Προειδοποιήσεις για "ευαίσθητο περιεχόμενο", "ασφαλείς χώροι", "βιωμένες εμπειρίες", "μικροεπιθετικότητες", "προνόμια", "σύμμαχοι" και "αποαποικιοποίηση": ένα ολόκληρο νέο λεξιλόγιο έχει περάσει από τα πανεπιστήμια στην πολιτική, στις επιχειρήσεις και στην καθημερινή μας ζωή.

Από την Αληκτώ | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Υπάρχει ένας αρκετά ασφαλής τρόπος να διαπιστώσεις ότι η γλώσσα της πολιτικής έχει αλλάξει. Άνοιξε μια εφημερίδα του 1990.
Θα συναντήσεις δεξιούς, αριστερούς, σοσιαλιστές, καπιταλιστές, φεμινίστριες, συντηρητικούς και φιλελεύθερους. Αλλά δύσκολα θα βρεις κάποιον να μιλά για: "μικροεπιθετικότητες", "βιωμένη εμπειρία", "ασφαλείς χώροι", "συμμαχική υποστήριξη", "διαθεματικότητα", "αποαποικιοποίηση", "ταύτιση με το φύλο γέννησης", "χρήση του παλιού ονόματος ενός διεμφυλικού ατόμου" ή "πολιτισμική ιδιοποίηση".
Τρεις δεκαετίες αργότερα, αρκετοί από αυτούς τους όρους έχουν εγκαταλείψει τα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα. Βρίσκονται σε εγχειρίδια εταιρειών. Σε δημόσιες υπηρεσίες. Σε σχολεία. Στα social media.
Και, φυσικά, στην πολιτική.
Έτσι δημιουργήθηκε ένα ολόκληρο λεξιλόγιο των σύγχρονων πολιτισμικών πολέμων. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να το μεταφράσουμε. Κυριολεκτικά - και πολιτικά.
Woke
Ας αρχίσουμε από τη λέξη που τελικά κατάφερε να περιγράψει σχεδόν όλες τις υπόλοιπες. Woke σημαίνει κυριολεκτικά "ξύπνιος". Η σύγχρονη πολιτική χρήση της λέξης προέρχεται από τα Αφροαμερικάνικς Αγγλικά και αρχικά σήμαινε περίπου: να είσαι σε εγρήγορση απέναντι στον ρατσισμό και την κοινωνική αδικία.
Η έκφραση stay woke έχει ιστορία πολλών δεκαετιών στην αφροαμερικανική κουλτούρα. Μετά το Black Lives Matter απέκτησε πολύ μεγαλύτερη διεθνή διάδοση.
Και τότε συνέβη κάτι ενδιαφέρον. Οι αντίπαλοι της συγκεκριμένης πολιτικής κουλτούρας υιοθέτησαν τη λέξη και άλλαξαν ουσιαστικά τη χρήση της. Σήμερα το woke χρησιμοποιείται συχνά από επικριτές ως γενικός - και συνήθως υποτιμητικός - χαρακτηρισμός για πολιτικές ή πολιτισμικές θέσεις που θεωρούν υπερβολικά προοδευτικές.
Έτσι η ίδια λέξη μπορεί να σημαίνει δύο αρκετά διαφορετικά πράγματα, ανάλογα με το ποιος μιλά.
Κανονική μετάφραση: κοινωνικά ευαισθητοποιημένος. Μετάφραση των πολιτισμικών πολέμων: εξαρτάται ποιον ρωτάς.
Lived experience
Κυριολεκτικά: βιωμένη εμπειρία. Η ιδέα είναι απλή. Ένας άνθρωπος που έχει βιώσει προσωπικά μια κατάσταση διαθέτει γνώση γι’ αυτήν που δεν προκύπτει μόνο από στατιστικές, βιβλία ή ακαδημαϊκή μελέτη.
Ένας άστεγος γνωρίζει πλευρές της αστεγίας που ένας ερευνητής ενδέχεται να μην αντιλαμβάνεται.
Μια γυναίκα μπορεί να περιγράψει εμπειρίες σεξισμού που δεν αποτυπώνονται εύκολα σε έναν πίνακα δεδομένων.
Η διαφωνία αρχίζει όταν το lived experience χρησιμοποιείται ως επιχείρημα απέναντι σε εμπειρικά δεδομένα.
Οι επικριτές λένε ότι μια προσωπική εμπειρία δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη για το τι συμβαίνει σε ολόκληρη την κοινωνία. Οι υποστηρικτές απαντούν ότι οι αριθμοί συχνά δεν καταγράφουν όσα συμβαίνουν πραγματικά στην καθημερινή ζωή.
Με απλά ελληνικά: "Το έχω ζήσει ο ίδιος".
Microaggression
Η μικροεπιθετικότητα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάποιος σου επιτέθηκε. Περιγράφει μικρές φράσεις, συμπεριφορές ή υπονοούμενα που μπορούν να μεταφέρουν στερεότυπα ή προκαταλήψεις, ακόμη και χωρίς πρόθεση.
Το κλασικό παράδειγμα: "Από πού είσαι πραγματικά;" Σε κάποιον που γεννήθηκε στη Βρετανία αλλά έχει ασιατική καταγωγή.
Αυτός που ρωτά μπορεί να το θεωρεί απλή περιέργεια. Ο αποδέκτης μπορεί να ακούει: "Δεν σε θεωρώ πραγματικά Βρετανό". Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η διαμάχη. Η πρόθεση μετρά περισσότερο ή το αποτέλεσμα;
Trigger warning
Προειδοποίηση περιεχομένου. Μια ειδοποίηση πριν από κείμενο, μάθημα, ταινία ή άλλο υλικό που περιλαμβάνει ενδεχομένως έντονα ή τραυματικά θέματα. Για παράδειγμα: "Το ακόλουθο κείμενο περιέχει αναφορές σε σεξουαλική βία".
Ξεκίνησε κυρίως ως τρόπος προετοιμασίας ανθρώπων που έχουν βιώσει τραυματικές εμπειρίες. Αργότερα έγινε ένα από τα χαρακτηριστικότερα πεδία των πολιτισμικών πολέμων, ιδιαίτερα στα πανεπιστήμια.
Safe space
Κυριολεκτικά: ασφαλής χώρος.
Ένας χώρος στον οποίο μια ομάδα ανθρώπων μπορεί να συζητήσει χωρίς φόβο παρενόχλησης, διακρίσεων ή προσωπικών επιθέσεων. Η έννοια χρησιμοποιήθηκε ιδιαίτερα από οργανώσεις γυναικών και LGBTQ+ κοινοτήτων.
Οι επικριτές της επέκτασής της στα πανεπιστήμια υποστηρίζουν ότι ένας χώρος μάθησης δεν πρέπει να προστατεύει τους φοιτητές από ιδέες που τους ενοχλούν. Και έτσι μια μάλλον αθώα έκφραση μετατράπηκε σε μεγάλη συζήτηση για την ελευθερία του λόγου.
Privilege
Προνόμιο. Μόνο που εδώ δεν σημαίνει απαραίτητα Ferrari, ιδιωτικό αεροπλάνο και σπίτι στο Saint-Tropez. Στη σύγχρονη κοινωνιολογική χρήση σημαίνει ένα πλεονέκτημα που κάποιος μπορεί να έχει λόγω της κοινωνικής θέσης ή μιας ταυτότητάς του, χωρίς να το έχει επιλέξει.
Έτσι προκύπτουν εκφράσεις όπως: λευκό προνόμιο, ανδρικό προνόμιο, ταξικό προνόμιο. Η βασική ιδέα δεν είναι αναγκαστικά ότι κάποιος είχε εύκολη ζωή. Είναι ότι ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό του δεν αποτέλεσε επιπλέον εμπόδιο.
Οι επικριτές θεωρούν ότι η έννοια μπορεί να καταλήξει να αντιμετωπίζει ανθρώπους πρωτίστως ως μέλη ομάδων και όχι ως άτομα.
Check your privilege
Και αφού υπάρχει προνόμιο, κάποια στιγμή θα σου ζητηθεί να το… ελέγξεις. Check your privilege σημαίνει περίπου: "Πριν κρίνεις την εμπειρία κάποιου άλλου, αναλογίσου εάν η δική σου κοινωνική θέση σε κάνει να βλέπεις διαφορετικά το ζήτημα".
Δεν σημαίνει: "Έλεγξε αν έχεις μαζί σου την κάρτα μέλους της business lounge".
Intersectionality
Εδώ τα πράγματα γίνονται λίγο πιο ακαδημαϊκά. Διαθεματικότητα.
Ο όρος συνδέεται ιδιαίτερα με τη νομικό Kimberlé Crenshaw και περιγράφει την ιδέα ότι διαφορετικές μορφές κοινωνικού μειονεκτήματος ή διακρίσεων μπορούν να αλληλεπιδρούν.
Μια μαύρη γυναίκα, για παράδειγμα, μπορεί να αντιμετωπίζει εμπειρίες που δεν εξηγούνται πλήρως εξετάζοντας μόνο τον ρατσισμό ή μόνο τον σεξισμό. Η θεωρία εξετάζει την τομή των δύο. Εξ ου και: intersectionality.
Ally
Όχι, δεν πρόκειται για στρατιωτική συμμαχία. Ally είναι κάποιος που υποστηρίζει μια κοινωνική ομάδα στην οποία ο ίδιος δεν ανήκει. Ένας άνδρας μπορεί να είναι ally (σύμμαχος) των γυναικών. Ένας heterosexual μπορεί να θεωρεί τον εαυτό του ally της LGBTQ+ κοινότητας.
Η ιδέα είναι ότι η καταπολέμηση μιας διάκρισης δεν αποτελεί αποκλειστικά ευθύνη εκείνων που τη βιώνουν.
Cisgender
Ένας από τους όρους που προκαλούν συχνά απορίες. Cisgender είναι το αντίθετο του transgender. Περιγράφει έναν άνθρωπο του οποίου η ταυτότητα φύλου αντιστοιχεί στο φύλο που του αποδόθηκε κατά τη γέννηση.
Εάν γεννήθηκες άνδρας και αυτοπροσδιορίζεσαι ως άνδρας, σύμφωνα με αυτή την ορολογία είσαι cisgender. Η λέξη εμφανίζεται με τη σημερινή σημασία της από τη δεκαετία του 1990.
Pronouns
Αντωνυμίες.
- Αυτούς/αυτού.
- Αυτή/αυτής.
- Αυτοί/αυτών.
Η αναγραφή τους σε υπογραφές email και σε προφίλ στα social-media έγινε ιδιαίτερα διαδεδομένη ως τρόπος δήλωσης του τρόπου με τον οποίο επιθυμεί κάποιος να αναφέρεται το φύλο του.
Για τους υποστηρικτές, είναι μια απλή πράξη ευγένειας και συμπερίληψης. Για αρκετούς επικριτές, η θεσμοποίησή τους - ιδίως όταν γίνεται υποχρεωτική - μετατρέπει μια προσωπική επιλογή σε πολιτική δήλωση.
Misgendering
Χρήση φύλου ή αντωνυμίας διαφορετικής από εκείνη με την οποία αυτοπροσδιορίζεται κάποιος. Μπορεί να είναι κατά λάθος. Μπορεί να είναι σκόπιμη. Και η διαφορά μεταξύ των δύο είναι συχνά κρίσιμη για τη συζήτηση.
Deadnaming
Η χρήση του προηγούμενου ονόματος ενός transgender ανθρώπου μετά την αλλαγή του ονόματός του. Ονομάζεται deadname επειδή πρόκειται για το όνομα που το άτομο έχει εγκαταλείψει.
Και όχι, παρά την κάπως δραματική αγγλική ονομασία, κανείς δεν χρειάζεται να έχει πεθάνει.
Cultural appropriation
Πολιτισμική ιδιοποίηση.
Η υιοθέτηση στοιχείων ενός πολιτισμού από μέλη άλλου πολιτισμού, ιδιαίτερα όταν υπάρχει ανισορροπία ισχύος ή όταν τα στοιχεία χρησιμοποιούνται χωρίς σεβασμό στο αρχικό τους πλαίσιο.
Και κάπου εδώ αρχίζει μία από τις δυσκολότερες ερωτήσεις: Πότε η πολιτισμική ανταλλαγή γίνεται πολιτισμική ιδιοποίηση;
Η μουσική, η μόδα, η κουζίνα και η τέχνη αναπτύσσονται εδώ και αιώνες ακριβώς επειδή οι πολιτισμοί δανείζονται ο ένας από τον άλλο.
Οι υποστηρικτές της έννοιας απαντούν ότι το πρόβλημα δεν είναι ο δανεισμός αυτός καθαυτός, αλλά οι συνθήκες και ο τρόπος με τον οποίο γίνεται.
Decolonise
Κάποτε το decolonisation είχε μια αρκετά συγκεκριμένη σημασία: το τέλος της αποικιοκρατικής κυριαρχίας. Σήμερα χρησιμοποιείται πολύ ευρύτερα.
Μπορούμε να ακούσουμε για: "αποαποικιοποίηση του προγράμματος σπουδών", "αποαποικιοποίηση των μουσείων", "αποαποικιοποίηση της γνώσης".
Στην περίπτωση ενός πανεπιστημίου μπορεί να σημαίνει επανεξέταση ενός προγράμματος σπουδών ώστε να περιλαμβάνει περισσότερες μη δυτικές προσεγγίσεις. Οι επικριτές θεωρούν ότι σε ορισμένες χρήσεις η λέξη έχει διευρυνθεί τόσο πολύ ώστε κινδυνεύει να χάσει την αρχική ιστορική της σημασία.
Problematic
Ίσως η πιο χρήσιμη λέξη ολόκληρου του λεξικού. Προβληματικό. Δεν χρειάζεται να πεις ότι κάτι είναι κακό. Δεν χρειάζεται να πεις ότι είναι ρατσιστικό. Ούτε σεξιστικό.
Μπορείς απλώς να πεις: "Είναι προβληματικό". Και να αφήσεις την υπόλοιπη συζήτηση να ξεκινήσει μόνη της.
Διαβάστε ακόμα: Το τέλος της DEI μόδας και η επιστροφή στην αξιοκρατία
Harm
Κανονικά σημαίνει βλάβη. Στον σύγχρονο πολιτικό και πανεπιστημιακό λόγο μπορεί να περιλαμβάνει όχι μόνο σωματική βλάβη αλλά και ψυχολογική ή συναισθηματική. Εδώ βρίσκεται μια ουσιαστική διαφωνία.
Πότε ο προσβλητικός λόγος προκαλεί πραγματική βλάβη; Και πότε είναι απλώς λόγος που μας ενοχλεί;
Η απάντηση έχει μεγάλη σημασία επειδή μια κοινωνία συνήθως αντιμετωπίζει διαφορετικά κάτι που θεωρεί απλώς προσβλητικό από κάτι που θεωρεί επιβλαβές.
Toxic
Κάποτε σήμαινε τοξικό. Δηλητηριώδες. Σήμερα μπορεί να είναι:
- "τοξική αρρενωπότητα,
- "τοξικό εργασιακό περιβάλλον",
- "τοξική σχέση",
- "τοξική θετικότητα".
Ελάχιστες λέξεις πραγματοποίησαν τόσο επιτυχημένη καριέρα έξω από το εργαστήριο χημείας.
Gaslighting
Άλλη μία λέξη που έκανε τεράστια καριέρα. Προέρχεται από το θεατρικό έργο Gas Light (το φως του γκαζιού) και τις κινηματογραφικές μεταφορές του.Αρχικά περιέγραφε μια συγκεκριμένη μορφή ψυχολογικής χειραγώγησης κατά την οποία κάποιος κάνει έναν άλλο άνθρωπο να αμφιβάλλει για την αντίληψη της πραγματικότητας.
Σήμερα χρησιμοποιείται τόσο συχνά ώστε μερικές φορές σημαίνει απλώς: "διαφωνείς με την εκδοχή μου για το τι συνέβη". Και αυτή ακριβώς η διεύρυνση της σημασίας της έχει προκαλέσει αντιδράσεις.
Person-first language
Εδώ φτάνουμε σε μια πολύ πρόσφατη βρετανική συζήτηση. Η λογική του person-first language είναι ότι ο άνθρωπος πρέπει να προηγείται γλωσσικά του χαρακτηριστικού ή της κατάστασής του.
Έτσι: όχι "άστεγος", αλλά "άνθρωπος που βιώνει την αστεγία", όχι "εξαρτημένος", αλλά "άνθρωπος που αντιμετωπίζει προβλήματα εξάρτησης από ουσίες".
Η φιλοσοφία είναι απλή: ο άνθρωπος δεν πρέπει να ταυτίζεται πλήρως με ένα χαρακτηριστικό του.
Το Nottingham City Council διαθέτει μάλιστα έναν οκτασέλιδο οδηγό για την αποφυγή στιγματιστικής γλώσσας.
Προτείνει, μεταξύ άλλων:
- "αιτών άσυλο" → "άνθρωπος που ζητά άσυλο"
- "αλκοολικός" → "άνθρωπος με εξάρτηση από το αλκοόλ" / "άνθρωπος με προβληματική κατανάλωση αλκοόλ"
- "ηλικιωμένος" → "άτομο μεγαλύτερης ηλικίας"
- "αλλαγή φύλου" → "επέμβαση επιβεβαίωσης φύλου"
Ο ίδιος ο οδηγός εξηγεί ότι η person-first γλώσσα αναγνωρίζει πως μια κατάσταση είναι κάτι που ένας άνθρωπος έχει ή βιώνει και όχι το σύνολο αυτού που είναι.
Οι επικριτές θεωρούν ότι τέτοιες οδηγίες μπορούν να οδηγήσουν σε δυσκίνητη γραφειοκρατική γλώσσα και να αλλάζουν τις λέξεις χωρίς να αλλάζουν τα πραγματικά προβλήματα. Υπάρχει μάλιστα μια ωραία ειρωνεία στην υπόθεση του Nottingham.
Η επίσημη ιστοσελίδα του ίδιου του Δήμου εξακολουθεί να διαθέτει ενότητα με τίτλο: "Αναφορικά με τους αιτούντες άσυλο και τους πρόσφυγες". Η γλώσσα εξελίσσεται. Η ιστοσελίδα, προφανώς, χρειάζεται λίγο περισσότερο χρόνο.
Marginalised
Περιθωριοποιημένος. Η λέξη χρησιμοποιείται για ομάδες που θεωρείται ότι έχουν μικρότερη πρόσβαση σε κοινωνική, οικονομική ή πολιτική ισχύ.
Σε ορισμένους σύγχρονους οδηγούς προτιμάται μάλιστα από το "μειοψηφία", επειδή υποδηλώνει ότι η θέση μιας ομάδας δεν είναι απλώς αριθμητικό γεγονός αλλά αποτέλεσμα κοινωνικών συνθηκών.
Undocumented
Χωρίς νόμιμα έγγραφα παραμονής. Χρησιμοποιείται συχνά αντί του "παράτυπος μετανάστης". Η επιλογή λέξης εδώ δεν είναι απλώς γλωσσική. Αντανακλά δύο διαφορετικούς τρόπους περιγραφής του ίδιου ανθρώπου.
Η μία έκφραση δίνει έμφαση στην παραβίαση της μεταναστευτικής νομοθεσίας. Η άλλη στο μεταναστευτικό καθεστώς του ατόμου. Γι’ αυτό και η επιλογή μεταξύ τους έχει εξελιχθεί σε πολιτική διαμάχη.
Survivor (επιζών)
Σε ορισμένα συμφραζόμενα προτιμάται αντί του "θύματος". Ο λόγος είναι ότι η λέξη survivor θεωρείται ότι δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην αυτενέργεια και την ανθεκτικότητα του ανθρώπου αντί να τον ορίζει αποκλειστικά μέσω αυτού που υπέστη.
Δεν συμφωνούν όμως όλοι οι άνθρωποι που έχουν υποστεί βία ότι θέλουν να περιγράφονται με τον ίδιο τρόπο. Και αυτό μας οδηγεί σε μία από τις αντιφάσεις ολόκληρης της συζήτησης: μια γλώσσα που επιδιώκει να σέβεται τον αυτοπροσδιορισμό πρέπει αναγκαστικά να αφήνει χώρο και σε ανθρώπους που επιλέγουν διαφορετικούς όρους.
Cancel culture
Και φυσικά φτάνουμε στο cancel culture. Περιγράφει την προσπάθεια δημόσιας αποδοκιμασίας ή κοινωνικής και επαγγελματικής απομόνωσης ενός προσώπου λόγω απόψεων ή συμπεριφορών που θεωρούνται απαράδεκτες.
Οι επικριτές μιλούν για σύγχρονο κοινωνικό εξοστρακισμό. Οι αντίπαλοί τους συχνά απαντούν:"Δεν είναι κουλτούρα ακύρωσης. Είναι κουλτούρα συνεπειών."
Δηλαδή: "δεν σε "ακυρώνουν". Απλώς αντιμετωπίζεις τις συνέπειες όσων είπες.
Και έτσι, φυσικά, χρειάζεται άλλη μία λέξη για να εξηγήσει την προηγούμενη.
Virtue signalling
Επίδειξη αρετής. Ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως επικριτικά για κάποιον που εκφράζει μια ηθικά αποδεκτή θέση όχι επειδή ενδιαφέρεται πραγματικά για το θέμα αλλά επειδή θέλει να επιδείξει στους άλλους ότι είναι καλός άνθρωπος.
Το πρόβλημα; Είναι εξαιρετικά δύσκολο να γνωρίζουμε τα πραγματικά κίνητρα κάποιου. Γι’ αυτό το virtue signalling λειτουργεί συχνά περισσότερο ως πολιτική κατηγορία παρά ως κάτι που μπορεί εύκολα να αποδειχθεί.
Tone policing
Όταν κάποιος απαντά περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο εκφράστηκε ένα επιχείρημα παρά στο ίδιο το επιχείρημα. Για παράδειγμα: "Θα σε άκουγα εάν δεν ήσουν τόσο θυμωμένος". Η απάντηση μπορεί να είναι: "You’re tone policing me". Με απλά ελληνικά: "Ασχολείσαι με τον τόνο μου για να αποφύγεις αυτό που λέω".
Educate yourself
Μια από τις πιο παράξενες εκφράσεις της εποχής του internet. Κάποιος σου λέει ότι κάνεις λάθος. Τον ρωτάς γιατί. Και η απάντηση είναι: "Educate yourself". Δηλαδή: "Ενημερώσου μόνος σου".
Είναι ίσως η μοναδική μορφή πολιτικής συζήτησης στην οποία κάποιος ισχυρίζεται ότι κέρδισε το debate αναθέτοντας στον αντίπαλό του την εργασία για το σπίτι.
Do the work
Συγγενής έκφραση.
Σημαίνει ότι η κατανόηση των προκαταλήψεων ή των κοινωνικών ανισοτήτων απαιτεί προσωπική προσπάθεια, αυτοκριτική και ενημέρωση. Σε πιο ειρωνική ανάγνωση: έχεις homework.
Be better
Η απόλυτη οικονομία λέξεων. Δεν χρειάζεται να εξηγήσεις ακριβώς τι έκανε κάποιος λάθος. Be better. "Γίνε καλύτερος". Δύο λέξεις. Ολόκληρη η ηθική αξιολόγηση συμπεριλαμβάνεται στην τιμή.
Γιατί όμως αλλάζουν συνεχώς οι λέξεις;
Δεν πρόκειται απλώς για μια συλλογή παράξενων νεολογισμών. Πίσω από τις αλλαγές βρίσκεται μια πολύ παλιά ιδέα: οι λέξεις επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τους ανθρώπους και τον κόσμο.
Γι’ αυτό δεν λέμε σήμερα πολλά πράγματα όπως τα έλεγαν οι προηγούμενες γενιές. Κάποιες γλωσσικές αλλαγές που κάποτε θεωρούνταν υπερβολικές είναι σήμερα απολύτως φυσιολογικές. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει πραγματικό ερώτημα για το πού τελειώνει η ευγένεια και πού αρχίζει η προσπάθεια ελέγχου της γλώσσας.
Και ακόμη σημαντικότερο: αν αλλάξεις τη λέξη, αλλάζεις και την πραγματικότητα;
Ο αλκοολισμός δεν εξαφανίζεται επειδή λες ο άνθρωπος που αντιμετωπίζει πρόβλημα αλκοολισμού.
Η αστεγία δεν λύνεται επειδή μιλάς για το άτομο που αντιμετωπίζει εμπειρία αστεγίας.
Ούτε όμως είναι αδιάφορο το πώς μιλά μια κοινωνία για τους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν αυτά τα προβλήματα. Και οι δύο προτάσεις μπορούν να είναι αληθινές ταυτόχρονα.
Το λεξικό ως πολιτικό πεδίο μάχης
Ίσως λοιπόν η πραγματική ιστορία πίσω από το "woke λεξικό" να μην αφορά τις λέξεις. Αφορά ποιος έχει τη δύναμη να τις ορίζει. Κάθε πολιτική εποχή δημιουργεί το δικό της λεξιλόγιο.
Οι λέξεις περιγράφουν τον κόσμο, αλλά ταυτόχρονα επιχειρούν και να καθορίσουν τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να τον βλέπουμε. Γι’ αυτό οι πολιτισμικοί πόλεμοι καταλήγουν τόσο συχνά σε μάχες για λεξικά.
Οι διαφωνίες δεν αφορούν μόνο ποια λέξη είναι περισσότερο ευγενική. Αφορούν το τι πιστεύουμε ότι συμβαίνει στην πραγματικότητα. Και ίσως αυτό εξηγεί γιατί το σύγχρονο πολιτικό λεξιλόγιο προκαλεί τόσο έντονες αντιδράσεις.
Όποιος καταφέρει να αλλάξει τις λέξεις με τις οποίες συζητάμε ένα πρόβλημα έχει ήδη αλλάξει - έστω και λίγο - τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε το ίδιο το πρόβλημα.


Add comment
Comments