Το αμερικανικό δημόσιο χρέος έχει ήδη φτάσει σε επίπεδα που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα έμοιαζαν αδιανόητα. Σήμερα κινείται γύρω από το ιστορικό ορόσημο των $40 τρισ..

Από τον Γ.Π. | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Κι όμως, το πραγματικό πρόβλημα ενδέχεται να μην είναι το σημερινό χρέος, αλλά εκείνο που έρχεται.
Οι μακροπρόθεσμες προβολές του Congressional Budget Office (CBO) σκιαγραφούν μια δημοσιονομική πορεία στην οποία το χρέος αυξάνεται επί δεκαετίες, τα ελλείμματα γίνονται βαθύτερα και οι τόκοι καταλαμβάνουν ολοένα μεγαλύτερο μέρος του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού.
Με βάση το σενάριο αναφορά, έως το 2056 το χρέος που κατέχει το κοινό θα μπορούσε να φτάσει περίπου στο 175% του ΑΕΠ, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου $168 τρισ.
Και αυτό είναι το αισιόδοξο σενάριο.
Το CBO προβλέπει το μέλλον – αλλά με ιδιαίτερα ευνοϊκές παραδοχές
Κάθε χρόνο το CBO δημοσιεύει τη μακροπρόθεσμη δημοσιονομική προοπτική των ΗΠΑ, επιχειρώντας να υπολογίσει πώς θα εξελιχθούν τα δημόσια οικονομικά τις επόμενες δεκαετίες εάν εφαρμοστεί η ισχύουσα νομοθεσία.
Οι προβολές αυτές, όμως, δεν αποτελούν πρόβλεψη του τι θα συμβεί αναγκαστικά. Είναι ένα baseline scenario: ένα σενάριο αναφοράς που στηρίζεται σε συγκεκριμένες υποθέσεις.
Μεταξύ άλλων, δεν ενσωματώνει εκ των προτέρων νέους πολέμους, μεγάλες οικονομικές υφέσεις, μελλοντικές φορολογικές μειώσεις ή νέα μεγάλα προγράμματα δαπανών.
Παράλληλα, υποθέτει μια σχετικά διαχειρίσιμη μακροπρόθεσμη πορεία των επιτοκίων.
Η ιστορία δείχνει πόσο εύκολα τέτοιες παραδοχές μπορούν να ανατραπούν. Μια χρηματοπιστωτική κρίση, μια πανδημία, ένας πόλεμος ή μια μεγάλη πολιτική απόφαση μπορούν μέσα σε λίγα χρόνια να αλλάξουν δραματικά την τροχιά του χρέους.
Γι’ αυτό και οι αριθμοί του CBO πρέπει να αντιμετωπίζονται περισσότερο ως σημείο εκκίνησης παρά ως ανώτατο όριο του προβλήματος.
Από το 101% στο 175% του ΑΕΠ
Το χρέος που κατέχει το κοινό αναμένεται να αυξηθεί από περίπου 101% του ΑΕΠ το 2026 σε 175% το 2056.
Σε ονομαστικούς όρους, αυτό μεταφράζεται σε περίπου: $168 τρισ. χρέους.
Η αιτία είναι σχετικά απλή: η ομοσπονδιακή κυβέρνηση προβλέπεται να συνεχίσει να ξοδεύει περισσότερα από όσα εισπράττει.
Το ετήσιο δημοσιονομικό έλλειμμα εκτιμάται ότι θα αυξηθεί από περίπου 5,8% του ΑΕΠ σε 9,1%.
Για μια οικονομία του μεγέθους των Ηνωμένων Πολιτειών, ένα μόνιμο έλλειμμα κοντά στο 9% του ΑΕΠ δεν αποτελεί απλώς μια δημοσιονομική ανισορροπία. Δημιουργεί έναν μηχανισμό αυτοτροφοδοτούμενης διόγκωσης του χρέους.
Η παγίδα των τόκων
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο.
Μεγάλο μέρος της επιδείνωσης των ελλειμμάτων δεν προέρχεται από τη δημιουργία νέων κρατικών υπηρεσιών, αλλά από την αύξηση των τόκων πάνω στο ήδη συσσωρευμένο χρέος.
Ο μηχανισμός είναι απλός:
Και οι τόκοι διαφέρουν από πολλές άλλες κρατικές δαπάνες.
Μια κυβέρνηση μπορεί να μειώσει ένα επενδυτικό πρόγραμμα, να περιορίσει μια επιδότηση ή να αναβάλει μια δαπάνη. Δεν μπορεί όμως απλώς να αποφασίσει ότι δεν θα εξυπηρετήσει τα ομόλογά της χωρίς να προκαλέσει κρίση κρατικής χρεοκοπίας.
Έτσι, όσο αυξάνεται το χρέος, τόσο μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού δεσμεύεται για την εξυπηρέτησή του.
Σύμφωνα με τις μακροπρόθεσμες προβολές, έως το 2056 οι καθαρές δαπάνες τόκων θα μπορούσαν να αποτελούν τη μεγαλύτερη μεμονωμένη κατηγορία του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού.
Με άλλα λόγια, η Αμερική κινδυνεύει να φτάσει στο σημείο όπου θα δαπανά περισσότερα για το κόστος του παρελθόντος παρά για οποιαδήποτε άλλη μεμονωμένη κρατική λειτουργία.
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται κυρίως στα έσοδα
Ένα ενδιαφέρον στοιχείο των προβολών είναι ότι τα ομοσπονδιακά έσοδα δεν προβλέπεται να καταρρεύσουν. Αντιθέτως, εκτιμάται ότι θα αυξηθούν από περίπου 17,5% του ΑΕΠ σε 18,8%.
Ένας λόγος είναι ότι όσο αυξάνονται ονομαστικά τα εισοδήματα, περισσότεροι φορολογούμενοι μετακινούνται σε υψηλότερα φορολογικά κλιμάκια.
Υπάρχει όμως και εδώ σημαντική αβεβαιότητα.
Το βασικό σενάριο προϋποθέτει ότι ορισμένες προσωρινές φορολογικές ελαφρύνσεις θα λήξουν όπως προβλέπει η νομοθεσία και ότι συγκεκριμένα επίπεδα δασμολογικών εσόδων θα διατηρηθούν.
Η αμερικανική πολιτική πραγματικότητα μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε διαφορετική εξέλιξη.Το κεντρικό πρόβλημα, επομένως, βρίσκεται κυρίως στην άλλη πλευρά του προϋπολογισμού.
Στις δαπάνες.
Οι ομοσπονδιακές δαπάνες οδεύουν προς το 28% του ΑΕΠ
Οι συνολικές ομοσπονδιακές δαπάνες προβλέπεται να αυξηθούν από περίπου 23,3% του ΑΕΠ σε 27,9% έως το 2056.
Δεν αυξάνονται όμως όλες οι κατηγορίες.
Οι λεγόμενες discretionary expenditures – οι δαπάνες που εγκρίνει κάθε χρόνο το Κογκρέσο και περιλαμβάνουν τόσο την άμυνα όσο και μεγάλο μέρος των υπόλοιπων ομοσπονδιακών προγραμμάτων – προβλέπεται να μειωθούν ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Σχετική υποχώρηση προβλέπεται επίσης για ορισμένες άλλες υποχρεωτικές δαπάνες, όπως επιμέρους κοινωνικά προγράμματα, παροχές προς βετεράνους και συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις προς ομοσπονδιακούς υπαλλήλους.
Τότε τι προκαλεί την έκρηξη;
Τρεις λέξεις: Social Security, Medicare, τόκοι.

Το δημογραφικό μετατρέπεται σε δημοσιονομικό πρόβλημα
Η γήρανση του αμερικανικού πληθυσμού αλλάζει σταδιακά τη δομή του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού.
Καθώς η γενιά των Baby Boomers ολοκληρώνει τη μετάβασή της στη συνταξιοδότηση, οι δαπάνες του Social Security προβλέπεται να αυξηθούν και στη συνέχεια να σταθεροποιηθούν κοντά στο 6% του ΑΕΠ.
Οι δαπάνες για Medicaid και συναφή προγράμματα υγείας εκτιμάται ότι θα παραμείνουν περίπου στο 2,6% του ΑΕΠ.
Η μεγαλύτερη πίεση, όμως, προέρχεται από το Medicare. Οι δαπάνες του προγράμματος προβλέπεται να αυξηθούν από περίπου 3,3% σε 5,5% του ΑΕΠ.
Οι αιτίες είναι τρεις:
- η αύξηση του αριθμού των ηλικιωμένων,
- το αυξανόμενο κόστος της ιατρικής περίθαλψης
- και η συνεχής εμφάνιση νέων – και συχνά ακριβών – θεραπειών.
Social Security και Medicare: η καρδιά του προβλήματος
Αν αφαιρεθεί ο θόρυβος της καθημερινής πολιτικής αντιπαράθεσης, το μακροπρόθεσμο δημοσιονομικό πρόβλημα των ΗΠΑ συγκεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό σε δύο τεράστια προγράμματα: Social Security και Medicare.
Το πολιτικό πρόβλημα είναι προφανές.
Πρόκειται για δύο από τα δημοφιλέστερα και πολιτικά πιο ευαίσθητα προγράμματα της αμερικανικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης.
Οποιαδήποτε ουσιαστική μεταρρύθμιση θα μπορούσε να απαιτήσει έναν συνδυασμό δύσκολων αποφάσεων: αλλαγές στις μελλοντικές συνταξιοδοτικές παροχές, υψηλότερη συμμετοχή ορισμένων ασφαλισμένων στο κόστος υγείας, περικοπές άλλων δαπανών και πιθανώς αύξηση ορισμένων φόρων ή εισφορών.
Δεν υπάρχει πολιτικά ανώδυνη λύση. Υπάρχει όμως κάτι ακόμη πιο δύσκολο: η αναβολή της λύσης.
Η αριθμητική του χρέους δεν διαπραγματεύεται
Η μεγαλύτερη απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι ότι θα "τελειώσουν τα χρήματα" με τον τρόπο που θα συνέβαινε σε ένα νοικοκυριό. Οι ΗΠΑ εκδίδουν το κυρίαρχο παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα και διαθέτουν τη βαθύτερη αγορά κρατικών ομολόγων στον κόσμο.
Αυτό τους παρέχει τεράστια δημοσιονομική ευελιξία. Δεν τους απαλλάσσει, όμως, από την αριθμητική.
Όσο αυξάνεται το χρέος, τόσο περισσότερα φορολογικά έσοδα απαιτούνται για την εξυπηρέτησή του. Και όσο αυξάνονται οι τόκοι, τόσο μικρότερο περιθώριο απομένει για άμυνα, επενδύσεις, υποδομές, έρευνα, κοινωνική πολιτική ή φορολογικές ελαφρύνσεις.
Σε κάποιο σημείο, οι επιλογές γίνονται αναπόφευκτες.
- Υψηλότεροι φόροι.
- Χαμηλότερες παροχές.
- Περιορισμός άλλων κρατικών δαπανών.
- Ή ένας συνδυασμός όλων αυτών.
Η εναλλακτική θα ήταν η διατήρηση πολύ υψηλών ελλειμμάτων για δεκαετίες, με τον κίνδυνο υψηλότερου κόστους δανεισμού, μεγαλύτερης δημοσιονομικής ευπάθειας και – στο ακραίο σενάριο – αυξημένων πληθωριστικών πιέσεων εάν η νομισματική πολιτική χρησιμοποιηθεί για να διευκολύνει τη χρηματοδότηση του χρέους.
Η πιο προβλέψιμη κρίση;
Οι περισσότερες μεγάλες οικονομικές κρίσεις αιφνιδιάζουν.
Η κρίση του 2008 δεν είχε προβλεφθεί από την πλειονότητα των οικονομολόγων. Η πανδημία του 2020 ήταν εξ ορισμού ένα εξωτερικό σοκ. Οι γεωπολιτικές κρίσεις δύσκολα εντάσσονται σε ένα δημοσιονομικό μοντέλο τριάντα ετών.
Το αμερικανικό χρέος είναι διαφορετικό. Η βασική δυναμική του είναι ήδη ορατή.
- Ο πληθυσμός γερνά.
- Οι δαπάνες υγείας αυξάνονται.
- Οι συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις μεγαλώνουν.
- Το χρέος συσσωρεύεται.
- Και οι τόκοι δημιουργούν νέο χρέος.
Το πραγματικό ερώτημα επομένως δεν είναι εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να συνεχίσουν να δανείζονται αύριο ή την επόμενη χρονιά.
Μπορούν.
Το ερώτημα είναι πόσο καιρό μπορεί να συνεχίζεται αυτή η πορεία χωρίς οι πολιτικές επιλογές να γίνουν πολύ πιο επώδυνες.
Τα $40 τρισ. μοιάζουν ήδη με ένα ασύλληπτο ποσό.
Αν όμως οι σημερινές μακροπρόθεσμες προβολές αποδειχθούν έστω περίπου σωστές, κάποτε μπορεί να θυμόμαστε τα $40 τρισ. ως την εποχή που το αμερικανικό χρέος ήταν ακόμη διαχειρίσιμο.
Add comment
Comments