Η ενίσχυση των αντισυστημικών κομμάτων δεν αποτελεί πλέον μια παροδική εκλογική διαμαρτυρία. Από τη Γαλλία και τη Γερμανία έως την Ιταλία, την Ολλανδία και την Κεντρική Ευρώπη, τα παραδοσιακά κόμματα χάνουν την παλιά κυριαρχία τους.

Από την Αληκτώ | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Για δεκαετίες, η ευρωπαϊκή πολιτική στηριζόταν σε μια σχετικά σταθερή ισορροπία. Τα κεντροδεξιά και κεντροαριστερά κόμματα εναλλάσσονταν στην εξουσία, διαφωνούσαν για τη φορολογία, τις δημόσιες δαπάνες και την κοινωνική πολιτική, αλλά αποδέχονταν σε γενικές γραμμές το ίδιο θεσμικό πλαίσιο: κοινοβουλευτική δημοκρατία, ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και οικονομία της αγοράς.
Αυτή η ισορροπία έχει αποδυναμωθεί. Μια νέα ανάλυση που παρουσιάζει το EUobserver εξετάζει την εκλογική ενίσχυση κομμάτων τα οποία ταξινομούνται, βάσει συγκεκριμένων ερευνητικών κριτηρίων, ως λαϊκιστικά ή αυταρχικά. Το βασικό εύρημα που αναδεικνύεται είναι ότι περίπου ένας στους τρεις Ευρωπαίους ψηφοφόρους στηρίζει πλέον τέτοιους πολιτικούς σχηματισμούς.
Ο αριθμός είναι εντυπωσιακός. Ωστόσο, χρειάζεται προσοχή στην ερμηνεία του: η ψήφος σε ένα κόμμα που χαρακτηρίζεται λαϊκιστικό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ο ψηφοφόρος απορρίπτει τη δημοκρατία. Ο λαϊκισμός, ο ευρωσκεπτικισμός, ο εθνικισμός και ο αυταρχισμός αποτελούν διαφορετικές πολιτικές έννοιες, ακόμη κι όταν σε ορισμένα κόμματα συνυπάρχουν.
Διαβάστε ακόμα: Η αλήθεια βρίσκεται στη μέση και δύσκολα οριοθετείται
Το πραγματικά σημαντικό στοιχείο είναι άλλο: ένα αυξανόμενο τμήμα των ευρωπαϊκών κοινωνιών θεωρεί ότι τα καθιερωμένα κόμματα δεν εκπροσωπούν πλέον αποτελεσματικά τις προτεραιότητές του.
Και αυτή η αλλαγή επηρεάζει όχι μόνο τις εκλογές, αλλά και την οικονομική πολιτική, τις δημόσιες δαπάνες, τη μετανάστευση, την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και τη θέση της Ευρώπης στον κόσμο.
Η νέα έρευνα: 80 χρόνια εκλογικών δεδομένων
Η μελέτη Authoritarian Populism Index 2026, που δημοσιεύθηκε από τα ευρωπαϊκά ερευνητικά δίκτυα Timbro και EPICENTER, εξετάζει περισσότερα από 260 πολιτικά κόμματα σε 31 ευρωπαϊκές δημοκρατίες, με στοιχεία εθνικών βουλευτικών εκλογών από το 1945 έως τον Οκτώβριο του 2026.
Το σημαντικότερο εύρημα είναι ότι η συνολική εκλογική υποστήριξη προς τα κόμματα που η έρευνα ταξινομεί ως λαϊκιστικά, αυταρχικά ή εξτρεμιστικά έφθασε το 32,6%, το υψηλότερο επίπεδο της μεταπολεμικής περιόδου.
Η ιστορική σύγκριση είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική. Κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, τα συγκεκριμένα κόμματα συγκέντρωναν κατά μέσο όρο περίπου το 10% των ψήφων. Η ανοδική τάση επιταχύνθηκε μετά το 2000, πλησίασε το 30% το 2019 και έφθασε σήμερα το 32,6%.
Δεν πρόκειται, επομένως, για μια ξαφνική πολιτική έκρηξη, αλλά για μια μακροχρόνια μετατόπιση του εκλογικού σώματος. Υπάρχει πάντως μια ουσιώδης μεθοδολογική διευκρίνιση: ο δείκτης χρησιμοποιεί το αποτέλεσμα των τελευταίων διαθέσιμων βουλευτικών εκλογών κάθε χώρας μέχρι να διεξαχθούν νέες. Συνεπώς, το 32,6% δεν αποτελεί πανευρωπαϊκή δημοσκόπηση που πραγματοποιήθηκε ταυτόχρονα τον Οκτώβριο του 2026, ούτε σημαίνει ότι ακριβώς το ίδιο ποσοστό των Ευρωπαίων πολιτών θα ψήφιζε σήμερα αυτά τα κόμματα.
Οι μεγάλοι χαμένοι: Σοσιαλδημοκράτες και Χριστιανοδημοκράτες
Η υποχώρηση των παραδοσιακών πολιτικών δυνάμεων αποτελεί την άλλη πλευρά της ίδιας εξέλιξης. Σύμφωνα με τον δείκτη, η μέση εκλογική υποστήριξη των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων μειώθηκε από περίπου 28% στις αρχές της δεκαετίας του 2000 σε 16% το 2026.
Ακόμη εντονότερη σε βάθος χρόνου είναι η υποχώρηση των χριστιανοδημοκρατικών κομμάτων, των οποίων η μέση υποστήριξη έχει περιοριστεί περίπου στο 6,5%. Αντίθετα, τα φιλελεύθερα κόμματα εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, με μέση υποστήριξη 11,5% το 2026.
Η μεταβολή αυτή συνδέεται με την αποδυνάμωση των κοινωνικών συμμαχιών που στήριζαν τα μεγάλα μεταπολεμικά κόμματα. Η βιομηχανική εργατική τάξη, τα συνδικάτα, οι θρησκευτικές κοινότητες και οι παραδοσιακές τοπικές οργανώσεις αποτελούσαν κάποτε σταθερές βάσεις πολιτικής εκπροσώπησης.
Η αποβιομηχάνιση, η μεταβολή της αγοράς εργασίας, η αστικοποίηση και η εξασθένηση των παραδοσιακών κοινωνικών δεσμών έχουν περιορίσει τη δύναμη αυτών των μηχανισμών. Ταυτόχρονα, τα μεγάλα κόμματα συχνά συγκλίνουν σε βασικές επιλογές οικονομικής και ευρωπαϊκής πολιτικής, δημιουργώντας σε μέρος του εκλογικού σώματος την εντύπωση ότι η κυβερνητική εναλλαγή δεν οδηγεί σε ουσιαστική αλλαγή.
Αυτή είναι μία από τις συνθήκες στις οποίες μπορούν να αναπτυχθούν τα αντισυστημικά κόμματα.
Η οικονομική ανασφάλεια και η κρίση της μεσαίας τάξης
Η άνοδος του λαϊκισμού δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά από την οικονομία. Ωστόσο, οι οικονομικές συνθήκες αποτελούν σημαντικό μέρος της εξίσωσης.
Η αύξηση του κόστους κατοικίας, η πίεση στην αγοραστική δύναμη, η αβεβαιότητα για την εργασία και η αίσθηση ότι οι νεότερες γενιές θα ζήσουν χειρότερα από τους γονείς τους διαμορφώνουν ένα περιβάλλον πολιτικής δυσαρέσκειας. Έρευνα του Pew Research Center που δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2026 δείχνει ότι, σε δέκα ευρωπαϊκές χώρες που είχαν ερωτηθεί το 2024, διάμεσο ποσοστό 70% εκτιμούσε πως τα παιδιά, όταν μεγαλώσουν, θα είναι οικονομικά σε χειρότερη θέση από τους γονείς τους.
Η απαισιοδοξία αυτή δεν οδηγεί αναγκαστικά σε μία συγκεκριμένη πολιτική επιλογή. Μπορεί να ενισχύσει κόμματα της ριζοσπαστικής δεξιάς, της ριζοσπαστικής αριστεράς ή νέους πολιτικούς σχηματισμούς που παρουσιάζονται ως εναλλακτική απέναντι στο καθιερωμένο σύστημα.
Το κοινό στοιχείο είναι η αμφισβήτηση της ικανότητας των παραδοσιακών κυβερνήσεων να βελτιώσουν τις συνθήκες ζωής.
Η μετανάστευση και η πολιτική της ταυτότητας
Η οικονομική ανασφάλεια δεν αρκεί από μόνη της για να εξηγήσει τη σημαντική άνοδο της ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής δεξιάς. Η μετανάστευση, η πολιτισμική ταυτότητα, η εθνική κυριαρχία και η αντίληψη ότι οι κοινωνικές αλλαγές εξελίσσονται χωρίς επαρκή δημοκρατικό έλεγχο αποτελούν εξίσου σημαντικούς παράγοντες.
Σε αρκετές χώρες, τα συγκεκριμένα κόμματα έχουν κατορθώσει να μετατρέψουν ζητήματα που παλαιότερα θεωρούνταν δευτερεύοντα σε κεντρικά κριτήρια εκλογικής επιλογής. Παράλληλα, παραδοσιακά κόμματα υιοθετούν αυστηρότερες θέσεις για τη μετανάστευση, επιχειρώντας να ανακτήσουν ψηφοφόρους.
Αυτό σημαίνει ότι η επιρροή των λαϊκιστικών κομμάτων δεν αποτυπώνεται μόνο στα ποσοστά τους. Αποτυπώνεται και στη μετατόπιση της συνολικής πολιτικής συζήτησης.
Από την αντιπολίτευση στην κυβέρνηση
Η νέα έρευνα αναδεικνύει μια ιδιαίτερα σημαντική αλλαγή. Τα λαϊκιστικά και αντισυστημικά κόμματα δεν βρίσκονται πλέον αποκλειστικά στο περιθώριο της κυβερνητικής εξουσίας. Το καλοκαίρι του 2026 συμμετείχαν σε 11 από τις 31 κυβερνήσεις των χωρών που εξετάζει ο δείκτης.
Η συμμετοχή στην κυβέρνηση δημιουργεί, όμως, ένα διαφορετικό πρόβλημα: ένα κόμμα που στηρίζει τη δημοτικότητά του στην κριτική προς τις πολιτικές ελίτ καλείται πλέον να διαχειριστεί το ίδιο τους περιορισμούς της εξουσίας.
Πρέπει να καταρτίσει προϋπολογισμούς, να διαπραγματευτεί με ευρωπαϊκούς θεσμούς, να αντιμετωπίσει διεθνείς κρίσεις και να συμβιβάσει προεκλογικές υποσχέσεις με δημοσιονομικές δυνατότητες. Δεν υπάρχει ένας ενιαίος κανόνας για το αποτέλεσμα αυτής της δοκιμασίας.
Ορισμένα κόμματα μετριάζουν τις θέσεις τους. Άλλα επιδιώκουν να μεταβάλουν τους θεσμούς. Σε άλλες περιπτώσεις, οι κυβερνητικοί συνασπισμοί αποδεικνύονται ασταθείς. Μάλιστα, ακαδημαϊκή μελέτη του 2026 στο περιοδικό Public Choice διαπιστώνει ότι η συμμετοχή στην κυβέρνηση συνοδεύεται κατά μέσο όρο από εκλογικό κόστος περίπου 4,5–5 ποσοστιαίων μονάδων, χωρίς όμως τα λαϊκιστικά κόμματα να υφίστανται μεγαλύτερη ποινή από τα παραδοσιακά.
Η Ευρώπη δεν κινείται παντού προς την ίδια κατεύθυνση
Ένα σημαντικό σφάλμα θα ήταν να αντιμετωπίσουμε ολόκληρη την Ευρώπη ως μία ενιαία πολιτική αγορά. Η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Ουγγαρία και οι σκανδιναβικές χώρες παρουσιάζουν διαφορετικές πολιτικές ιστορίες και θεσμικές συνθήκες. Στη Γερμανία, η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) έχει ενισχυθεί σημαντικά, ενώ στη Γαλλία η Εθνική Συσπείρωση αποτελεί κεντρικό παράγοντα του κομματικού ανταγωνισμού.
Στην Ιταλία, η ριζοσπαστική δεξιά έχει αποκτήσει κυβερνητική εμπειρία, ενώ στην Ουγγαρία η εκλογική ήττα του Βίκτορ Όρμπαν το 2026 υπενθυμίζει ότι ακόμη και ισχυρά και μακρόβια πολιτικά συστήματα μπορούν να ανατραπούν.

Διαβάστε ακόμα: Είναι πλέον πολύ αργά για να σωθεί η φιλελεύθερη δημοκρατία;
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την ερμηνεία του 32,6%. Η άνοδος σε πανευρωπαϊκό επίπεδο δεν σημαίνει ότι κάθε χώρα καταγράφει συνεχή αύξηση, ούτε ότι τα κόμματα που περιλαμβάνονται στην ίδια ερευνητική κατηγορία έχουν κοινή ιδεολογία.
Ο ευρωσκεπτικισμός αλλάζει χαρακτήρα
Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις της έρευνας είναι ότι η υποστήριξη για πλήρη αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί πλέον μειοψηφική θέση μεταξύ των κομμάτων που εξετάζονται. Αντί για την εγκατάλειψη της ΕΕ, αρκετοί πολιτικοί σχηματισμοί επιδιώκουν να μεταβάλουν την κατεύθυνσή της από το εσωτερικό.
Αυτό δημιουργεί ένα νέο είδος ευρωπαϊκής αντιπαράθεσης. Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο εάν μια χώρα πρέπει να παραμείνει στην Ένωση, αλλά ποια Ένωση επιθυμεί: περισσότερο ομοσπονδιακή ή περισσότερο διακυβερνητική, με ενισχυμένες κοινές πολιτικές ή μεγαλύτερη εθνική αυτονομία.
Οι διαφορές αυτές επηρεάζουν τη μεταναστευτική πολιτική, την κοινή άμυνα, τον προϋπολογισμό, την ενεργειακή μετάβαση και την εμπορική πολιτική.
Τι σημαίνει η μεταβολή για την οικονομία
Η άνοδος των αντισυστημικών κομμάτων έχει και οικονομικές συνέπειες, αλλά αυτές δεν είναι εκ των προτέρων ίδιες. Η μελέτη διαπιστώνει ότι τα κόμματα της συγκεκριμένης κατηγορίας εμφανίζουν συχνά πολιτισμικά συντηρητικές θέσεις, ενώ στην οικονομική πολιτική κατανέμονται περίπου ισομερώς μεταξύ αριστερών και δεξιών προσεγγίσεων.
Επομένως, δεν υπάρχει ενιαία "λαϊκιστική οικονομική πολιτική". Ορισμένα κόμματα υποστηρίζουν φορολογικές μειώσεις και περιορισμό του κράτους. Άλλα προτείνουν μεγαλύτερες δημόσιες δαπάνες, κρατικές παρεμβάσεις και προστατευτισμό.
Η οικονομική επίδραση εξαρτάται από τις συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές και από τους θεσμούς που περιορίζουν ή επιτρέπουν την εφαρμογή τους.
Για τις αγορές, οι σημαντικότεροι κίνδυνοι μπορεί να αφορούν τη δημοσιονομική αξιοπιστία, τη σταθερότητα κυβερνητικών συνασπισμών, τις εμπορικές σχέσεις και την προβλεψιμότητα της οικονομικής πολιτικής.
Αντίστοιχα, η είσοδος νέων πολιτικών δυνάμεων μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να οδηγήσει σε αλλαγές πολιτικής που ανταποκρίνονται σε κοινωνικές ανάγκες τις οποίες είχαν παραμελήσει τα παραδοσιακά κόμματα.
Το κρίσιμο κριτήριο είναι η ποιότητα των εφαρμοζόμενων πολιτικών και ο σεβασμός των δημοκρατικών θεσμών, όχι αποκλειστικά η πολιτική ταυτότητα της κυβέρνησης.

Add comment
Comments