Οι πόλεμοι, ο πληθωρισμός και η αποδόμηση του κανόνα του χρυσού

Published on October 8, 2026 at 4:11 PM

Καθώς ο Πιτ Χέγκσεθ, ο "υπουργός Πολέμου" του Ντόναλντ Τραμπ, ζητά αύξηση κατά 50% των στρατιωτικών δαπανών - σε επίπεδα που ξεπερνούν το αστρονομικό $1,5 τρισ. - αξίζει να θυμηθούμε ότι, ιστορικά, οι πολεμικές δαπάνες υπήρξαν ο βασικός εχθρός του υγιούς νομίσματος.

Ορισμένοι υπερασπιστές του πολεμικού κράτους επιρρίπτουν την ευθύνη στις κοινωνικές δαπάνες. Όμως, διαχρονικά, οι πόλεμοι είναι εκείνοι που οδηγούν στην κατάρρευση των νομισμάτων και στην εκτόξευση των δημόσιων δαπανών. Οι κοινωνικές παροχές μπορούν πράγματι να γίνουν δυσβάστακτες και να ενισχύσουν την εξουσία της πολιτικής τάξης. Είναι, όμως, οι δημοσιονομικές απαιτήσεις του πολέμου που προκαλούν τεράστιες αυξήσεις στις δημόσιες δαπάνες - αυξήσεις οι οποίες θα ήταν πολιτικά αδιανόητες αν αφορούσαν απλώς συνταξιοδοτικά προγράμματα.

Στη διάρκεια πολέμων, οι κρατικοί προϋπολογισμοί μπορεί να τριπλασιαστούν ή να τετραπλασιαστούν. Στη Βρετανία, κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αυξήθηκαν κατά δώδεκα φορές. Και τα φορολογικά έσοδα σπάνια ακολουθούν ανάλογη πορεία. Στη Βρετανία, για παράδειγμα, μέρος των πολεμικών δαπανών χρηματοδοτήθηκε με περικοπές σε άλλους τομείς: οι πολιτικές δαπάνες μειώθηκαν από το 10% στο 5% του ΑΕΠ. Ακόμη κι έτσι, όμως, οι περικοπές μαζί με τις αυξήσεις φόρων δεν μπορούσαν να καλύψουν την άνοδο των στρατιωτικών δαπανών. Τα φορολογικά έσοδα τετραπλασιάστηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου, ενώ οι δαπάνες αυξήθηκαν κατά δώδεκα φορές. Έτσι, στα πέντε οικονομικά έτη που ξεκίνησαν την 1η Απριλίου 1914, οι φόροι κάλυψαν μόλις το 25% των συνολικών δαπανών.

Ακόμη και οι "ηπιότερες" αυξήσεις ήταν τεράστιες. Στη Γαλλία, οι συνολικές κρατικές δαπάνες, με κύριο μοχλό τις πολεμικές ανάγκες, αυξήθηκαν από 10,5 δισ. φράγκα το 1914 σε 46,9 δισ. το 1918. Στη Γερμανία, οι κρατικές δαπάνες εκτινάχθηκαν κατά 17 φορές, από 3 δισ. μάρκα το 1914 σε 52 δισ. το 1918.

Πώς ο πόλεμος χρηματοδοτήθηκε με χρέος και νέο χρήμα

Στη Γαλλία, όπως και στη Βρετανία, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Γερμανία και στα υπόλοιπα εμπόλεμα κράτη, τα τεράστια πολεμικά χρέη κάλυψαν το χάσμα ανάμεσα στα φορολογικά έσοδα και στις συνολικές κρατικές δαπάνες. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επέλεξαν γενικά να χρηματοδοτήσουν μεγάλο μέρος του χρέους μέσω της δημιουργίας νέου χρήματος, αντί να αυξήσουν τους φόρους τόσο ώστε να καλύψουν το κόστος του πολέμου. Η Γαλλία, η Βρετανία και η Γερμανία, όπως έχει επισημανθεί, "στηρίχθηκαν πολύ περισσότερο στο χρέος και στον πληθωρισμό παρά στη φορολογία για να χρηματοδοτήσουν τις κρατικές δαπάνες". Το αποτέλεσμα ήταν σημαντική νομισματική διόγκωση. Το γερμανικό χρέος μετατράπηκε σε χρήμα και η κυκλοφορία νέων χαρτονομισμάτων εκτοξεύθηκε. Η ποσότητα του γερμανικού νομίσματος σε κυκλοφορία αυξήθηκε κατά 599% στη διάρκεια του πολέμου. Στη Βρετανία και στη Γαλλία, η αύξηση ήταν 91% και 386% αντίστοιχα.

Τέτοιες εκρηκτικές αυξήσεις στα ελλείμματα και στις δαπάνες μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα σπάνια - αν όχι ποτέ - παρατηρούνται στις κοινωνικές δαπάνες. Αντίθετα, η ανεξέλεγκτη κρατική επέκταση, που μπορεί να πολλαπλασιάσει τις συνολικές δαπάνες κατά πέντε ή δέκα φορές, δικαιολογείται στο όνομα ενός μείγματος εθνικισμού, φόβου και προπαγάνδας: η "νίκη" στον πόλεμο - όπως κι αν την ορίζουν οι πολιτικές ελίτ - υποτίθεται ότι αξίζει κάθε τίμημα.

Είναι γνωστό ότι η Γερμανία βίωσε υπερπληθωρισμό μετά τον πόλεμο, εξαιτίας των δυσβάστακτων χρεών της, τα οποία επιβαρύνθηκαν περαιτέρω από τις αποζημιώσεις που επιβλήθηκαν με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Αξίζει, όμως, να θυμόμαστε ότι και οι "νικητές" του πολέμου υπέστησαν εξουθενωτικά επίπεδα χρέους, δαπανών και πληθωρισμού. Το αποτέλεσμα ήταν ταχεία άνοδος των τιμών σε όλες τις εμπόλεμες χώρες. "Από το 1914 έως το 1918, η προσφορά χρήματος στο Ηνωμένο Βασίλειο διπλασιάστηκε. Όπως ήταν φυσικό, το ίδιο συνέβη και με το επίπεδο των τιμών". Έως το 1919, το Βέλγιο, η Βρετανία, η Γαλλία, η Ολλανδία και η Ιταλία είχαν όλες λόγο χρέους προς ΑΕΠ πάνω από 100%, ενώ οι τιμές τους είχαν διπλασιαστεί σε σχέση με το 1913.


Αυτή η εξέλιξη συνέβαλε άμεσα στη μεταμόρφωση της νομισματικής πολιτικής που ακολούθησε τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η αλλαγή αυτή διαμορφώθηκε μέσα από δύο διεθνείς διασκέψεις για τη νομισματική πολιτική: τη Διεθνή Χρηματοοικονομική Διάσκεψη των Βρυξελλών το 1920 και τη Διάσκεψη της Γένοβας το 1922. Οι αποφάσεις τους προετοίμασαν το έδαφος για την επέκταση των κεντρικών τραπεζών και την τελική εγκατάλειψη του κανόνα του χρυσού.

Η Διεθνής Χρηματοοικονομική Διάσκεψη των Βρυξελλών

Για να αντιμετωπίσουν τα αυξανόμενα πολεμικά χρέη και να διευκολύνουν τη χρηματοδότησή τους μέσω της δημιουργίας χρήματος, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ανέστειλαν την εφαρμογή του κανόνα του χρυσού κατά τη διάρκεια του πολέμου. Όπως εξηγούσε έκδοση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ το 1989: Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος σχεδόν κατέστρεψε το διεθνές σύστημα του κανόνα του χρυσού. […] Για να βρίσκεται μια χώρα στον κανόνα του χρυσού, έπρεπε να διατηρεί τη δυνατότητα μετατροπής των χαρτονομισμάτων σε χρυσό και να επιτρέπει την ελεύθερη διακίνηση χρυσού πέρα από τα σύνορά της. Στα πρώτα χρόνια του πολέμου, η Αυστροουγγαρία, η Γαλλία, η Γερμανία και η Ρωσία εγκατέλειψαν τον κανόνα του χρυσού, καθώς ανέστειλαν τις πληρωμές σε χρυσό και επέβαλαν νόμιμους ή de facto περιορισμούς στην εξαγωγή του από ιδιώτες.

Όπως και το βρετανικό υπουργείο Οικονομικών, οι κυβερνήσεις αυτών των χωρών εξήγαν χρυσό και δανείζονταν μεγάλα ποσά για να χρηματοδοτήσουν τον πόλεμο. Αυτές οι κινήσεις, όμως, κάλυψαν μόνο ένα μικρό μέρος των τεράστιων χρηματικών αναγκών. Καθώς οι νέοι φόροι ούτε κάλυπταν ούτε μπορούσαν να καλύψουν τη διαφορά, οι ηπειρωτικές εμπόλεμες χώρες χρηματοδότησαν μεγάλο μέρος του πολέμου τυπώνοντας χρήμα. Αυτό εκτόξευσε τις τιμές και δυσχέρανε την επιστροφή τους στον κανόνα του χρυσού μετά τον πόλεμο.

Η Βρετανία δεν ανέστειλε επισήμως τον κανόνα του χρυσού, επέβαλε όμως σειρά περιορισμών που ουσιαστικά ανέστειλαν το σύστημα πληρωμών σε χρυσό, όπως λειτουργούσε έως το 1914. Αντίστοιχα, οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν ρυθμίσεις με τις οποίες οι πληρωμές σε χρυσό προς ιδιώτες παρέμεναν τυπικά νόμιμες, αλλά η εξαργύρωση χαρτονομισμάτων σε χρυσό "κατέστη δύσκολη μέχρι το τέλος του πολέμου". Στην Ευρώπη, ωστόσο, το κρατικό χρέος είχε γίνει τόσο μεγάλο και η υποτίμηση των εθνικών νομισμάτων τόσο έντονη, ώστε η επιστροφή στον κανόνα του χρυσού έμοιαζε ολοένα πιο αβέβαιη.

Αυτό ήταν κάτι καινούργιο. Ο κανόνας του χρυσού είχε ανασταλεί στο παρελθόν στη Βρετανία και σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης - ιδίως κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντειων Πολέμων - αλλά η ειρήνη οδηγούσε πάντοτε στην αποκατάστασή του. Πιθανότατα, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις υπέθεταν ότι το ίδιο θα συνέβαινε όταν ανέστειλαν τις πληρωμές σε χρυσό τα πρώτα χρόνια του πολέμου. Όμως, με τον κλασικό κανόνα του χρυσού να βρίσκεται σε ερείπια - εξαιτίας, φυσικά, της κρατικής παρέμβασης - οι κυβερνήσεις των "νικητών" στράφηκαν στην προσπάθεια ανασυγκρότησης ενός διεθνούς νομισματικού συστήματος που προηγουμένως θεωρούνταν εξαιρετικά αποτελεσματικό.

Ένα από τα πρώτα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση ήταν η Διεθνής Χρηματοοικονομική Διάσκεψη των Βρυξελλών το 1920. Ο κλασικός κανόνας του χρυσού είχε συμβάλει στην εντυπωσιακή οικονομική ανάπτυξη και στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου κατά τον 19ο αιώνα. Το 1920, όμως, δεν ήταν σαφές πώς θα μπορούσαν τα ευρωπαϊκά κράτη να ανασυγκροτήσουν το θεσμικό πλαίσιο που είχε δημιουργηθεί από τους οικονομικούς φιλελεύθερους οι οποίοι υποστήριζαν το σύστημα του χρυσού. Στις Βρυξέλλες συναντήθηκαν 86 αντιπρόσωποι από 39 κράτη, οι περισσότεροι τραπεζίτες ή στελέχη υπουργείων Οικονομικών. Στόχος τους ήταν να αναζητήσουν τρόπους επιστροφής στα οφέλη του οικονομικού συστήματος του 19ου αιώνα, το οποίο χαρακτηριζόταν από σχετικά ελεύθερο εμπόριο, δημοσιονομική πειθαρχία και κανόνα του χρυσού.

Τα χρόνια του πολέμου, αντίθετα, είχαν αφήσει μια εντελώς διαφορετική εικόνα: Η ευρωπαϊκή κατάσταση στη διάρκεια του πολέμου χαρακτηριζόταν από έλλειψη παραγωγικότητας, νομισματικό πληθωρισμό, βαριά φορολογία και τεράστια εσωτερικά και εξωτερικά χρέη. Μετά την ανακωχή, τα ίχνη της προπολεμικής βιομηχανικής δραστηριότητας στην Ευρώπη είχαν σχεδόν εξαφανιστεί μέσα στο διάχυτο οικονομικό και χρηματοπιστωτικό χάος και στην υλική καταστροφή.


Η Διάσκεψη των Βρυξελλών συγκλήθηκε για να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση, καθώς χωρίς το δυσμενές μεταπολεμικό οικονομικό περιβάλλον, πιθανότατα δεν θα υπήρχε λόγος να συζητηθεί η δημιουργία διεθνών οργανισμών συνεργασίας. Ιδεολογικά, η διάσκεψη δεν ήταν ασυνήθιστη για την εποχή: οι αντιπρόσωποι εξέφρασαν την υποστήριξή τους σε πολιτικές οικονομικού φιλελευθερισμού. Ανάμεσα στα ψηφίσματα που υιοθετήθηκαν ομόφωνα περιλαμβανόταν η θέση ότι «είναι ιδιαίτερα επιθυμητό οι χώρες που έχουν απομακρυνθεί από έναν αποτελεσματικό κανόνα του χρυσού να επιστρέψουν σε αυτόν». Οι αντιπρόσωποι υποστήριξαν επίσης το ελεύθερο εμπόριο, τονίζοντας ότι «μια ακόμη επείγουσα ανάγκη είναι η όσο το δυνατόν πιο ελεύθερη διεθνής ανταλλαγή αγαθών».

Οι συμμετέχοντες, ωστόσο, είχαν επίγνωση της νομισματικής πραγματικότητας. Παρατήρησαν ότι "είναι μάταιο να επιχειρηθεί ο καθορισμός της ισοτιμίας των υφιστάμενων νομισμάτων χωρίς αντίκρισμα με την ονομαστική τους αξία σε χρυσό". Αυτό δεν σήμαινε υποστήριξη στο "φθηνό χρήμα". Αποτελούσε απλώς αναγνώριση ότι τα εθνικά νομίσματα είχαν υποτιμηθεί τόσο πολύ έναντι του χρυσού, ώστε η επιστροφή στις προπολεμικές ονομαστικές ισοτιμίες ήταν σχεδόν ανέφικτη.

Οι αντιπρόσωποι κατανοούσαν επίσης τις συνέπειες της αύξησης της προσφοράς χρήματος. Όπως σημείωσαν: Είναι εξαιρετικά σημαντικό να σταματήσει η εξάπλωση του πληθωρισμού. Αυτό, αν και ασφαλώς δύσκολο να επιτευχθεί αμέσως σε ορισμένες χώρες, θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί γρήγορα με δύο τρόπους: πρώτον, με την αποχή από την αύξηση της κυκλοφορίας του χρήματος - με την ευρύτερη έννοια του όρου, όπως ορίζεται παραπάνω - και, δεύτερον, με την αύξηση του πραγματικού πλούτου πάνω στον οποίο στηρίζεται το χρήμα.

Η "δυσκολία", βέβαια, δεν ήταν τεχνική αλλά πολιτική. Για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής είναι δύσκολο να αρνηθούν τη δημιουργία νέου χρήματος για τη χρηματοδότηση του χρέους ή να εγκαταλείψουν πολιτικές που διατηρούν το χρήμα φθηνό. Όταν, όμως, η συζήτηση έφτασε στους νομισματικούς θεσμούς και στην ανάγκη ενός διεθνούς πλαισίου, η διάσκεψη των Βρυξελλών άνοιξε τον δρόμο για μελλοντικές πολιτικές καινοτομίες, οι οποίες οδήγησαν σε έναν νέο κόσμο κεντρικών τραπεζών και νομισμάτων χωρίς αντίκρισμα. Σύμφωνα με πολλούς αντιπροσώπους, κάθε επιστροφή στον κανόνα του χρυσού θα έπρεπε να συντονιστεί από τις κεντρικές τράπεζες.

Δεν επρόκειτο, επομένως, για επιστροφή σε ένα νομισματικό σύστημα που θα συντονιζόταν από την αγορά. Στις Βρυξέλλες έγινε σαφές ότι οι κεντρικές τράπεζες προορίζονταν να αποτελέσουν τους βασικούς νομισματικούς θεσμούς του μέλλοντος. Στη διάσκεψη συζητήθηκε επίσης εκτενώς η "ανεξαρτησία" των κεντρικών τραπεζών. Οι αντιπρόσωποι προώθησαν την μάλλον αφελή ιδέα ότι οι κεντρικές τράπεζες θα μπορούσαν να είναι ανεξάρτητες από την πολιτική εξουσία και να καθοδηγούνται αποκλειστικά από την επιστημονική οικονομική γνώση. Ο μύθος της δυνατότητας πλήρους ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι σήμερα.

Παράλληλα, η διάσκεψη τάχθηκε υπέρ της ίδρυσης περισσότερων κεντρικών τραπεζών και της δημιουργίας ενός διεθνούς νομισματικού συστήματος με κυρίαρχο ρόλο γι’ αυτές. Ένα από τα ψηφίσματα ανέφερε: "Σε χώρες όπου δεν υπάρχει κεντρική τράπεζα έκδοσης, θα πρέπει να ιδρυθεί μία. Αν για την ίδρυσή της απαιτείται η συνδρομή ξένων κεφαλαίων, ενδέχεται να χρειαστεί κάποια μορφή διεθνούς ελέγχου". Η απόφαση αυτή επηρέασε σημαντικά τη Λατινική Αμερική, όπου αρκετά κράτη δεν είχαν ακόμη ιδρύσει κεντρικές τράπεζες. Η Διάσκεψη των Βρυξελλών έβαλε τις χώρες της περιοχής στον δρόμο της κεντρικής τραπεζικής: Η Διεθνής Χρηματοοικονομική Διάσκεψη των Βρυξελλών, που οργανώθηκε από την Κοινωνία των Εθνών το 1920, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία κεντρικών τραπεζών στη Λατινική Αμερική. Στη συνάντηση, οι χώρες που δεν διέθεταν ακόμη δική τους κεντρική τράπεζα κλήθηκαν να ιδρύσουν μία. Η κεντρική τράπεζα θεωρήθηκε τόσο βάση για την οικοδόμηση των μεταπολεμικών νομισματικών συστημάτων όσο και αξιόπιστος μηχανισμός για τη διευκόλυνση των χρηματοοικονομικών σχέσεων μεταξύ των χωρών. Η αυτονομία της από την άμεση επιρροή των εθνικών κυβερνήσεων θεωρήθηκε σημαντική για την ανάσχεση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και, κατά συνέπεια, ως εγγύηση απέναντι στις πληθωριστικές εξάρσεις.

Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο ότι η Διάσκεψη των Βρυξελλών θεωρείται κάποιες φορές ότι προετοίμασε το έδαφος για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο ιδρύθηκε επίσημα το 1944.

Η Διάσκεψη της Γένοβας και ο νέος κανόνας του χρυσού

Ακολούθησε η Διάσκεψη της Γένοβας. Οι Βρυξέλλες είχαν καταστήσει σαφές ότι ο κανόνας του χρυσού θα επέστρεφε σε έναν κόσμο όπου τα νομισματικά συστήματα θα διοικούνταν από "ανεξάρτητες" κεντρικές τράπεζες. Με τους πολιτικούς να συμφωνούν πλέον ότι οι κεντρικές τράπεζες έπρεπε να διαχειρίζονται το παγκόσμιο νομισματικό σύστημα, η Διάσκεψη της Γένοβας προχώρησε ένα βήμα παραπέρα: εισήγαγε το υποκατάστατο του κλασικού κανόνα του χρυσού που έγινε γνωστό ως "κανόνας συναλλαγματικού χρυσού". Οι αντιπρόσωποι στη Γένοβα αντιμετώπιζαν το ίδιο πρόβλημα με εκείνους των Βρυξελλών: τα εθνικά νομίσματα είχαν υποτιμηθεί δραστικά έναντι του χρυσού. Ο Τζον Φέλαν εξηγεί: Μετά τον πόλεμο, οι περισσότερες χώρες ήθελαν να επιστρέψουν στον κανόνα του χρυσού, αλλά αντιμετώπιζαν ένα πρόβλημα: υπήρχε πλέον πολύ περισσότερο χρήμα σε σχέση με τα αποθέματα χρυσού τους. Οι επίσημες τιμές ισοτιμίας του χρυσού ήταν πολύ χαμηλότερες από τις τιμές της αγοράς, κάτι που θα προκαλούσε μαζικές εκροές χρυσού μόλις αποκαθιστούνταν η μετατρεψιμότητα.

Για να λύσουν αυτό το πρόβλημα, μεταξύ άλλων, οι πολιτικοί ηγέτες συναντήθηκαν στη Γένοβα τον Απρίλιο και τον Μάιο του 1922. Η λύση τους ήταν ο κανόνας συναλλαγματικού χρυσού. Το νέο σύστημα θα αντιμετώπιζε την αναντιστοιχία μεταξύ χρήματος και αποθεμάτων χρυσού διευρύνοντας τα αποθέματα. Καθώς η ποσότητα του χρυσού δεν μπορούσε να αυξηθεί πέρα από τα νέα κοιτάσματα, ο κανόνας συναλλαγματικού χρυσού επέτρεψε στις κεντρικές τράπεζες να προσθέσουν στα αποθέματά τους περιουσιακά στοιχεία χωρών των οποίων τα νομίσματα ήταν μετατρέψιμα σε χρυσό. Στην πράξη, αυτά ήταν η στερλίνα και το δολάριο.

Το 1927, τα συναλλαγματικά διαθέσιμα - δηλαδή τα ξένα νομίσματα που θεωρούνταν μετατρέψιμα σε χρυσό, χωρίς να είναι τα ίδια χρυσός - αντιστοιχούσαν στο 42% των συνολικών αποθεμάτων, σε χρυσό και συνάλλαγμα, 24 ευρωπαϊκών κεντρικών τραπεζών. Το 1924 το ποσοστό ήταν 27%, ενώ το 1913 μόλις 12%. Με άλλα λόγια, οι κεντρικοί τραπεζίτες και οι πολιτικοί στη Γένοβα επινόησαν έναν νέο τρόπο επιστροφής σε έναν "κανόνα του χρυσού" - ένα σύστημα, όμως, πολύ διαφορετικό από εκείνο που είχε προηγηθεί.

Στο βιβλίο του Gold and the Gold Standard, ο Έντουιν Κέμερρερ περιγράφει τον νέο κανόνα συναλλαγματικού χρυσού ως έναν "αλλαγμένο και αποδυναμωμένο κανόνα του χρυσού". Αντικατέστησε τον "κανόνα χρυσού νομίσματος", που αποτελούσε βασικό χαρακτηριστικό του κλασικού συστήματος: Εκτός από τις Ηνωμένες Πολιτείες και λίγες μικρότερες χώρες, ο κανόνας χρυσού νομίσματος που κυριαρχούσε πριν από τον πόλεμο  - με ελεύθερη κοπή χρυσών νομισμάτων και πλήρη δυνατότητα μετατροπής του χρήματος χωρίς αντίκρισμα σε χρυσό νόμισμα, κατόπιν αιτήματος - αντικαταστάθηκε από τον κανόνα χρυσού ράβδου και τον κανόνα συναλλαγματικού χρυσού. Και στα δύο νέα συστήματα, η κοπή και η κυκλοφορία χρυσών νομισμάτων ήταν συνήθως ανύπαρκτες, ενώ έγινε δύσκολο για τους ανθρώπους με περιορισμένα μέσα να αποκτήσουν νομισματικό χρυσό. Υπό αυτά τα νέα συστήματα, η αποθησαύριση χρυσών νομισμάτων  - η οποία δημιουργεί μια μεταβαλλόμενη ζήτηση για το πολύτιμο μέταλλο και συχνά λειτουργεί ως ανάχωμα στις πληθωριστικές πιέσεις - κατέστη δύσκολη για τις μεγάλες μάζες του πληθυσμού.

Ο νέος αυτός, υποτίθεται χρυσός, κανόνας περιόρισε τον ρόλο της ιδιωτικής αγοράς ως κρίσιμου αναχώματος απέναντι στις πληθωριστικές πιέσεις - πιέσεις που συνήθως τροφοδοτούνται από τις παρεμβάσεις των κεντρικών τραπεζών. Με το νέο σύστημα, "έγινε ευκολότερο για τις κυβερνήσεις και τις κεντρικές τράπεζες να χειραγωγούν την προσφορά χρήματος". Χάρη στις διασκέψεις των Βρυξελλών και της Γένοβας, ο νέος κανόνας του χρυσού ήταν ένα σύστημα στο οποίο οι κεντρικές τράπεζες έλεγχαν σε μεγάλο βαθμό τη ροή του χρυσού, η κυκλοφορία χρυσών νομισμάτων είχε εξαφανιστεί και οι κυβερνητικές ρυθμίσεις καθόριζαν τις διεθνείς νομισματικές συναλλαγές.

Ο Τζόζεφ Σαλέρνο εξηγεί περαιτέρω γιατί ο κανόνας συναλλαγματικού χρυσού απείχε πολύ από τον κλασικό κανόνα: Δυστυχώς, ο νέος κανόνας του χρυσού της δεκαετίας του 1920 ήταν θεμελιωδώς διαφορετικός από τον κλασικό. Καταρχάς, τα χρυσά νομίσματα δεν χρησιμοποιούνταν πλέον στις καθημερινές συναλλαγές. Στη Μεγάλη Βρετανία, για παράδειγμα, η Τράπεζα της Αγγλίας εξαργύρωνε λίρες μόνο σε μεγάλες και ακριβές ράβδους χρυσού. Οι ράβδοι, όμως, ήταν κυρίως χρήσιμες για τη χρηματοδότηση διεθνών εμπορικών συναλλαγών. 

Άλλες χώρες, όπως η Γερμανία και τα μικρότερα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, χρησιμοποιούσαν ξένα νομίσματα μετατρέψιμα σε χρυσό - όπως το δολάριο ή τη στερλίνα - ως αποθέματα για τα δικά τους εθνικά νομίσματα. Αυτό ονομάστηκε κανόνας συναλλαγματικού χρυσού. Αν και το δολάριο των ΗΠΑ μπορούσε τεχνικά να μετατραπεί σε πραγματικά χρυσά νομίσματα, οι τράπεζες δεν διατηρούσαν πλέον αποθέματα σε χρυσά νομίσματα, αλλά σε χαρτονομίσματα της Ομοσπονδιακής Τράπεζας. Με νόμο, όλα τα αποθέματα χρυσού συγκεντρώθηκαν στα χέρια της Fed, ενώ οι τράπεζες ενθαρρύνονταν να χρησιμοποιούν χαρτονομίσματα της Fed για την εξόφληση επιταγών και αναλήψεων από καταθετικούς λογαριασμούς. Έτσι, ελάχιστα χρυσά νομίσματα κυκλοφορούσαν μεταξύ των πολιτών τη δεκαετία του 1920, ενώ οι κάτοικοι όλων των χωρών άρχισαν ολοένα περισσότερο να αντιμετωπίζουν τα χάρτινα IOU των κεντρικών τραπεζών τους ως την τελική έκφραση του δολαρίου, του φράγκου, της λίρας κ.ο.κ.

Αυτή η κατάσταση έδωσε στις κυβερνήσεις και στις κεντρικές τράπεζες πολύ μεγαλύτερη ευχέρεια να χειραγωγούν την εθνική προσφορά χρήματος. Η Τράπεζα της Αγγλίας, για παράδειγμα, μπορούσε μέσω του τραπεζικού συστήματος να αυξάνει την ποσότητα των χάρτινων απαιτήσεων σε χρυσές λίρες, χωρίς να φοβάται ότι θα εξαντληθούν τα αποθέματά της σε χρυσό.

Ως ποσοστό του ΑΕΠ, τα πολεμικά χρέη των Ναπολεόντειων Πολέμων ξεπερνούσαν εκείνα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ωστόσο, χάρη στην αυξανόμενη επιρροή των οικονομικών φιλελευθέρων στη Δυτική Ευρώπη και στην έλλειψη συγκέντρωσης της νομισματικής εξουσίας, η Βρετανία αναγκάστηκε να επιστρέψει στον κανόνα του χρυσού μετά τους πολέμους. Καθώς τότε οι Βρετανοί κυριαρχούσαν στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, η απόφαση αυτή ώθησε και άλλα μεγάλα κράτη - όσα ήθελαν να ανταγωνιστούν τη Βρετανία ως οικονομικές δυνάμεις - να επιστρέψουν στον κανόνα του χρυσού.

Το 1920, όμως, ο παλιός φιλελευθερισμός του 19ου αιώνα είχε αρχίσει να υποχωρεί. Στο μεταξύ, οι κεντρικές τράπεζες και η οικονομία του χαρτονομίσματος είχαν επεκταθεί σημαντικά. Η εκβιομηχάνιση είχε συγκεντρώσει περισσότερο την οικονομική εξουσία, δίνοντας στις κεντρικές τράπεζες μεγαλύτερη δύναμη και επιρροή στη διαχείριση του χρήματος. Έτσι, ο κανόνας του χρυσού δεν επέζησε του πρώτου μεγάλου πολέμου του 20ού αιώνα.

Ο κανόνας συναλλαγματικού χρυσού που ακολούθησε ήταν μόνο μια αχνή απομίμησή του. Τα ευρωπαϊκά κράτη και οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούσαν να αντιμετωπίζουν τεράστιες υποχρεώσεις χρέους όταν ξέσπασε η Μεγάλη Ύφεση. Τα κράτη δεν μπορούσαν ταυτόχρονα να εξυπηρετούν τα χρέη τους και να χρηματοδοτούν τα μεγάλα νέα κρατικά προγράμματα που διαμορφώνονταν στο πλαίσιο της πολιτικής της εποχής. Τελικά, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, οι κυβερνήσεις άρχισαν να εγκαταλείπουν ακόμη και τον κανόνα συναλλαγματικού χρυσού, υιοθετώντας μια νέα νομισματική ορθοδοξία που επέτρεπε κρατικό δανεισμό και δαπάνες σε επίπεδα άγνωστα μέχρι τότε σε καιρό ειρήνης.

Οι νέες πληθωριστικές πολιτικές υποτίμησαν τα παλιά πολεμικά χρέη, ενώ παράλληλα επέτρεψαν τη δημιουργία νέων, τεράστιων δανειακών υποχρεώσεων. Τα τελευταία δεσμά του κανόνα του χρυσού είχαν επιτέλους σπάσει.

Οι απλοί άνθρωποι της Ευρώπης, ήδη συντετριμμένοι από τις οβίδες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, θα πλήττονταν ξανά από τα νέα πληθωριστικά εθνικά νομίσματα, τα οποία κατέστρεψαν αποταμιεύσεις και επενδύσεις σε όλη τη μεσαία τάξη της ηπείρου. Οι πλούσιοι και οι κυρίαρχες τάξεις, από την άλλη πλευρά, άντεξαν σχετικά καλά την καταιγίδα - όπως είχαν κάνει και κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου, τον οποίο είχαν ξεκινήσει με τόση επιπολαιότητα.

Add comment

Comments

There are no comments yet.