου το διεθνές νομισματικό σύστημα βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στα πολύτιμα μέταλλα, ο χρυσός και το ασήμι αποτελούσαν κάτι περισσότερο από σύμβολα πλούτου. Ήταν μέσα κρατικής ισχύος. Έτσι γεννήθηκε μία από τις σημαντικότερες περιόδους στην ιστορία της οικονομικής σκέψης: ο Μερκαντιλισμός.

Μια πρώτη διευκρίνιση: δεν υπήρξε ποτέ μία «μερκαντιλιστική σχολή»

Πριν προχωρήσουμε, χρειάζεται να διορθώσουμε μια συνηθισμένη παρανόηση. Δεν υπήρξε κάποια αίθουσα στην οποία συγκεντρώθηκαν οικονομολόγοι και διακήρυξαν: 'Είμαστε Μερκαντιλιστές". Ούτε υπήρχε ένα ενιαίο θεωρητικό σύστημα αντίστοιχο με εκείνο που αργότερα θα οικοδομήσουν οι κλασικοί οικονομολόγοι. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε εκ των υστέρων για να περιγράψει ένα ευρύ σύνολο ιδεών και οικονομικών πολιτικών που εμφανίστηκαν στην Ευρώπη, κυρίως από τον 16ο έως τον 18ο αιώνα. Υπήρχαν σημαντικές διαφορές από χώρα σε χώρα και από συγγραφέα σε συγγραφέα.

Η αγγλική εμπορική σκέψη δεν ήταν ταυτόσημη με τη γαλλική πολιτική του Colbert. Οι απόψεις του Thomas Mun δεν ταυτίζονταν με κάθε πρακτική προστατευτισμού της εποχής. Ωστόσο, υπήρχε ένας κοινός πυρήνας προβληματισμού: η οικονομία έπρεπε να υπηρετεί την ισχύ του κράτους.

Και αυτό αλλάζει ριζικά την ιστορία μας.

Από τον «δίκαιο έμπορο» στο ισχυρό κράτος

Στον Θωμά Ακινάτη το βασικό οικονομικό ερώτημα ήταν κυρίως ηθικό: Πότε είναι δίκαιη μια συναλλαγή; Με τον Μερκαντιλισμό το ερώτημα μετατοπίζεται: Πώς μπορεί μια χώρα να γίνει ισχυρότερη από τις άλλες; Η αλλαγή αυτή αντανακλούσε έναν κόσμο που μεταμορφωνόταν. Τα ισχυρότερα ευρωπαϊκά βασίλεια συγκεντρώνονταν πολιτικά. Οι πόλεμοι γίνονταν ακριβότεροι. Οι μόνιμοι στρατοί απαιτούσαν τεράστιους πόρους. Οι ωκεάνιες εξερευνήσεις άνοιγαν νέους εμπορικούς δρόμους. Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις δημιουργούσαν αποικιακές αυτοκρατορίες. Το εμπόριο γινόταν παγκόσμιο.

Και η οικονομική πολιτική μετατρεπόταν όλο και περισσότερο σε γεωπολιτική. Το εμπόριο δεν ήταν απλώς ένας τρόπος με τον οποίο δύο άνθρωποι μπορούσαν να βελτιώσουν τη θέση τους. Ήταν όπλο στον ανταγωνισμό μεταξύ κρατών.

1492: ένας νέος οικονομικός κόσμος

Η ευρωπαϊκή άφιξη στην Αμερική και η δημιουργία μόνιμων θαλάσσιων διαδρομών προς την Ασία άλλαξαν δραματικά την παγκόσμια οικονομία. Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις απέκτησαν πρόσβαση σε τεράστιες νέες εμπορικές ζώνες. Ασήμι από την Αμερική, μπαχαρικά από την Ασία, ζάχαρη από τις αποικίες, υφάσματα, καπνός και πολύτιμα μέταλλα άρχισαν να κινούνται σε όλο και μεγαλύτερη κλίμακα ανάμεσα στις ηπείρους. Αναπτύχθηκε σταδιακά ένα τεράστιο αποικιακό εμπορικό σύστημα, άρρηκτα συνδεδεμένο και με τη βίαιη εκμετάλλευση ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένου του διατλαντικού δουλεμπορίου.

Ο οικονομικός χάρτης του κόσμου άλλαζε. Μαζί του άλλαζε και η αντίληψη για το τι σημαίνει εθνικός πλούτος.

Πλούτος = χρυσός;

Η πιο διάσημη απλοποίηση του Μερκαντιλισμού είναι η εξής: Όσο περισσότερο χρυσό και ασήμι έχει μια χώρα, τόσο πλουσιότερη είναι. Η πραγματική μερκαντιλιστική σκέψη ήταν περισσότερο σύνθετη. Πολλοί συγγραφείς της εποχής ενδιαφέρονταν επίσης για την παραγωγή, την απασχόληση, τη ναυτιλία και την ανάπτυξη της εγχώριας βιομηχανίας. Ωστόσο, η συσσώρευση πολύτιμων μετάλλων είχε τεράστια σημασία.

Ο λόγος ήταν πρακτικός. Ο χρυσός και το ασήμι ήταν διεθνώς αποδεκτά μέσα πληρωμής. Ένα κράτος που διέθετε αποθέματα πολύτιμων μετάλλων μπορούσε να χρηματοδοτήσει στρατούς, να αγοράσει όπλα, να πληρώσει ξένους προμηθευτές και να στηρίξει πολεμικές επιχειρήσεις.

Ο χρυσός δεν ήταν απλώς πλούτος. Ήταν δυνατότητα άσκησης εξουσίας.

Το πρόβλημα της Αγγλίας

Αλλά τι γίνεται αν μια χώρα δεν διαθέτει μεγάλα ορυχεία χρυσού ή αργύρου; Η Ισπανία είχε πρόσβαση στα πολύτιμα μέταλλα της αμερικανικής αυτοκρατορίας. Η Αγγλία όχι. Πώς θα μπορούσε λοιπόν να αυξήσει τα αποθέματά της; Η απάντηση ήταν: μέσω του εμπορίου. Αν μια χώρα πουλούσε στο εξωτερικό περισσότερα αγαθά από όσα αγόραζε, η διαφορά μπορούσε, μέσα στις νομισματικές συνθήκες της εποχής, να οδηγήσει σε καθαρή εισροή πολύτιμων μετάλλων ή άλλων διεθνών απαιτήσεων.

Και έτσι φτάνουμε σε μία από τις κεντρικότερες έννοιες του Μερκαντιλισμού.

Το ευνοϊκό εμπορικό ισοζύγιο

Ας χρησιμοποιήσουμε ένα απλό παράδειγμα. Μια χώρα εξάγει αγαθά αξίας 120 εκατ. και εισάγει αγαθά αξίας 100 εκατ. Έχει επομένως εμπορικό πλεόνασμα 20 εκατ. Στη μερκαντιλιστική λογική, αυτό ήταν επιθυμητό. Το μεγαλύτερο ύψος των εξαγωγών μπορούσε να δημιουργήσει εμπορικό πλεόνασμα, το οποίο με τη σειρά του μπορούσε να ενισχύσει την εισροή χρήματος και πολύτιμων μετάλλων και, τελικά, την οικονομική και στρατιωτική ισχύ του κράτους. Αντίθετα, όταν οι εισαγωγές υπερέβαιναν συστηματικά τις εξαγωγές, υπήρχε φόβος ότι πολύτιμα μέταλλα θα έφευγαν από τη χώρα.

Έτσι το εμπορικό ισοζύγιο έπαψε να αποτελεί απλώς αποτέλεσμα των συναλλαγών. Μετατράπηκε σε στόχο οικονομικής πολιτικής.

Thomas Mun: «πουλήστε στους ξένους περισσότερα απ' όσα αγοράζετε»

Ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της αγγλικής εμπορικής σκέψης ήταν ο Thomas Mun. Ο Mun συνδεόταν με την East India Company και έγραψε το έργο England's Treasure by Forraign Trade, το οποίο εκδόθηκε μετά τον θάνατό του, το 1664. Η κεντρική του ιδέα ήταν σαφής: μια χώρα μπορεί να αυξάνει τον πλούτο της μέσω του εξωτερικού εμπορίου όταν η αξία όσων εξάγει υπερβαίνει την αξία όσων εισάγει. Αλλά εδώ εμφανίζεται μια σημαντική βελτίωση σε σχέση με τον απλοϊκό βουλιονισμό. Ο Mun καταλάβαινε ότι η εξαγωγή χρήματος δεν είναι πάντοτε κακή.

Κατεβάστε την συλλεκτική έκδοση του England's Treasure by Forraign Trade

Englands Treasure By Forraign Trade Pdf

PDF – 4.1 MB 0 downloads

Αν ένας Άγγλος έμπορος στείλει ασήμι στο εξωτερικό για να αγοράσει αγαθά που στη συνέχεια θα μεταπωληθούν με κέρδος, η αρχική εκροή χρήματος μπορεί να οδηγήσει τελικά σε μεγαλύτερη εισροή. Άρα το σωστό ερώτημα δεν είναι: "Έφυγε χρυσός από τη χώρα σήμερα;" αλλά: "Ποιο είναι το συνολικό αποτέλεσμα του εξωτερικού εμπορίου;"

Αυτό ήταν σημαντικό βήμα προς μια περισσότερο σύνθετη οικονομική ανάλυση.

Δεν είναι όλες οι εισαγωγές ίδιες

Από εδώ προκύπτει μια ακόμη ενδιαφέρουσα διάκριση. Οι Μερκαντιλιστές δεν αντιμετώπιζαν αναγκαστικά κάθε εισαγωγή ως καταστροφική. Η εισαγωγή πρώτων υλών μπορούσε να θεωρηθεί χρήσιμη εφόσον αυτές μεταποιούνταν στο εσωτερικό και στη συνέχεια εξάγονταν ως προϊόντα υψηλότερης αξίας.

Για παράδειγμα, μια χώρα μπορούσε να εισαγάγει μαλλί, να το επεξεργαστεί στις εγχώριες βιοτεχνίες και στη συνέχεια να εξαγάγει το τελικό ύφασμα σε υψηλότερη αξία. Η ιδέα ήταν ότι η χώρα δεν έπρεπε απλώς να εμπορεύεται. Έπρεπε να αναπτύσσει παραγωγική ικανότητα. Και εδώ ο Μερκαντιλισμός γίνεται πολύ πιο ενδιαφέρων από τη στερεοτυπική εικόνα ενός κράτους που απλώς συσσωρεύει χρυσά νομίσματα.

Η γέννηση της βιομηχανικής πολιτικής

Αν το κράτος θέλει να εξάγει περισσότερα προϊόντα, πρέπει να διαθέτει προϊόντα που οι ξένοι θέλουν να αγοράσουν. Άρα χρειάζεται τεχνίτες, βιοτεχνίες, εργαστήρια, ναυπηγεία, εμπορικό στόλο, υποδομές και παραγωγική τεχνογνωσία. Έτσι η μερκαντιλιστική πολιτική συνδέθηκε σε πολλές χώρες με την ενεργή ενίσχυση συγκεκριμένων κλάδων. Το κράτος μπορούσε να παρέχει προνόμια, να προστατεύει νέες βιομηχανίες, να προσελκύει ειδικευμένους τεχνίτες από το εξωτερικό, να περιορίζει την εξαγωγή κρίσιμων πρώτων υλών και να ενθαρρύνει την εξαγωγή μεταποιημένων προϊόντων.

Με σύγχρονη ορολογία, ένα μέρος αυτής της στρατηγικής θα το ονομάζαμε βιομηχανική πολιτική. Φυσικά, το ιστορικό πλαίσιο ήταν εντελώς διαφορετικό από το σημερινό. Όμως το βασικό ερώτημα παραμένει αναγνωρίσιμο: Πρέπει το κράτος να επιλέγει και να ενισχύει στρατηγικούς παραγωγικούς κλάδους;

Τέσσερις αιώνες αργότερα, η συζήτηση συνεχίζεται.

Γιατί οι εισαγωγές προκαλούσαν φόβο;

Ας υποθέσουμε ότι οι πολίτες μιας χώρας αρχίζουν να αγοράζουν μεγάλες ποσότητες ξένων υφασμάτων. Για τον σημερινό καταναλωτή αυτό μπορεί να σημαίνει μεγαλύτερη ποικιλία, χαμηλότερες τιμές και καλύτερη ποιότητα. Ο Μερκαντιλιστής όμως κοιτούσε το πρόβλημα από τη σκοπιά του κράτους. Αν τα ξένα προϊόντα εκτοπίσουν την εγχώρια παραγωγή, οι τοπικοί τεχνίτες μπορεί να χάσουν εργασία, η παραγωγική ικανότητα της χώρας να μειωθεί και χρήμα να κατευθυνθεί στο εξωτερικό. Άρα οι εισαγωγές δεν ήταν απλώς καταναλωτική επιλογή.

Μπορούσαν να θεωρηθούν στρατηγικό πρόβλημα. Από αυτή τη λογική προκύπτει ο προστατευτισμός.

Ο δασμός ως οικονομικό όπλο

Ας υποθέσουμε ότι ένα ξένο ύφασμα πωλείται προς 10 νομίσματα, ενώ το εγχώριο κοστίζει 12. Οι καταναλωτές έχουν ισχυρό κίνητρο να αγοράσουν το εισαγόμενο. Αν όμως το κράτος επιβάλει δασμό 30%, το εισαγόμενο ύφασμα φτάνει πλέον να κοστίζει 13 νομίσματα. Το εγχώριο προϊόν των 12 γίνεται έτσι ανταγωνιστικότερο. Η λογική είναι απλή: οι δασμοί κάνουν τις εισαγωγές ακριβότερες, αυξάνουν σχετικά την ελκυστικότητα των εγχώριων προϊόντων και μπορούν να προστατεύσουν την εγχώρια παραγωγή και την απασχόληση.

Υπάρχει όμως μια πλευρά που εύκολα χάνεται. Ο καταναλωτής τώρα πληρώνει περισσότερο. Η προστασία του παραγωγού έχει κόστος για τον καταναλωτή.

Και αυτή ακριβώς η σύγκρουση θα γίνει αργότερα κεντρικό θέμα της κλασικής οικονομικής θεωρίας.

Παραγωγός ή καταναλωτής;

Εδώ εμφανίζεται μια βαθιά διαφορά ανάμεσα στον Μερκαντιλισμό και την οικονομική σκέψη που θα ακολουθήσει. Οι Μερκαντιλιστές έβλεπαν συχνά την οικονομία πρωτίστως μέσα από την οπτική του κράτους, της παραγωγής, των εξαγωγών, της απασχόλησης και της εθνικής ισχύος. Ο Adam Smith θα μετακινήσει αργότερα το επίκεντρο. Θα θέσει ουσιαστικά το ερώτημα: Για ποιον παράγεται τελικά όλος αυτός ο πλούτος; Η απάντηση της κλασικής οικονομικής σκέψης θα δώσει πολύ μεγαλύτερο βάρος στον καταναλωτή.

Η παραγωγή δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Υπάρχει για να ικανοποιεί ανθρώπινες ανάγκες και να βελτιώνει το επίπεδο ζωής. Αυτή η αλλαγή οπτικής θα αποτελέσει μία από τις μεγαλύτερες μεταβολές στην ιστορία των οικονομικών. Αλλά δεν έχουμε φτάσει ακόμη εκεί.

Το εμπόριο ως παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος

Πίσω από πολλές μερκαντιλιστικές πολιτικές κρυβόταν μια ακόμη βαθύτερη αντίληψη. Ο παγκόσμιος πλούτος έμοιαζε περίπου με μια πίτα συγκεκριμένου μεγέθους. Αν ένα κράτος αποκτούσε μεγαλύτερο κομμάτι, κάποιο άλλο έπρεπε να χάσει. Αν η Αγγλία είχε εμπορικό πλεόνασμα έναντι μιας άλλης χώρας, εκείνη είχε αντίστοιχα έλλειμμα. Έτσι το διεθνές εμπόριο μπορούσε εύκολα να γίνει αντιληπτό ως μια σχέση στην οποία το κέρδος της μιας πλευράς αποτελεί ζημία της άλλης.

Αυτή η αντίληψη εξηγεί γιατί εμπόριο και γεωπολιτική ήταν τόσο στενά συνδεδεμένα. Τα εμπορικά πλεονάσματα μπορούσαν να ενισχύσουν το κράτος. Το ισχυρότερο κράτος μπορούσε να δημιουργήσει μεγαλύτερο στόλο. Ο μεγαλύτερος στόλος μπορούσε να προστατεύσει ή να επεκτείνει τις εμπορικές διαδρομές. Οι νέες εμπορικές διαδρομές μπορούσαν να δημιουργήσουν περισσότερα έσοδα.

Έτσι οικονομική ισχύς και στρατιωτική ισχύς άρχισαν να αλληλοτροφοδοτούνται.

Πλούτος και ισχύς γίνονται το ίδιο πράγμα

Μπορούμε τώρα να καταλάβουμε καλύτερα τον πυρήνα του Μερκαντιλισμού. Δεν είναι απλώς η ιδέα: "Μαζέψτε χρυσό". Είναι μια πολύ ευρύτερη στρατηγική. Η αύξηση της παραγωγής μπορούσε να ενισχύσει τις εξαγωγές. Οι εξαγωγές μπορούσαν να δημιουργήσουν εμπορικό πλεόνασμα. Το πλεόνασμα μπορούσε να ενισχύσει τους χρηματικούς πόρους του κράτους. Οι μεγαλύτεροι πόροι μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν ισχυρότερο στρατό και ναυτικό. Και η στρατιωτική ισχύς μπορούσε με τη σειρά της να εξασφαλίσει πρόσβαση σε νέες αγορές και εμπορικές διαδρομές.

Η οικονομία γίνεται μηχανισμός κρατικής ισχύος. Και το κράτος, με τη σειρά του, γίνεται μηχανισμός οικονομικής επέκτασης. Αυτός ο δεσμός θα χαρακτηρίσει μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής ιστορίας των επόμενων αιώνων.

Open University Insight

Ο Μερκαντιλισμός δεν ήταν απλώς οικονομική θεωρία. Ήταν γεωοικονομική στρατηγική.

Αν προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τους Μερκαντιλιστές αποκλειστικά με τα σημερινά κριτήρια, κινδυνεύουμε να χάσουμε το ιστορικό τους πλαίσιο. Το βασικό τους πρόβλημα δεν ήταν: "Πώς θα αυξήσουμε το ΑΕΠ;" Το ΑΕΠ δεν υπήρχε ως έννοια. Το ερώτημα ήταν: "Πώς θα αποκτήσουμε τους οικονομικούς πόρους που θα επιτρέψουν στο κράτος μας να επιβιώσει και να επικρατήσει απέναντι στα άλλα κράτη"

Γι' αυτό η οικονομική τους λογική συνέδεε το εμπόριο, τη βιομηχανία, τη ναυτιλία, το χρήμα και τη στρατιωτική ισχύ. Με σύγχρονη γλώσσα θα μπορούσαμε να πούμε ότι η οικονομία αντιμετωπιζόταν ως τμήμα της εθνικής ασφάλειας. Και αυτό εξηγεί γιατί αρκετά ερωτήματα της εποχής ακούγονται ξανά οικεία όταν οι σημερινές κυβερνήσεις συζητούν για στρατηγικές βιομηχανίες, κρίσιμες πρώτες ύλες, ημιαγωγούς, ενεργειακή ασφάλεια και ανθεκτικές εφοδιαστικές αλυσίδες.

Η ομοιότητα, όμως, δεν πρέπει να μας κάνει να ταυτίζουμε τις δύο εποχές. Η σύγχρονη παγκόσμια οικονομία, τα νομισματικά συστήματα και οι αλυσίδες αξίας λειτουργούν πολύ διαφορετικά.

Η πρώτη μεγάλη αντίφαση

Υπήρχε όμως ένα σοβαρό πρόβλημα. Αν όλες οι χώρες θέλουν να εξάγουν περισσότερα από όσα εισάγουν, μπορούν όλες να το πετύχουν ταυτόχρονα; Στο παγκόσμιο σύνολο, όχι. Οι εξαγωγές μιας χώρας αποτελούν εισαγωγές κάποιας άλλης. Ένα εμπορικό πλεόνασμα αντιστοιχεί λογιστικά σε ελλείμματα αλλού, όταν εξετάζουμε το συνολικό διεθνές σύστημα. Αν όλοι προσπαθούν ταυτόχρονα να περιορίσουν τις εισαγωγές και να αυξήσουν τις εξαγωγές, οι εμπορικές εντάσεις είναι σχεδόν αναπόφευκτες.

Και όταν η οικονομική ισχύς συνδέεται με τη στρατιωτική ισχύ, οι εμπορικές συγκρούσεις μπορούν εύκολα να μετατραπούν σε πραγματικές. Αυτό ακριβώς συνέβη.

Όταν ο προστατευτισμός απέκτησε κανόνια

Ένα ισχυρό κράτος χρειαζόταν χρήμα. Για να αποκτήσει χρήμα έπρεπε να ενισχύσει την παραγωγή και τις εξαγωγές του, να περιορίσει τις ανεπιθύμητες εισαγωγές και να επιδιώξει ένα ευνοϊκό εμπορικό ισοζύγιο. Στη θεωρία, αυτή ήταν οικονομική πολιτική. Στην πράξη, όμως, ο κόσμος του 17ου και του 18ου αιώνα αποκάλυψε κάτι πολύ πιο σκληρό: αν το εμπόριο δημιουργούσε εθνική ισχύ, τότε ο έλεγχος του εμπορίου άξιζε ακόμη και έναν πόλεμο.

Και έτσι ο Μερκαντιλισμός δεν έμεινε στα βιβλία. Απέκτησε δασμούς, απαγορεύσεις, μονοπώλια, πολεμικά πλοία, αποικίες και στρατούς.

Αγγλία εναντίον Ολλανδίας: ο πόλεμος για το παγκόσμιο εμπόριο

Στα μέσα του 17ου αιώνα μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές δυνάμεις της Ευρώπης δεν ήταν ούτε η Γαλλία ούτε η Αγγλία. Ήταν η μικρή Ολλανδική Δημοκρατία. Οι Ολλανδοί είχαν δημιουργήσει ένα εντυπωσιακό εμπορικό και ναυτιλιακό δίκτυο. Τα πλοία τους μετέφεραν προϊόντα ανάμεσα σε ευρωπαϊκά λιμάνια, ενώ οι έμποροί τους είχαν ισχυρή παρουσία στο διεθνές εμπόριο. Το Άμστερνταμ είχε εξελιχθεί σε ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά και χρηματοπιστωτικά κέντρα του κόσμου. Για την Αγγλία αυτό αποτελούσε πρόβλημα.

  • Γιατί να μεταφέρονται αγγλικά προϊόντα με ολλανδικά πλοία; 
  • Γιατί να εισπράττουν Ολλανδοί έμποροι τα κέρδη της διαμεσολάβησης;
  • Γιατί να ενισχύεται ο εμπορικός στόλος ενός ανταγωνιστικού κράτους;

Η απάντηση του αγγλικού κράτους ήταν χαρακτηριστικά μερκαντιλιστική.

Οι Navigation Acts (Ναυτιλιακές Πράξεις)

Το 1651 η Αγγλία υιοθέτησε την πρώτη από μια σειρά νομοθετικών παρεμβάσεων που έγιναν γνωστές ως Navigation Acts. Η βασική τους λογική ήταν ότι μεγάλο μέρος του εμπορίου προς και από την Αγγλία και τις αποικίες της έπρεπε να πραγματοποιείται με αγγλικά πλοία ή, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, με πλοία της χώρας παραγωγής. Ο στόχος ήταν ξεκάθαρος: να περιοριστεί ο ρόλος των Ολλανδών μεσαζόντων και να ενισχυθεί η αγγλική ναυτιλία.

Αυτό δεν ήταν απλώς προστασία μιας εγχώριας βιομηχανίας. Ήταν προσπάθεια δημιουργίας ενός ολόκληρου εθνικού εμπορικού συστήματος. Τα αγγλικά προϊόντα θα μεταφέρονταν από αγγλικά πλοία. Οι αποικίες θα συνδέονταν εμπορικά με τη μητρόπολη. Η ναυτιλία θα δημιουργούσε θέσεις εργασίας και ναυτική τεχνογνωσία. Και ένας μεγαλύτερος εμπορικός στόλος θα δημιουργούσε ταυτόχρονα μια μεγαλύτερη δεξαμενή ναυτικών για το πολεμικό ναυτικό.

Εδώ η οικονομική και η στρατιωτική πολιτική γίνονται σχεδόν αδύνατο να διαχωριστούν.

Όταν ο εμπορικός ανταγωνισμός γίνεται πόλεμος

Οι αγγλο-ολλανδικοί ανταγωνισμοί του 17ου αιώνα είχαν πολλές αιτίες και δεν μπορούν να εξηγηθούν αποκλειστικά από τις Navigation Acts. Ωστόσο, ο έλεγχος των θαλάσσιων εμπορικών δρόμων και η σύγκρουση οικονομικών συμφερόντων αποτέλεσαν κεντρικό μέρος του ανταγωνισμού. Ακολούθησαν οι Αγγλο-Ολλανδικοί Πόλεμοι. Η εικόνα είναι χαρακτηριστική της εποχής. Τα κράτη δεν προσπαθούσαν απλώς να κάνουν τις επιχειρήσεις τους πιο ανταγωνιστικές. Χρησιμοποιούσαν την κρατική ισχύ για να αναδιαμορφώσουν τους όρους του διεθνούς εμπορίου.

Η οικονομική πολιτική είχε αποκτήσει κανόνια.

Colbert: ο άνθρωπος που έκανε τον Μερκαντιλισμό κρατικό σχέδιο

Αν η Αγγλία αποτελεί το κλασικό παράδειγμα της σύνδεσης εμπορίου και ναυτικής ισχύος, η Γαλλία προσφέρει ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα οργανωμένης μερκαντιλιστικής βιομηχανικής πολιτικής. Στο κέντρο της βρίσκεται ο Jean-Baptiste Colbert, υπουργός Οικονομικών του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Η γαλλική εκδοχή του Μερκαντιλισμού συνδέθηκε τόσο έντονα μαζί του ώστε συχνά αποκαλείται Colbertisme - Κολμπερτισμός. Ο Colbert αντιμετώπιζε την οικονομία ως ζήτημα κρατικής ισχύος. Η Γαλλία έπρεπε να παράγει περισσότερα προϊόντα υψηλής ποιότητας. Να εισάγει λιγότερα πολυτελή αγαθά. Να εξάγει περισσότερο. Να διαθέτει ισχυρό εμπορικό στόλο. Να αποκτήσει καλύτερες υποδομές.

Και να μειώσει την εξάρτησή της από τους ξένους παραγωγούς. Με σημερινούς όρους, θα λέγαμε ότι επεδίωκε μια εξαιρετικά ενεργητική βιομηχανική στρατηγική.

Το κράτος ως επιχειρηματικός αρχιτέκτονας

Ο Colbert δεν περίμενε απλώς από την αγορά να δημιουργήσει τις βιομηχανίες που ήθελε. Το κράτος παρενέβαινε ενεργά. Υποστήριζε συγκεκριμένες βιοτεχνίες και μανιφακτούρες. Προσπαθούσε να προσελκύσει ειδικευμένους τεχνίτες. Έθετε προδιαγραφές ποιότητας. Χρησιμοποιούσε δασμούς για να προστατεύσει την εγχώρια παραγωγή. Ενίσχυε τη ναυπηγική και τη ναυτιλία. Βελτίωνε δρόμους και κανάλια. Στόχος ήταν να δημιουργηθεί μια Γαλλία ικανή να παράγει στο εσωτερικό αγαθά τα οποία διαφορετικά θα έπρεπε να εισάγει. Ιδιαίτερη σημασία είχαν τα προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας και πολυτελείας: υφάσματα, καθρέφτες, ταπισερί και άλλα προϊόντα που μπορούσαν να ανταγωνιστούν εκείνα των ευρωπαϊκών αντιπάλων.

Το περίφημο εργοστάσιο καθρεφτών που εξελίχθηκε αργότερα στη Saint-Gobain είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πολιτικής. Η λογική ήταν απλή: αν οι Γάλλοι αγοράζουν πολυτελή προϊόντα από το εξωτερικό, χρήμα εγκαταλείπει τη Γαλλία.

Αν όμως τα ίδια προϊόντα παράγονται στη Γαλλία - και ακόμη καλύτερα εξάγονται - τότε η ροή αντιστρέφεται.

Ο πρόγονος της σύγχρονης βιομηχανικής πολιτικής;

Η ομοιότητα με σύγχρονες συζητήσεις είναι εντυπωσιακή. Σήμερα κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο προσπαθούν να ενισχύσουν στρατηγικούς τομείς όπως οι ημιαγωγοί, οι μπαταρίες, η τεχνητή νοημοσύνη, η πράσινη ενέργεια ή η αμυντική βιομηχανία. Επιδοτήσεις, φορολογικά κίνητρα, κρατικές προμήθειες και εμπορικοί περιορισμοί χρησιμοποιούνται για να δημιουργηθεί ή να διατηρηθεί εγχώρια παραγωγική ικανότητα. Υπάρχει επομένως μια ιστορική συγγένεια με το μερκαντιλιστικό ερώτημα: Μπορεί ένα κράτος να γίνει ισχυρότερο επιλέγοντας και ενισχύοντας στρατηγικούς κλάδους;

Δεν πρέπει όμως να εξισώσουμε τις δύο εποχές. Η σημερινή βιομηχανική πολιτική λειτουργεί μέσα σε έναν κόσμο παγκόσμιων αλυσίδων αξίας, fiat νομισμάτων, πολυεθνικών επιχειρήσεων και πολύ πιο σύνθετων χρηματοπιστωτικών αγορών. Ο Colbert ζούσε σε έναν κόσμο όπου οικονομική και στρατιωτική ισχύς ήταν πολύ πιο άμεσα συνδεδεμένες με τον έλεγχο φυσικών εμπορικών διαδρομών και αποικιακών αγορών.

Οι προνομιούχες εταιρείες: όταν το κράτος δημιουργούσε μονοπώλια

Ο Μερκαντιλισμός είχε όμως και μια άλλη πλευρά. Αν ένα κράτος ήθελε να επεκταθεί σε μακρινές αγορές, χρειαζόταν επιχειρήσεις με τεράστιο κεφάλαιο. Ένα ταξίδι στην Ασία μπορούσε να διαρκέσει μήνες. Χρειάζονταν πλοία, πληρώματα, εμπορεύματα, οχυρά, αποθήκες και στρατιωτική προστασία. Το κόστος ήταν τεράστιο. Ο κίνδυνος επίσης. Έτσι εμφανίστηκαν οι μεγάλες chartered companies (εταιρείες με βασιλική ή κρατική παραχώρηση προνομίων), οι προνομιούχες εμπορικές εταιρείες στις οποίες το κράτος παραχωρούσε ειδικά δικαιώματα.

Η πιο διάσημη ήταν η English East India Company, που ιδρύθηκε το 1600. Λίγο αργότερα, το 1602, δημιουργήθηκε η ολλανδική VOC — Dutch East India Company. Δεν επρόκειτο για επιχειρήσεις με τη σημερινή συνηθισμένη έννοια. Διέθεταν κρατικά παραχωρημένα μονοπωλιακά δικαιώματα σε συγκεκριμένες περιοχές και, ιδιαίτερα στην περίπτωση της VOC και αργότερα της βρετανικής East India Company, μπορούσαν να ασκούν λειτουργίες που σήμερα θα θεωρούσαμε κατεξοχήν κρατικές.

Μια εταιρεία με στρατό

Η East India Company αποτελεί ίσως το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα της ένωσης εμπορίου και πολιτικής εξουσίας. Ξεκίνησε ως εμπορική εταιρεία. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, απέκτησε στρατιωτική δύναμη και εδαφική εξουσία στην Ινδία. Τον 18ο αιώνα η εταιρεία διέθετε δεκάδες χιλιάδες και αργότερα πολύ περισσότερους στρατιώτες. Μια ιδιωτική εταιρεία μπορούσε να διεξάγει πολεμικές επιχειρήσεις, να συνάπτει συμφωνίες, να ελέγχει εδάφη και να εισπράττει φορολογικά έσοδα. Για τον σημερινό αναγνώστη αυτό ακούγεται παράδοξο.

Στον μερκαντιλιστικό κόσμο όμως το όριο ανάμεσα στο κράτος και στην προνομιούχο εμπορική επιχείρηση μπορούσε να είναι εξαιρετικά θολό. Το κράτος παραχωρούσε μονοπωλιακά δικαιώματα. Η εταιρεία επεκτείνει το εμπόριο. Το εμπόριο ενίσχυε την εθνική ισχύ. Και η εθνική στρατιωτική ισχύς προστάτευε την εταιρεία.

Μονοπώλιο: το μεγάλο παράδοξο του Μερκαντιλισμού

Εδώ συναντούμε μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις του συστήματος. Οι Μερκαντιλιστές ήθελαν ισχυρή εμπορική δραστηριότητα. Αλλά συχνά δεν επιδίωκαν τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Αντίθετα, τα κράτη παραχωρούσαν μονοπώλια σε επιλεγμένες εταιρείες. Γιατί; Επειδή θεωρούσαν ότι μια μεγάλη, προνομιούχος εταιρεία μπορούσε να συγκεντρώσει αρκετό κεφάλαιο ώστε να ανταγωνιστεί άλλες εθνικές δυνάμεις. Από την πλευρά του κράτους αυτό μπορούσε να φαίνεται αποτελεσματικό. Από την πλευρά όμως του καταναλωτή και των αποκλεισμένων ανταγωνιστών το αποτέλεσμα ήταν διαφορετικό.

Ένα μονοπώλιο μπορεί να περιορίζει την προσφορά, να διατηρεί υψηλότερες τιμές και να εμποδίζει νέους ανταγωνιστές να εισέλθουν στην αγορά. Αργότερα ο Adam Smith θα επιτεθεί με ιδιαίτερη ένταση ακριβώς σε αυτά τα προνόμια. Για τον Smith, πολλές μερκαντιλιστικές πολιτικές δεν εξυπηρετούσαν πραγματικά το "έθνος".

Εξυπηρετούσαν συγκεκριμένους παραγωγούς και εμπόρους που είχαν καταφέρει να εξασφαλίσουν προνομιακή μεταχείριση από το κράτος.

Όταν οι επιχειρήσεις γράφουν τους κανόνες

Εδώ εμφανίζεται ένα πρόβλημα που η σύγχρονη πολιτική οικονομία γνωρίζει πολύ καλά. Μια επιχείρηση μπορεί να κερδίσει περισσότερα με δύο τρόπους. Μπορεί να γίνει καλύτερη από τους ανταγωνιστές της. Ή μπορεί να πείσει το κράτος να περιορίσει τους ανταγωνιστές της. Στην πρώτη περίπτωση δημιουργείται ανταγωνιστικό πλεονέκτημα μέσω παραγωγικότητας, καινοτομίας ή καλύτερου προϊόντος. Στη δεύτερη δημιουργείται οικονομικό πλεονέκτημα μέσω πολιτικής ισχύος. Σήμερα χρησιμοποιούμε συχνά την έννοια rent-seeking για δραστηριότητες μέσω των οποίων οικονομικοί παράγοντες προσπαθούν να αποκτήσουν εισόδημα ή προνόμια επηρεάζοντας τους κανόνες αντί να δημιουργούν αντίστοιχη νέα οικονομική αξία.

Θα ήταν αναχρονισμός να ισχυριστούμε ότι οι θεωρητικοί του 17ου αιώνα είχαν διατυπώσει τη σύγχρονη θεωρία του rent-seeking. Ο κόσμος των κρατικά παραχωρημένων μονοπωλίων, όμως, μας προσφέρει ένα εξαιρετικό ιστορικό παράδειγμα του προβλήματος.

Οι αποικίες ως κλειδωμένες αγορές

Οι αποικίες είχαν κεντρικό ρόλο στο μερκαντιλιστικό σύστημα. Δεν αντιμετωπίζονταν απλώς ως νέες περιοχές εγκατάστασης. Αποτελούσαν πηγές πρώτων υλών και ταυτόχρονα αγορές για τα προϊόντα της μητρόπολης. Η ιδανική σχέση, από την οπτική της μητρόπολης, ήταν περίπου η εξής: η αποικία παράγει πρώτες ύλες, η μητρόπολη τις εισάγει, τις μεταποιεί, και στη συνέχεια πουλά προϊόντα υψηλότερης αξίας στην αποικία ή σε άλλες αγορές.

Με αυτόν τον τρόπο η μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία παρέμενε στη μητρόπολη. Για να λειτουργήσει όμως το σύστημα, έπρεπε συχνά να περιορίζεται η δυνατότητα της αποικίας να εμπορεύεται ελεύθερα με τρίτες χώρες. Η αποικιακή αγορά ήταν επομένως σε σημαντικό βαθμό δεσμευμένη αγορά.

Και εδώ ο Μερκαντιλισμός συναντά την αυτοκρατορία.

Το σκοτεινό θεμέλιο: δουλεία και καταναγκασμός

Δεν μπορούμε να παρουσιάσουμε την οικονομική ιστορία του Μερκαντιλισμού χωρίς να μιλήσουμε για το ανθρώπινο κόστος του αποικιακού συστήματος. Η ανάπτυξη του Ατλαντικού εμπορίου συνδέθηκε με το διατλαντικό δουλεμπόριο και την καταναγκαστική εργασία εκατομμυρίων Αφρικανών. Ευρωπαϊκά πλοία μετέφεραν εμπορεύματα προς την Αφρική, σκλαβωμένους ανθρώπους προς την Αμερική και αποικιακά προϊόντα προς την Ευρώπη. Ζάχαρη, καπνός, βαμβάκι και άλλα προϊόντα εντάχθηκαν σε εμπορικά δίκτυα στα οποία η βία δεν ήταν περιφερειακό φαινόμενο.

Ήταν σε πολλές περιπτώσεις βασικό μέρος του οικονομικού συστήματος. Οι μορφές και οι διαδρομές του λεγόμενου "τριγωνικού εμπορίου" ήταν στην πραγματικότητα περισσότερο σύνθετες από το απλό σχήμα που συχνά παρουσιάζεται στα σχολικά εγχειρίδια. Η ουσία όμως παραμένει: σημαντικό τμήμα της ανάπτυξης της ατλαντικής οικονομίας βασίστηκε στην καταναγκαστική εργασία και στην εμπορευματοποίηση ανθρώπων.

Ο καταναλωτής πληρώνει τον λογαριασμό

Υπάρχει όμως και μια λιγότερο δραματική, αλλά οικονομικά θεμελιώδης συνέπεια του προστατευτισμού. Ας υποθέσουμε ότι το κράτος προστατεύει έναν εγχώριο παραγωγό υφασμάτων από τον ξένο ανταγωνισμό. Ο παραγωγός ωφελείται. Οι εργαζόμενοί του ενδέχεται επίσης να ωφεληθούν. Αλλά ποιος πληρώνει; Ο καταναλωτής. Αν το εισαγόμενο ύφασμα θα κόστιζε 10 και η προστατευμένη εγχώρια παραγωγή το διαθέτει προς 12, οι καταναλωτές πληρώνουν τη διαφορά. Αυτό δημιουργεί ένα θεμελιώδες πρόβλημα πολιτικής οικονομίας.

Το όφελος από έναν δασμό μπορεί να είναι συγκεντρωμένο. Μια συγκεκριμένη βιομηχανία γνωρίζει πολύ καλά πόσο κερδίζει από την προστασία. Το κόστος όμως μπορεί να είναι διάχυτο σε εκατομμύρια καταναλωτές. Ο καθένας πληρώνει λίγο περισσότερο. Έτσι οι παραγωγοί έχουν ισχυρό κίνητρο να οργανωθούν και να ζητήσουν προστασία, ενώ οι καταναλωτές έχουν πολύ μικρότερο κίνητρο να οργανωθούν για να την εμποδίσουν.

Αιώνες αργότερα, η δημόσια επιλογή και η πολιτική οικονομία θα αναλύσουν συστηματικά ακριβώς αυτό το πρόβλημα.

Προστατεύουμε μια βιομηχανία - αλλά για πόσο;

Υπάρχει όμως ένα ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ της προστασίας. Τι γίνεται αν μια νέα εγχώρια βιομηχανία δεν μπορεί ακόμη να ανταγωνιστεί έναν ξένο παραγωγό που έχει δεκαετίες εμπειρίας, μεγαλύτερη κλίμακα και ανεπτυγμένη τεχνολογία; Ίσως χρειάζεται προσωρινή προστασία μέχρι να ωριμάσει. Αργότερα αυτή η ιδέα θα γίνει γνωστή ως το επιχείρημα της infant industry, της "νηπιακής βιομηχανίας". Δεν αποτελεί αποκλειστικά μερκαντιλιστική θεωρία και θα διατυπωθεί συστηματικότερα από μεταγενέστερους στοχαστές. Όμως η πρακτική της προστασίας αναδυόμενων εγχώριων κλάδων βρίσκεται ήδη στον κόσμο που εξετάζουμε.

Το πρόβλημα είναι προφανές: Πότε μεγαλώνει το "νήπιο". Αν μια βιομηχανία προστατεύεται συνεχώς από τον ανταγωνισμό, μπορεί να μην αποκτήσει ποτέ κίνητρο να γίνει πραγματικά ανταγωνιστική. Η προσωρινή προστασία μπορεί να μετατραπεί σε μόνιμο προνόμιο.

Η μεγάλη μερκαντιλιστική παγίδα

Εδώ αρχίζουν να συγκεντρώνονται οι αντιφάσεις του συστήματος. Ένα κράτος προστατεύει τις βιομηχανίες του. Το άλλο απαντά με δικούς του δασμούς. Το πρώτο περιορίζει τις εισαγωγές. Το δεύτερο περιορίζει τις εξαγωγές του πρώτου. Και σύντομα όλοι προσπαθούν να πουλήσουν περισσότερα στους άλλους ενώ ταυτόχρονα προσπαθούν να αγοράζουν λιγότερα από αυτούς. Η λογική του ενός κράτους είναι κατανοητή. Όταν όμως εφαρμόζεται από όλα τα κράτη ταυτόχρονα, δημιουργεί σύγκρουση.

Και εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες αδυναμίες της μερκαντιλιστικής αντίληψης: αν το διεθνές εμπόριο αντιμετωπίζεται κυρίως ως ανταγωνισμός για το ποιος θα πάρει μεγαλύτερο μερίδιο ενός δεδομένου πλούτου, τότε η οικονομική συνεργασία γίνεται πολύ δυσκολότερη.

Η επόμενη γενιά οικονομικών στοχαστών θα αμφισβητήσει ακριβώς αυτή την παραδοχή.

Open University Insight

Το μεγάλο ερώτημα δεν είναι «δασμοί ή ελεύθερο εμπόριο;»

Η ιστορία του Μερκαντιλισμού μάς διδάσκει ότι η πραγματική συζήτηση είναι περισσότερο σύνθετη. Η προστασία μιας βιομηχανίας μπορεί να δημιουργήσει παραγωγική ικανότητα. Μπορεί να ενισχύσει έναν στρατηγικό κλάδο. Μπορεί να διατηρήσει τεχνογνωσία που ένα κράτος θεωρεί κρίσιμη. Αλλά μπορεί επίσης να δημιο υργήσει μονοπώλια, υψηλότερες τιμές, αναποτελεσματικές επιχειρήσεις και πολιτικά προνόμια που είναι εξαιρετικά δύσκολο να καταργηθούν. Άρα η σωστή οικονομική ερώτηση δεν είναι απλώς: "Παρεμβαίνει το κράτος;"

Είναι: "Ποιο πρόβλημα προσπαθεί να λύσει, ποιος ωφελείται, ποιος πληρώνει και τι κίνητρα δημιουργεί η παρέμβαση;" Αυτό το ερώτημα είναι τόσο σημαντικό σήμερα όσο ήταν και στην εποχή του Colbert.

Αλλά υπήρχε ένα ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα

Ας υποθέσουμε ότι η μερκαντιλιστική στρατηγική λειτουργεί τέλεια. Μια χώρα εξάγει συνεχώς περισσότερα από όσα εισάγει. Χρυσός και ασήμι εισρέουν στο εσωτερικό. Τα αποθέματα χρήματος αυξάνονται. Η χώρα γίνεται πλουσιότερη. Τι συμβαίνει μετά; Οι Μερκαντιλιστές είχαν μια απάντηση: Αυτό ακριβώς θέλαμε.

Ένας Σκωτσέζος φιλόσοφος του 18ου αιώνα, όμως, θα παρατηρήσει ότι η ιστορία δεν τελειώνει εκεί. Αν περισσότερο χρυσό εισρέει στη χώρα, η ποσότητα του χρήματος αυξάνεται. Και αν η ποσότητα του χρήματος αυξηθεί αρκετά, οι εγχώριες τιμές μπορεί να αρχίσουν να ανεβαίνουν. Αν οι τιμές ανεβαίνουν, τα προϊόντα της χώρας γίνονται ακριβότερα για τους ξένους. Οι εξαγωγές αρχίζουν να μειώνονται. Τα ξένα προϊόντα γίνονται σχετικά φθηνότερα. Οι εισαγωγές αυξάνονται. Και το εμπορικό πλεόνασμα αρχίζει να εξαφανίζεται.

Ο άνθρωπος που θα μετατρέψει αυτή τη διαίσθηση σε ένα από τα πιο κομψά επιχειρήματα της πρώιμης οικονομικής θεωρίας ήταν ο David Hume.


David Hume εναντίον Μερκαντιλισμού: Γιατί δεν μπορείς να συσσωρεύεις χρυσό για πάντα

Ας υποθέσουμε ότι ένα κράτος πετυχαίνει ακριβώς αυτό που ήθελαν πολλοί Μερκαντιλιστές. Εξάγει περισσότερα από όσα εισάγει. Δημιουργεί εμπορικά πλεονάσματα. Χρυσός και ασήμι εισρέουν στη χώρα. Η ποσότητα του χρήματος αυξάνεται. Το κράτος φαίνεται να γίνεται ολοένα πλουσιότερο. Θα μπορούσε άραγε αυτή η διαδικασία να συνεχιστεί για πάντα;

Τον 18ο αιώνα ο David Hume έδωσε μια εξαιρετικά σημαντική απάντηση:  Όχι. Και η εξήγησή του αποτέλεσε ένα από τα πρώτα μεγάλα παραδείγματα της ιδέας ότι η οικονομία διαθέτει μηχανισμούς οι οποίοι μπορούν να αντιδρούν στην ίδια την πολιτική που προσπαθεί να την κατευθύνει.

Ο David Hume και το μεγάλο παράδοξο του χρυσού

Ο David Hume γεννήθηκε στο Εδιμβούργο το 1711. Τον γνωρίζουμε κυρίως ως έναν από τους σημαντικότερους φιλοσόφους του Σκωτικού Διαφωτισμού. Όμως ο Hume έγραψε επίσης εξαιρετικά σημαντικά δοκίμια για το χρήμα, το εμπόριο, τον τόκο και το εμπορικό ισοζύγιο. Στα Political Discourses του 1752 ανέπτυξε επιχειρήματα που έπλητταν τον πυρήνα της μερκαντιλιστικής λογικής. Το κρίσιμο ερώτημα ήταν απλό: Τι συμβαίνει όταν μια χώρα συσσωρεύει συνεχώς χρυσό και ασήμι;

Κατεβάστε τη συλλεκτική έκδοση του Political Discourses του David Hume

Political Discourses Pdf

PDF – 11.4 MB 0 downloads

Η πρώτη απάντηση των Μερκαντιλιστών ήταν ότι γίνεται πλουσιότερη. Ο Hume όμως προχώρησε ένα βήμα παρακάτω. Όσο περισσότερο χρήμα κυκλοφορεί σε μια οικονομία, τόσο μεγαλύτερη πίεση μπορεί να δημιουργηθεί στις εγχώριες τιμές. Και όταν οι εγχώριες τιμές ανεβαίνουν, αλλάζει η διεθνής ανταγωνιστικότητα της χώρας. Τα προϊόντα της γίνονται ακριβότερα για τους ξένους. Τα ξένα προϊόντα γίνονται σχετικά φθηνότερα για τους κατοίκους της. Οι εξαγωγές τείνουν να αποδυναμωθούν. Οι εισαγωγές τείνουν να αυξηθούν.

Το εμπορικό πλεόνασμα αρχίζει έτσι να περιορίζεται. Με άλλα λόγια, η ίδια η επιτυχία της μερκαντιλιστικής στρατηγικής δημιουργεί δυνάμεις που υπονομεύουν τη συνέχισή της.

Ο μηχανισμός ροής πολύτιμων μετάλλων και τιμών

Η ιδέα αυτή έγινε γνωστή αργότερα ως price-specie-flow mechanism, που μπορούμε να αποδώσουμε ως μηχανισμό ροής πολύτιμων μετάλλων και τιμών. Ας δούμε ένα απλό παράδειγμα. Η Αγγλία έχει επί χρόνια εμπορικό πλεόνασμα έναντι της Γαλλίας. Πουλά στους Γάλλους περισσότερα αγαθά από όσα αγοράζει από αυτούς. Σε ένα μεταλλικό νομισματικό σύστημα, αυτό μπορεί να προκαλέσει καθαρή εισροή χρυσού ή αργύρου στην Αγγλία και αντίστοιχη εκροή από τη Γαλλία. Στην Αγγλία αυξάνεται η ποσότητα του χρήματος. Με τον χρόνο, αυτό μπορεί να ασκήσει ανοδική πίεση στις αγγλικές τιμές.

Στη Γαλλία συμβαίνει το αντίθετο. Η εκροή πολύτιμων μετάλλων περιορίζει τη νομισματική ποσότητα και ασκεί καθοδική πίεση στις τιμές. Κάποια στιγμή τα γαλλικά προϊόντα γίνονται σχετικά φθηνότερα και τα αγγλικά σχετικά ακριβότερα. Οι Άγγλοι αρχίζουν να αγοράζουν περισσότερα γαλλικά προϊόντα. Οι Γάλλοι αγοράζουν λιγότερα αγγλικά. Το αρχικό εμπορικό πλεόνασμα της Αγγλίας μειώνεται. Το σύστημα εμφανίζει, επομένως, έναν μηχανισμό αυτοδιόρθωσης.

Αυτή ήταν μια βαθιά πρόκληση για την ιδέα ότι μια χώρα μπορούσε απλώς να συσσωρεύει επ' αόριστον πολύτιμα μέταλλα μέσω μόνιμων εμπορικών πλεονασμάτων.

Μια κρίσιμη διευκρίνιση

Ο μηχανισμός του Hume δεν αποτελεί γενικό νόμο που λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο σε κάθε σύγχρονη οικονομία. Αναφέρεται σε έναν κόσμο όπου τα νομίσματα συνδέονταν στενά με τον χρυσό και το ασήμι και οι διεθνείς πληρωμές μπορούσαν να συνεπάγονται πραγματικές ροές πολύτιμων μετάλλων. Σήμερα τα περισσότερα νομίσματα είναι fiat, δηλαδή δεν είναι μετατρέψιμα σε μια καθορισμένη ποσότητα χρυσού. Οι χώρες διαθέτουν κεντρικές τράπεζες, κυμαινόμενες ή διαχειριζόμενες συναλλαγματικές ισοτιμίες, τεράστιες διεθνείς κεφαλαιακές ροές και σύνθετες χρηματοπιστωτικές αγορές.

Άρα δεν μπορούμε απλώς να πάρουμε τον μηχανισμό του Hume και να τον εφαρμόσουμε αυτούσιο στον 21ο αιώνα. Η σημασία του είναι κυρίως ιστορική και θεωρητική. Ο Hume έδειξε ότι το εμπορικό ισοζύγιο δεν μπορεί να εξετάζεται απομονωμένο από το χρήμα, τις τιμές και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα.

Το χρήμα δεν είναι το ίδιο με τον πλούτο

Εδώ βρίσκεται μια ακόμη βαθύτερη αλλαγή. Αν μια χώρα αποκτήσει διπλάσια ποσότητα χρυσού, έχει γίνει αυτομάτως δύο φορές πλουσιότερη; Όχι. Ο πραγματικός πλούτος μιας κοινωνίας βρίσκεται τελικά στην ικανότητά της να παράγει αγαθά και υπηρεσίες που βελτιώνουν τη ζωή των ανθρώπων. Το περισσότερο χρήμα δεν σημαίνει αυτομάτως περισσότερα σπίτια. Δεν σημαίνει περισσότερα τρόφιμα. Δεν σημαίνει περισσότερα πλοία. Δεν σημαίνει περισσότερη τεχνολογία. Δεν σημαίνει υψηλότερη παραγωγικότητα.

Αν η ποσότητα του χρήματος αυξηθεί χωρίς αντίστοιχη αύξηση της παραγωγής, ένα μέρος της προσαρμογής μπορεί να εμφανιστεί στις τιμές. Αυτή η διάκριση ανάμεσα στο χρήμα και στον πραγματικό πλούτο θα γίνει θεμελιώδης για την οικονομική επιστήμη.

Η Ισπανία και το παράδοξο του ασημιού

Η ιστορία είχε ήδη προσφέρει ένα εντυπωσιακό παράδειγμα. Μετά την κατάκτηση μεγάλων περιοχών της Αμερικής, τεράστιες ποσότητες αργύρου και χρυσού έφτασαν στην Ισπανία και στην Ευρώπη. Θα περίμενε κανείς ότι η Ισπανία, με τέτοια πρόσβαση σε πολύτιμα μέταλλα, θα αποκτούσε ένα αξεπέραστο οικονομικό πλεονέκτημα. Η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο σύνθετη. Οι μεγάλες εισροές αργύρου συνέβαλαν, μαζί με άλλους παράγοντες, στη μακροχρόνια άνοδο των ευρωπαϊκών τιμών που είναι γνωστή ως Price Revolution — Επανάσταση των Τιμών.

Παράλληλα, μεγάλο μέρος του πολύτιμου μετάλλου δεν παρέμενε στην Ισπανία. Χρησιμοποιούνταν για την πληρωμή εισαγωγών, χρεών και στρατιωτικών δαπανών και διοχετευόταν σε άλλες ευρωπαϊκές και διεθνείς αγορές. Η κατοχή ασημιού από μόνη της δεν δημιούργησε μια απεριόριστη μηχανή πραγματικού πλούτου. Και αυτό οδηγεί σε ένα συμπέρασμα που σήμερα μας φαίνεται αυτονόητο αλλά τότε ήταν καθοριστικό: ο πλούτος μιας οικονομίας δεν ταυτίζεται με το απόθεμα του χρήματός της.

Από το εμπορικό ισοζύγιο στο ισοζύγιο πληρωμών

Υπάρχει και ένα ακόμη σημείο στο οποίο η σύγχρονη οικονομική σκέψη έχει προχωρήσει πολύ πέρα από τον Μερκαντιλισμό. Μια χώρα δεν πραγματοποιεί μόνο εξαγωγές και εισαγωγές αγαθών. Υπάρχουν υπηρεσίες, εισοδήματα, επενδύσεις και διεθνείς κεφαλαιακές ροές. Ένα εμπορικό έλλειμμα δεν σημαίνει από μόνο του ότι μια χώρα "χάνει χρήματα" με την καθημερινή έννοια της φράσης. Στο σύγχρονο ισοζύγιο πληρωμών, οι διεθνείς συναλλαγές καταγράφονται λογιστικά και οι πραγματικές και χρηματοοικονομικές ροές συνδέονται μεταξύ τους.

Μια χώρα μπορεί, για παράδειγμα, να εισάγει περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες από όσα εξάγει ενώ ταυτόχρονα δέχεται καθαρές κεφαλαιακές εισροές. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε εμπορικό έλλειμμα είναι αδιάφορο. Η διάρκειά του, η χρηματοδότησή του, η παραγωγική δομή της οικονομίας και η χρήση των κεφαλαίων έχουν σημασία. Αλλά η απλή εξίσωση: πλεόνασμα = κέρδος, έλλειμμα = ζημία δεν αποτελεί σωστή περιγραφή μιας σύγχρονης οικονομίας.

Και τότε έρχεται ο Adam Smith

Το 1776 κυκλοφορεί ένα βιβλίο με έναν από τους διασημότερους τίτλους στην ιστορία των οικονομικών: An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations. Ο συγγραφέας του είναι ο Adam Smith. Ο Smith δεν επινόησε από το μηδέν την οικονομική επιστήμη. Όπως έχουμε ήδη δει σε αυτή τη σειρά, αιώνες οικονομικού προβληματισμού είχαν προηγηθεί. Ο Ξενοφών είχε μιλήσει για διαχείριση και καταμερισμό της εργασίας. Ο Αριστοτέλης για ανταλλαγή, χρήμα και ιδιοκτησία. Οι Στωικοί για πλούτο, ανάγκες και ανθρώπινη ευημερία. Οι Σχολαστικοί για τιμές, κέρδος, τόκο και δικαιοσύνη. Οι Μερκαντιλιστές για εμπόριο, παραγωγή και κρατική ισχύ.

Και πριν από τον Smith, οι Φυσιοκράτες στη Γαλλία θα επιχειρήσουν μια ακόμη κρίσιμη τομή - στην οποία θα επιστρέψουμε στο επόμενο κεφάλαιο της σειράς. Όμως ο Smith θα συνθέσει και θα μετασχηματίσει πολλές από αυτές τις συζητήσεις σε ένα νέο θεωρητικό οικοδόμημα. Και ένα από τα βασικά του μέτωπα θα είναι αυτό που ο ίδιος αποκαλούσε mercantile system.

Το μεγάλο λάθος: ποιος είναι ο σκοπός της οικονομίας;

Ο Smith πίστευε ότι το μερκαντιλιστικό σύστημα έκανε ένα θεμελιώδες λάθος. Έδινε υπερβολικό βάρος στα συμφέροντα των παραγωγών και των εμπόρων. Το κράτος προστάτευε βιομηχανίες. Περιόριζε τις εισαγωγές. Παραχωρούσε μονοπώλια. Προσπαθούσε να αυξήσει τις εξαγωγές. Αλλά ποιος πλήρωνε συχνά το κόστος; Ο καταναλωτής. Για τον Smith, η παραγωγή δεν αποτελεί τελικό σκοπό της οικονομικής δραστηριότητας. Ο τελικός σκοπός είναι η κατανάλωση - η ικανοποίηση των αναγκών των ανθρώπων.

Αν προστατεύουμε έναν παραγωγό υποχρεώνοντας εκατομμύρια ανθρώπους να αγοράζουν ακριβότερα προϊόντα, πρέπει τουλάχιστον να αναρωτηθούμε αν η πολιτική αυτή πραγματικά αυξάνει την ευημερία της κοινωνίας. Εδώ η οπτική αλλάζει ριζικά. Ο Μερκαντιλισμός κοιτούσε συχνά την οικονομία από τη σκοπιά του κράτους και του παραγωγού. Η κλασική οικονομική σκέψη θα δώσει πολύ μεγαλύτερο βάρος στον καταναλωτή και στην πραγματική ευημερία.

Το εμπόριο δεν χρειάζεται να έχει νικητή και ηττημένο

Η ακόμη μεγαλύτερη αλλαγή αφορά το ίδιο το νόημα του εμπορίου. Στη μερκαντιλιστική λογική, αν μια χώρα εξάγει περισσότερα και αποκτά χρυσό, φαίνεται να κερδίζει εις βάρος της άλλης. Η νέα οικονομική σκέψη θα αμφισβητήσει αυτή την αντίληψη. Γιατί πραγματοποιείται μια εθελοντική συναλλαγή; Επειδή και οι δύο πλευρές θεωρούν ότι μετά τη συναλλαγή βρίσκονται σε καλύτερη θέση από πριν. Ο Άγγλος αγοράζει γαλλικό κρασί επειδή προτιμά το κρασί από τα χρήματα που δίνει. Ο Γάλλος παραγωγός πουλά το κρασί επειδή προτιμά τα χρήματα από το κρασί που παραδίδει.

Και οι δύο μπορούν να ωφεληθούν. Η διεθνής ανταλλαγή δεν χρειάζεται λοιπόν να είναι ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος.

Αυτό αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις ιδέες πάνω στις οποίες θα οικοδομηθούν αργότερα τα οικονομικά του διεθνούς εμπορίου.

Αλλά ο Smith δεν ήταν ένας απλοϊκός δογματικός του ελεύθερου εμπορίου

Η συνηθισμένη εικόνα παρουσιάζει τον Adam Smith περίπου ως έναν άνθρωπο που έλεγε: "Καταργήστε κάθε δασμό, κάθε περιορισμό και κάθε κρατική παρέμβαση". Η πραγματικότητα είναι περισσότερο σύνθετη. Ο Smith αναγνώριζε, μεταξύ άλλων, ότι η εθνική άμυνα μπορεί να δικαιολογήσει πολιτικές που διαφορετικά δεν θα ήταν οικονομικά βέλτιστες. Η ναυτιλία ήταν χαρακτηριστικό παράδειγμα. Παρότι επέκρινε πολλές μορφές μερκαντιλιστικής προστασίας, αντιμετώπισε τις βρετανικές Ναυτιλιακές Πράξεις διαφορετικά επειδή η ύπαρξη ισχυρού εμπορικού και ναυτικού δυναμικού συνδεόταν με την εθνική άμυνα.

Η περίφημη αρχή του ήταν, στην ουσία, ότι: η άμυνα είναι σημαντικότερη από την οικονομική ευμάρεια. Άρα ακόμη και ο μεγάλος επικριτής του Μερκαντιλισμού αναγνώριζε ότι η οικονομική αποτελεσματικότητα δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο κρατικής πολιτικής.

Και αυτό κάνει τη συζήτηση πολύ πιο ενδιαφέρουσα.

Είναι λοιπόν οι σύγχρονοι δασμοί επιστροφή στον Μερκαντιλισμό;

Η σύγκριση είναι δελεαστική. Δασμοί. Εμπορικά ελλείμματα. Εγχώρια παραγωγή. Στρατηγικές βιομηχανίες. Περιορισμοί εξαγωγών τεχνολογίας. Κρίσιμες πρώτες ύλες. Ενεργειακή ασφάλεια. Κρατικές επιδοτήσεις. Πολιτικές επαναφοράς παραγωγής στο εσωτερικό. Πολλά από αυτά θυμίζουν ερωτήματα που απασχολούσαν τους Μερκαντιλιστές.

Υπάρχει όμως μια κρίσιμη διαφορά. Σήμερα γνωρίζουμε ότι το διεθνές εμπόριο μπορεί να αυξήσει τη συνολική οικονομική ευημερία μέσω εξειδίκευσης, οικονομιών κλίμακας, ανταγωνισμού, πρόσβασης σε φθηνότερες εισροές και διάχυσης τεχνολογίας. Γνωρίζουμε επίσης ότι ένα εμπορικό έλλειμμα δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με οικονομική ήττα. Από την άλλη, οι σύγχρονες οικονομίες ανακαλύπτουν ξανά ότι η αποτελεσματικότητα δεν είναι το μοναδικό ζητούμενο.

Μια χώρα μπορεί να θεωρεί οικονομικά φθηνότερο να εισάγει ένα κρίσιμο προϊόν αλλά στρατηγικά επικίνδυνο να εξαρτάται πλήρως από έναν ξένο προμηθευτή. Και έτσι επιστρέφει ένα ερώτημα που οι Μερκαντιλιστές θα αναγνώριζαν αμέσως: Πόση οικονομική αποτελεσματικότητα είμαστε διατεθειμένοι να θυσιάσουμε για μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια;

Η σύγχρονη απάντηση, όμως, δεν προκύπτει από τη μερκαντιλιστική θεωρία. Είναι ένα νέο πρόβλημα μέσα σε ένα εντελώς διαφορετικό οικονομικό και θεσμικό περιβάλλον.

Ελεύθερο εμπόριο: όλοι κερδίζουν το ίδιο;

Υπάρχει επίσης μια σημαντική διόρθωση που πρέπει να κάνουμε στην απλοποιημένη αφήγηση. Το γεγονός ότι το εμπόριο μπορεί να αυξήσει τη συνολική ευημερία δεν σημαίνει ότι όλοι μέσα σε μια χώρα κερδίζουν εξίσου. Αν μια οικονομία ανοίξει στον διεθνή ανταγωνισμό, οι καταναλωτές μπορεί να αποκτήσουν φθηνότερα προϊόντα. Οι εξαγωγικές επιχειρήσεις μπορεί να βρουν νέες αγορές. Αλλά ορισμένοι εγχώριοι κλάδοι μπορεί να συρρικνωθούν. Εργαζόμενοι μπορεί να χάσουν θέσεις εργασίας. Ορισμένες περιοχές μπορεί να υποστούν μακροχρόνια οικονομική προσαρμογή.

Άρα υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις δύο προτάσεις: "Το εμπόριο μπορεί να αυξήσει τον συνολικό πλούτο" και "Όλοι ωφελούνται εξίσου από το εμπόριο". Η πρώτη μπορεί να ισχύει. Η δεύτερη δεν ακολουθεί αυτομάτως.

Αυτό είναι κρίσιμο για να καταλάβουμε γιατί ο προστατευτισμός επιστρέφει επανειλημμένα στην πολιτική ιστορία, ακόμη και μετά την ανάπτυξη της θεωρίας του ελεύθερου εμπορίου.

Τι κατάλαβαν σωστά οι Μερκαντιλιστές;

Μετά από όλη την κριτική, θα ήταν εύκολο να θεωρήσουμε τον Μερκαντιλισμό μια απλή οικονομική πλάνη. Θα ήταν λάθος. Οι Μερκαντιλιστές αντιλήφθηκαν αρκετά πράγματα που εξακολουθούν να έχουν σημασία.

  • Κατάλαβαν ότι η παραγωγική ικανότητα ενός κράτους έχει σημασία.
  • Κατάλαβαν ότι η ναυτιλία και οι υποδομές μπορούν να αποτελέσουν πηγές οικονομικής και στρατηγικής ισχύος.
  • Κατάλαβαν ότι η τεχνογνωσία δεν είναι αδιάφορη.
  • Κατάλαβαν ότι ορισμένοι κλάδοι μπορούν να έχουν ιδιαίτερη σημασία για την εθνική ασφάλεια.
  • Κατάλαβαν ότι το κράτος μπορεί να επηρεάσει τη δομή της οικονομίας και όχι απλώς να εισπράττει φόρους.
  • Και ίσως περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, κατάλαβαν ότι οικονομική ισχύς και γεωπολιτική ισχύς συνδέονται.

Σε αυτά τα σημεία η ιστορία τούς δικαίωσε αρκετές φορές.

Και πού έκαναν λάθος;

Το μεγαλύτερο λάθος ήταν η τάση να συγχέεται ο πλούτος με το χρήμα και ειδικότερα με τα πολύτιμα μέταλλα. Ένα δεύτερο ήταν η υπερβολική προσήλωση στο εμπορικό πλεόνασμα ως μέτρο εθνικής επιτυχίας. Ένα τρίτο ήταν η αντιμετώπιση του διεθνούς εμπορίου σαν να πρόκειται κυρίως για έναν αγώνα στον οποίο το κέρδος του ενός πρέπει να αποτελεί ζημία του άλλου. Ένα τέταρτο ήταν η συχνή προτίμηση προς μονοπώλια και κρατικά προνόμια, τα οποία μπορούσαν να προστατεύουν συγκεκριμένα συμφέροντα εις βάρος των καταναλωτών και του ανταγωνισμού.

Και ένα πέμπτο ήταν ότι η επιδίωξη της εθνικής εμπορικής ισχύος συνδέθηκε ιστορικά με αποικιακή κυριαρχία, καταναγκασμό και βία. Ο Μερκαντιλισμός μάς δείχνει επομένως τόσο τη δύναμη όσο και τους κινδύνους της στενής σύνδεσης οικονομίας και κράτους.

Οι βασικές ιδέες του Μερκαντιλισμού με μια ματιά

Open University Insight

Από τον χρυσό στην παραγωγικότητα

Η μεγαλύτερη αλλαγή που ακολούθησε τον Μερκαντιλισμό μπορεί να συνοψιστεί σε μία ερώτηση: Τι κάνει πραγματικά μια κοινωνία πλούσια; Οι Μερκαντιλιστές έστρεψαν την προσοχή στο εμπόριο, στο χρήμα, στη βιομηχανία και στην ισχύ του κράτους. Ο Hume έδειξε ότι δεν μπορείς να συσσωρεύεις χρήμα χωρίς να προκαλείς οικονομικές αντιδράσεις. Ο Smith θα προχωρήσει πολύ περισσότερο. Ο πραγματικός πλούτος δεν βρίσκεται στο θησαυροφυλάκιο του βασιλιά.

Βρίσκεται στην παραγωγική ικανότητα της κοινωνίας και στα αγαθά και τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμα στους ανθρώπους της. Αυτή η αλλαγή φαίνεται σήμερα απλή. Στην πραγματικότητα ήταν επαναστατική. Γιατί μετακίνησε την οικονομική σκέψη από το ερώτημα: "Πόσο χρυσό διαθέτει το κράτος;" στο ερώτημα: "Γιατί ορισμένες κοινωνίες μπορούν να παράγουν περισσότερα και να ζουν καλύτερα από άλλες;"

Και από αυτή την ερώτηση θα γεννηθεί σε μεγάλο βαθμό η σύγχρονη οικονομική επιστήμη.

Add comment

Comments

There are no comments yet.