Πώς μπορεί να ξεσπάσει η επόμενη κρίση της Ευρωζώνης

Published on October 26, 2026 at 7:38 PM

Η δημοσιονομική κρίση στη Γαλλία θα μπορούσε να μεταδοθεί στο Βέλγιο και την Ιταλία. Το βαθύτερο πρόβλημα, κατά την ανάλυσή του, είναι η ανολοκλήρωτη αρχιτεκτονική του ευρώ.

Από τον Κέλσο | Συντακτική ομάδα Greece2Day 

Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με κοινωνική αναταραχή, δημοσιονομική πίεση και αυξανόμενο κόστος δανεισμού. Το ερώτημα τίθεται είναι το κατά πόσο μια γαλλική κρίση θα μπορούσε να εξαπλωθεί στην υπόλοιπη Ευρωζώνη - και, τελικά, να εξελιχθεί σε ευρύτερη χρηματοπιστωτική αναταραχή.

Πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια, στην κρίση δημόσιου χρέους της Ευρωζώνης κάθε χώρα προσπαθούσε να διαχωρίσει τη δική της περίπτωση από εκείνη του γείτονα. Τότε οι Ιρλανδοί επέμεναν ότι δεν ήταν Ελλάδα, οι Πορτογάλοι ότι δεν ήταν Ιρλανδία και οι Ισπανοί ότι η χώρα τους δεν ήταν Πορτογαλία. Σήμερα, αντίστοιχο επιχείρημα ακούγεται από το Βέλγιο: "Οι Βέλγοι δεν είναι Γάλλοι".

Η μετάδοση όμως μιας κρίσης δεν εξαρτάται μόνο από το αν οι οικονομίες είναι ίδιες. Μπορεί να προκύψει επειδή οι επενδυτές αρχίζουν να αμφισβητούν τη δυνατότητα μιας χώρας να εξυπηρετεί το χρέος της - και κατόπιν στρέφουν την προσοχή τους σε άλλες χώρες με παρόμοιες αδυναμίες.

Το Βέλγιο, η Γαλλία και η Ιταλία στην ίδια ζώνη κινδύνου

Το Βέλγιο αποτελεί την πρώτη χώρα που θα μπορούσε να βρεθεί στο επίκεντρο της πίεσης μετά τη Γαλλία. Όπως και η Γαλλία, έχει αφήσει το δημοσιονομικό έλλειμμα να διευρυνθεί και το δημόσιο χρέος να αυξηθεί. Ο Βέλγος πρωθυπουργός Μπαρτ ντε Βέβερ έχει αναγνωρίσει τον κίνδυνο και έχει δηλώσει ότι η χώρα του πρέπει να απομακρυνθεί από τη γαλλική κατάσταση, ώστε να μην επεκταθεί η κρίση.


Το βελγικό δημόσιο χρέος αντιστοιχεί περίπου στο 108% του ΑΕΠ. Παράλληλα, η Γαλλία και η Ιταλία - η δεύτερη και η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ - είναι ιδιαίτερα υπερχρεωμένες σε σχέση με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη. Το μέγεθος αυτών των οικονομιών καθιστά μια ενδεχόμενη κρίση τους πολύ δυσκολότερη στη διαχείριση από μια κρίση σε μικρότερη χώρα.

Το κόστος δανεισμού της Γαλλίας για δεκαετή ομόλογα έχει ξεπεράσει το 5%, ενώ τα αντίστοιχα ιταλικά επιτόκια βρίσκονται λίγο χαμηλότερα. Αυτά τα επίπεδα δεν σημαίνουν από μόνα τους πως έχει ξεσπάσει κρίση. Δείχνουν όμως ότι οι αγορές ζητούν υψηλότερη απόδοση για να δανείσουν τις συγκεκριμένες κυβερνήσεις, αυξάνοντας σταδιακά το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους.

Ο φαύλος κύκλος του χρέους

Ο μηχανισμός μπαίνει σε λειτουργία είναι ένας φαύλος κύκλος: τα υψηλότερα επιτόκια αυξάνουν τις δαπάνες τόκων· οι αυξημένες δαπάνες επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό και διευρύνουν το έλλειμμα· το κράτος χρειάζεται να δανειστεί περισσότερο· και η μεγαλύτερη ανάγκη δανεισμού μπορεί να οδηγήσει σε ακόμη υψηλότερα επιτόκια.

Η ακριβής στιγμή κατά την οποία αρχίζει μια κρίση δεν μπορεί να προβλεφθεί. Εξαρτάται από την οικονομική θέση κάθε χώρας, αλλά και από τις πολιτικές αποφάσεις της. Το κρίσιμο σημείο έρχεται όταν οι επενδυτές πειστούν ότι μια κυβέρνηση δεν μπορεί να αποπληρώσει το χρέος της. Τότε μπορεί να απαιτήσουν απότομα υψηλότερες αποδόσεις ή να αρνηθούν να χρηματοδοτήσουν νέα ομόλογα.

Στο μεταξύ, οι κυβερνήσεις συχνά παρουσιάζουν την κατάσταση ως ελεγχόμενη και υποστηρίζουν ότι αρκούν μερικές περικοπές δαπανών. Η εφαρμογή τους, ωστόσο, είναι πολιτικά δύσκολη. Στη Γαλλία, οι επιλογές δημοσιονομικής προσαρμογής συναντούν κοινωνικές αντιδράσεις, ενώ η μείωση των δημόσιων επενδύσεων μπορεί να αποθαρρύνει και τις ιδιωτικές επενδύσεις. Έτσι, η προσπάθεια περιορισμού του ελλείμματος κινδυνεύει να προκαλέσει νέα κοινωνική ένταση και να επιβαρύνει την ανάπτυξη.

Η δύσκολη εξίσωση της Γαλλίας

Η σημερινή κατάσταση της Γαλλίας, συνδέεται με τις πολιτικές επιλογές της προεδρίας του Εμανουέλ Μακρόν. Η δεκαετής διακυβέρνηση του Μακρόν αφήνει τη Γαλλία με βαθιά κοινωνική πόλωση και αυξημένο χρηματοοικονομικό κίνδυνο.

Οι επόμενες πολιτικές ηγεσίες θα κληθούν να πετύχουν ταυτόχρονα τέσσερις στόχους: να περιορίσουν το έλλειμμα, να αποτρέψουν νέες κοινωνικές αναταραχές, να τηρήσουν τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ και να διατηρήσουν τη χώρα στην Ευρωζώνη. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο όλα αυτά να μπορούν να επιτευχθούν ταυτόχρονα, ανεξαρτήτως του ποιος θα κυβερνήσει μετά τις επόμενες προεδρικές εκλογές.

Ούτε η Μαρίν Λεπέν ούτε ο Ζαν-Λικ Μελανσόν επιδιώκουν σήμερα την έξοδο της Γαλλίας από το ευρώ. Η εγκατάλειψη του κοινού νομίσματος, όμως, θα είχε πολύ μεγαλύτερες συνέπειες από το Brexit, καθώς θα αφορούσε όχι μόνο την πολιτική σχέση μιας χώρας με την ΕΕ, αλλά και το νόμισμα στο οποίο είναι εκφρασμένα τα χρέη, οι καταθέσεις και οι συμβάσεις της.

Γιατί η έξοδος από το ευρώ συνδέεται με το δημόσιο χρέος

Η συμμετοχή στο ευρώ συνδέει στενά το δημόσιο χρέος με τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος. Τα κρατικά ομόλογα χρησιμοποιούνται ως εξασφαλίσεις στις συναλλαγές των τραπεζών με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Αν ένα κράτος αθετήσει τις υποχρεώσεις του, η αξία αυτών των τίτλων τίθεται υπό αμφισβήτηση και οι τράπεζες που τους κατέχουν ή τους χρησιμοποιούν ως εξασφάλιση μπορεί να βρεθούν υπό ισχυρή πίεση.

Ένα ακραίο σενάριο για τη Γαλλία μπορεί να έχει αυτή τη μορφή: η κυβέρνηση να ζητήσει στήριξη από την ΕΚΤ, αλλά η κεντρική τράπεζα να αρνηθεί, μεταξύ άλλων επειδή μια διάσωση θα μπορούσε να έχει συνέπειες για τον πληθωρισμό σε ολόκληρη την Ευρωζώνη. Σε μια τέτοια περίπτωση, μια γαλλική κυβέρνηση θα μπορούσε να επιλέξει να μην πληρώσει ορισμένους ομολογιούχους.


Μια στάση πληρωμών θα μπορούσε βραχυπρόθεσμα να περιορίσει τις ανάγκες εξυπηρέτησης του χρέους και να μειώσει την ανάγκη για σκληρή λιτότητα. Η δυνατότητα εθνικής νομισματικής πολιτικής και ένα ασθενέστερο νόμισμα θα μπορούσαν, θεωρητικά, να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα των γαλλικών επιχειρήσεων.

Το κόστος, όμως, θα ήταν τεράστιο. Μια γαλλική αθέτηση πληρωμών θα μπορούσε να οδηγήσει σε έξοδο από το ευρώ, σε μαζικές απώλειες για τράπεζες και επενδυτές και σε αναταραχή στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές. Η κρίση θα μπορούσε να συμπαρασύρει και άλλα κράτη, αν οι αγορές αμφισβητούσαν στη συνέχεια τη βιωσιμότητα του χρέους τους. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η ίδια η Ευρωζώνη θα μπορούσε να τεθεί υπό αμφισβήτηση.

Γιατί θα επηρεαζόταν και η Βρετανία

Οι συνέπειες δεν θα περιορίζονταν στα κράτη της Ευρωζώνης. Και η Βρετανία, παρότι δεν συμμετέχει ούτε στην ΕΕ ούτε στο ευρώ, θα ήταν ευάλωτη σε μια κρίση στην απέναντι πλευρά της Μάγχης. Η βρετανική χρηματοπιστωτική αγορά είναι βαθιά συνδεδεμένη με την Ευρώπη και θα μπορούσε να πληγεί από την αποσταθεροποίηση τραπεζών, επενδύσεων και εμπορικών σχέσεων.

Το σενάριο της διάλυσης, πάντως, δεν θα ήταν αποτέλεσμα μιας μεμονωμένης απόφασης που θα επέλεγε μια κυβέρνηση από έναν κατάλογο εναλλακτικών. Θα μπορούσε να προκύψει σταδιακά, καθώς μια σειρά από προηγούμενες επιλογές θα περιόριζαν τα περιθώρια δράσης. Κανείς δεν θα επέλεγε εξαρχής την κατάρρευση, αλλά οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν να οδηγηθούν σε αυτήν μέσα από διαδοχικά αδιέξοδα.

Το πρόβλημα της ανολοκλήρωτης νομισματικής ένωσης

Η βαθύτερη αιτία της ευπάθειας δεν βρίσκεται μόνο στα υψηλά χρέη ή στις πολιτικές της κάθε κυβέρνησης. Βρίσκεται στην ίδια την αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης, η οποία δημιουργήθηκε χωρίς να συνοδευτεί από την αναγκαία πολιτική και δημοσιονομική υποδομή.

Μια σταθερή νομισματική ένωση χρειάζεται βαθύτερη δημοσιονομική ενοποίηση, ενιαία κεφαλαιαγορά και κοινό κρατικό χρεόγραφο. Το ευρώ, που αποτέλεσε κορυφαίο βήμα της ευρωπαϊκής πολιτικής ολοκλήρωσης τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη συνέχεια προς αυτή την κατεύθυνση.

Η κρίση της Ευρωζώνης μετά το 2010 αντιμετωπίστηκε, σε μεγάλο βαθμό, με παρεμβάσεις της ΕΚΤ και με αγορές κρατικών ομολόγων. Οι παρεμβάσεις αυτές περιόρισαν την πίεση στις αγορές, αλλά δεν έλυσαν το πρόβλημα των οικονομικών αποκλίσεων μεταξύ των κρατών-μελών. Η κοινή νομισματική πολιτική εφαρμόζεται σε οικονομίες με διαφορετική παραγωγικότητα, χρέος και πολιτικές προτεραιότητες, χωρίς να υπάρχει πλήρης κοινός μηχανισμός δημοσιονομικής στήριξης.

Θεωρείται δε απίθανη σήμερα μια βαθύτερη πολιτική ενοποίηση. Η κρίση του ευρώ ήταν ίσως η τελευταία περίοδος κατά την οποία θα μπορούσε να συμφωνηθεί ρεαλιστικά μια δημοσιονομική ένωση. Η άνοδος των εθνικιστικών και ακροδεξιών κομμάτων και η πολιτική αδυναμία της Γερμανίας έχουν περιορίσει περαιτέρω τα περιθώρια.

Η συμμετοχή σε ένα κοινό νόμισμα χωρίς τα αναγκαία κοινά θεσμικά εργαλεία δημιουργεί μια εύθραυστη κατασκευή. Η Ευρωζώνη είτε θα ολοκληρωθεί με τρόπο που να την καθιστά βιώσιμη είτε κάποια στιγμή θα τερματιστεί.

Add comment

Comments

There are no comments yet.