Η Ελλάδα του εμπορίου και της εστίασης: Ποιοι κλάδοι απασχολούν τους περισσότερους και ποιοι παράγουν την αξία

Published on October 2, 2026 at 12:42 PM

Εμπόριο και καταλύματα–εστίαση συγκεντρώνουν σχεδόν το 44% της επιχειρηματικής απασχόλησης, αλλά παράγουν μόλις το 28,4% της προστιθέμενης αξίας  - Η μεταποίηση δημιουργεί το 17% της αξίας με το 11,1% των εργαζομένων

Από την Κίρκη | Συντακτική ομάδα Greece2Day

Η ελληνική οικονομία δεν πάσχει από έλλειψη επιχειρήσεων. Πάσχει κυρίως από τη σύνθεση, το μικρό μέγεθος και τη χαμηλή παραγωγικότητα μεγάλου μέρους τους. Η νέα ακτινογραφία της ΕΛΣΤΑΤ για τη διάρθρωση των επιχειρήσεων το 2024 αποτυπώνει με αριθμούς ένα από τα βασικότερα προβλήματα του παραγωγικού μοντέλου: οι κλάδοι που απασχολούν τους περισσότερους ανθρώπους δεν είναι απαραιτήτως εκείνοι που δημιουργούν τη μεγαλύτερη αξία ανά εργαζόμενο.

Στους τομείς της βιομηχανίας, των κατασκευών, του εμπορίου και των υπηρεσιών δραστηριοποιήθηκαν το 2024 συνολικά 966.366 επιχειρήσεις, με κύκλο εργασιών €447,5 δισ. και ακαθάριστη προστιθέμενη αξία €114,2 δισ. Οι επιχειρήσεις αυτές απασχολούσαν 3,63 εκατ. ανθρώπους, από τους οποίους τα 2,71 εκατ. ήταν μισθωτοί. Παράλληλα, πραγματοποίησαν ακαθάριστες επενδύσεις σε υλικά αγαθά ύψους €21,3 δισ. 

Το εμπόριο παραμένει ο μεγαλύτερος κλάδος

Η μεγαλύτερη συγκέντρωση επιχειρήσεων, εργαζομένων και κύκλου εργασιών συναντάται στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο. Το 2024 δραστηριοποιούνταν στον κλάδο 220.588 επιχειρήσεις, δηλαδή το 22,8% του συνόλου. Το εμπόριο παρήγαγε κύκλο εργασιών €167,7 δισ., περισσότερο από το ένα τρίτο του συνολικού τζίρου της επιχειρηματικής οικονομίας. Ταυτόχρονα, απασχολούσε 846.889 ανθρώπους, το 23,3% του συνόλου, και δημιουργούσε €22,3 δισ. προστιθέμενης αξίας, ποσοστό 19,6%.


Το εμπόριο είναι επομένως ο μεγαλύτερος κλάδος με όρους απόλυτου μεγέθους. Ωστόσο, η συμμετοχή του στην απασχόληση είναι υψηλότερη από τη συμμετοχή του στην προστιθέμενη αξία. Με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο υπολογίζεται σε περίπου €26.400, έναντι μέσου όρου €31.400 για το σύνολο των εξεταζόμενων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Επιπλέον, το 2024 ο αριθμός των εμπορικών επιχειρήσεων μειώθηκε κατά 1,1%, ενώ ο κύκλος εργασιών αυξήθηκε μόλις κατά 2,9%. Η προστιθέμενη αξία αυξήθηκε περισσότερο, κατά 8,3%, με την απασχόληση να ενισχύεται κατά 1,6%.

Καταλύματα και εστίαση: Πολλές θέσεις, χαμηλότερη αξία ανά εργαζόμενο

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόσταση ανάμεσα στην απασχόληση και στην παραγόμενη αξία στις δραστηριότητες καταλυμάτων και εστίασης. Ο κλάδος συγκεντρώνει:

Ο κλάδος όμως παρήγαγε προστιθέμενη αξία €10 δισ., που αντιστοιχεί σε περίπου €13.500 ανά απασχολούμενο. Πρόκειται για λιγότερο από το μισό του μέσου όρου της επιχειρηματικής οικονομίας και περίπου το 28% της αντίστοιχης αξίας στη μεταποίηση. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο τουρισμός ή η εστίαση δεν είναι σημαντικοί. Αποτελούν βασικές πηγές εισοδήματος, εξαγωγικών εσόδων και περιφερειακής απασχόλησης. Δείχνει, όμως, ότι ένα παραγωγικό μοντέλο που στηρίζεται υπερβολικά σε κλάδους υψηλής έντασης εργασίας και εποχικότητας δυσκολεύεται να πετύχει μεγάλη συνολική άνοδο της παραγωγικότητας και των πραγματικών μισθών.

Το θετικό στοιχείο είναι ότι η προστιθέμενη αξία του κλάδου αυξήθηκε κατά 14,8% το 2024, πολύ ταχύτερα από την απασχόληση, η οποία ενισχύθηκε κατά 2,4%. Επειδή όμως τα μεγέθη υπολογίζονται σε τρέχουσες τιμές, μέρος της αύξησης μπορεί να αντανακλά υψηλότερες τιμές και όχι μόνο μεγαλύτερο πραγματικό προϊόν. 

Η μεταποίηση δημιουργεί περισσότερη αξία με λιγότερους εργαζομένους

Η εικόνα της μεταποίησης είναι σχεδόν αντίστροφη. Οι μεταποιητικές επιχειρήσεις αποτελούν μόλις το 5,9% του συνόλου και απασχολούν το 11,1% των εργαζομένων. Παράγουν όμως το 17% της συνολικής προστιθέμενης αξίας και περισσότερο από το 20% του κύκλου εργασιών. Η προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο υπολογίζεται σε περίπου €48.000, δηλαδή περίπου 53% υψηλότερα από τον μέσο όρο και υπερτριπλάσια από την αντίστοιχη επίδοση καταλυμάτων και εστίασης. Το 2024 ο αριθμός των μεταποιητικών επιχειρήσεων παρέμεινε ουσιαστικά στάσιμος, μειωμένος κατά 0,1%. Η απασχόληση αυξήθηκε κατά 4,9%, ενώ η προστιθέμενη αξία ενισχύθηκε κατά 12%.

Η μεταποίηση, επομένως, εξακολουθεί να έχει σχετικά περιορισμένο βάρος στην απασχόληση, αλλά δημιουργεί δυσανάλογα μεγαλύτερη αξία. Αυτό εξηγεί γιατί η ενίσχυσή της βρίσκεται στον πυρήνα της συζήτησης για παραγωγική ανασυγκρότηση, εξαγωγές, τεχνολογικές επενδύσεις και υψηλότερους μισθούς. 

Οι κλάδοι υψηλότερης αξίας ανά εργαζόμενο

Οι υπολογισμοί με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των κλάδων:

 

Οι χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες εμφανίζουν με μεγάλη διαφορά την υψηλότερη προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο. Ο κλάδος παράγει το 11,3% της συνολικής αξίας με μόλις το 2% της απασχόλησης. Η επίδοση αυτή όμως πρέπει να διαβαστεί προσεκτικά, καθώς πρόκειται για έναν ιδιαίτερα κεφαλαιοβόρο κλάδο, στον οποίο η προστιθέμενη αξία δεν συνδέεται με την ανθρώπινη εργασία με τον ίδιο τρόπο όπως στη μεταποίηση, στο εμπόριο ή στην εστίαση.

Ισχυρή είναι και η εικόνα της πληροφορικής και των επικοινωνιών. Με μόλις το 3,3% της απασχόλησης, ο κλάδος παράγει το 6,1% της προστιθέμενης αξίας. Το 2024 απέκτησε 7,6% περισσότερες επιχειρήσεις, ενώ η απασχόληση αυξήθηκε κατά 5,3% και η προστιθέμενη αξία κατά 6,8%.

Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι η τεχνολογία μπορεί να αποτελέσει κλάδο υψηλότερης παραγωγικότητας. Δείχνουν όμως επίσης ότι το σημερινό της μέγεθος παραμένει ακόμη πολύ μικρό για να μεταβάλει από μόνο του τη συνολική διάρθρωση της οικονομίας. 

Οι κατασκευές κατέγραψαν μία από τις ισχυρότερες επιδόσεις του 2024. Ο αριθμός των επιχειρήσεων αυξήθηκε κατά 6,8%, ο κύκλος εργασιών κατά 24,1%, η απασχόληση κατά 13% και η προστιθέμενη αξία κατά 31,3%. Η εξέλιξη αντανακλά την ανάκαμψη της οικοδομής, τα μεγάλα έργα υποδομών, τις τουριστικές επενδύσεις και την αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο πόσο αυξάνονται οι κατασκευές αλλά και τι κατασκευάζεται. Οι νέες κατοικίες, τα τουριστικά ακίνητα, τα δημόσια έργα, οι αποθήκες και οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις έχουν πολύ διαφορετική επίδραση στη μακροχρόνια παραγωγική δυναμικότητα.

Ανάπτυξη παραγωγικότητας 7,4% – αλλά όχι όλη «πραγματική»

Η ΕΛΣΤΑΤ υπολογίζει ότι η παραγωγικότητα, οριζόμενη ως ακαθάριστη προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο, αυξήθηκε κατά 7,4% μεταξύ 2023 και 2024. Η βελτίωση προκύπτει επειδή η προστιθέμενη αξία αυξήθηκε κατά 11,9%, ενώ η απασχόληση αυξήθηκε κατά 4,1%. 


Χρειάζεται, όμως, μία κρίσιμη διευκρίνιση: η προστιθέμενη αξία των συγκεκριμένων στατιστικών καταγράφεται σε τρέχουσες τιμές. Επομένως, η αύξηση κατά 7,4% δεν πρέπει να παρουσιαστεί ως ισόποση αύξηση της πραγματικής παραγωγικότητας. Μέρος της μπορεί να προέρχεται από υψηλότερες τιμές, από αλλαγές στα περιθώρια κέρδους ή από μεταβολές στη σύνθεση των κλάδων. Για τον υπολογισμό της πραγματικής παραγωγικότητας απαιτούνται αποπληθωρισμένα μεγέθη και, ιδανικά, σύγκριση της πραγματικής προστιθέμενης αξίας με τις συνολικές ώρες εργασίας.

Το πραγματικό παραγωγικό δίλημμα

Η νέα αποτύπωση δεν δείχνει μια οικονομία χωρίς δυναμικούς κλάδους. Η μεταποίηση, η πληροφορική, οι μεταφορές, οι επαγγελματικές υπηρεσίες και οι κατασκευές εμφανίζουν σημαντικές εστίες ανάπτυξης. Το πρόβλημα είναι ότι οι δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας παραμένουν σχετικά μικρές σε όρους απασχόλησης, ενώ πολύ μεγάλος αριθμός εργαζομένων και επιχειρήσεων συγκεντρώνεται στο εμπόριο, στην εστίαση και σε υπηρεσίες χαμηλότερης παραγωγικότητας.

Εμπόριο και καταλύματα–εστίαση απασχολούν από κοινού το 43,7% των εργαζομένων της εξεταζόμενης επιχειρηματικής οικονομίας, αλλά παράγουν το 28,4% της προστιθέμενης αξίας. Η μεταποίηση, αντίθετα, παράγει το 17% της αξίας με το 11,1% της απασχόλησης.

Αυτή είναι ίσως η καθαρότερη περιγραφή του ελληνικού παραγωγικού προβλήματος: η χώρα δημιουργεί πολλές θέσεις εργασίας, αλλά υπερβολικά μεγάλο μέρος τους βρίσκεται ακόμη σε δραστηριότητες όπου η αξία που παράγεται ανά εργαζόμενο παραμένει χαμηλή. Η πρόκληση δεν είναι να εγκαταλειφθούν το εμπόριο, ο τουρισμός ή η εστίαση. Είναι να γίνουν παραγωγικότερα και, ταυτόχρονα, να αυξηθεί το βάρος της μεταποίησης, της τεχνολογίας, των εξαγώγιμων υπηρεσιών και των επιχειρήσεων που μπορούν να επενδύουν, να μεγαλώνουν και να πληρώνουν υψηλότερους μισθούς.

Add comment

Comments

There are no comments yet.