Έξι χρόνια μετά την επίσημη αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η συζήτηση που η βρετανική πολιτική τάξη προσπαθούσε να αποφύγει επιστρέφει δυναμικά. Η πρώην υπουργός Οικονομικών Ρέιτσελ Ριβς τάσσεται ανοιχτά υπέρ της επανένταξης, ο πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ προετοιμάζει νέα προσέγγιση με τις Βρυξέλλες και οι δημοσκοπήσεις δείχνουν μετατόπιση της κοινής γνώμης

Από την Αργώ | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, η επιστροφή του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αποτελεί απλώς επιθυμία των παραδοσιακών υποστηρικτών της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Έχει μετατραπεί σε αντικείμενο δημόσιας συζήτησης στο εσωτερικό του κυβερνώντος Εργατικού Κόμματος, με πρωταγωνιστές πολιτικούς που μέχρι πρόσφατα απέφευγαν ακόμη και να θέσουν το ζήτημα. Η Ρέιτσελ Ριβς, πρώην υπουργός Οικονομικών, δήλωσε την 1η Νοεμβρίου ότι θεωρεί πως το μέλλον της Βρετανίας βρίσκεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η παρέμβασή της αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή δεν προέρχεται από κάποιο περιθωριακό φιλοευρωπαϊκό κίνημα. Προέρχεται από μια πολιτικό που διαχειρίστηκε τη δημοσιονομική πολιτική της χώρας και γνωρίζει τις οικονομικές συνέπειες της αποχώρησης. Η Ριβς υποστήριξε ότι το Brexit έκανε τη Βρετανία φτωχότερη, ασθενέστερη και λιγότερο ασφαλή. Παράλληλα, χαιρέτισε την απόφαση του πρωθυπουργού Άντι Μπέρναμ να ανοίξει εκ νέου τη συζήτηση για τη σχέση με την Ευρώπη. Δεν παρουσίασε, ωστόσο, ένα ολοκληρωμένο σχέδιο άμεσης επανένταξης. Αναγνώρισε ότι όσοι υποστηρίζουν την επιστροφή οφείλουν να αποδείξουν τα συγκεκριμένα οικονομικά οφέλη και να εξασφαλίσουν πολιτική υποστήριξη.
Από το «να λειτουργήσει το Brexit» στο ερώτημα της επιστροφής
Η αλλαγή του πολιτικού κλίματος είναι εντυπωσιακή. Για αρκετά χρόνια, η κυρίαρχη στρατηγική των Εργατικών ήταν να αποφύγουν μια νέα σύγκρουση για την ευρωπαϊκή ένταξη. Η κυβέρνηση του Κιρ Στάρμερ είχε δεσμευθεί ότι δεν θα επανέφερε τη Βρετανία στην ενιαία αγορά, στην τελωνειακή ένωση ή στο καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας προσώπων. Η επιλογή αυτή αποσκοπούσε στην αποφυγή ενός νέου πολιτικού διχασμού, ιδιαίτερα σε περιοχές που είχαν ψηφίσει υπέρ της αποχώρησης το 2016. Η άνοδος του Άντι Μπέρναμ στην πρωθυπουργία άλλαξε το πλαίσιο της συζήτησης.
Ο νέος πρωθυπουργός υποστηρίζει ότι η συμφωνία που διαμορφώθηκε μετά το Brexit δεν απέδωσε τα οικονομικά και πολιτικά αποτελέσματα που είχαν υποσχεθεί οι υποστηρικτές της αποχώρησης. Έχει επίσης αναγνωρίσει ότι η απώλεια ορισμένων μηχανισμών ευρωπαϊκής συνεργασίας δυσχέρανε ακόμη και τη διαχείριση της μετανάστευσης - ενός από τα βασικά επιχειρήματα υπέρ του Brexit. Πρόκειται για μια ουσιαστική αντιστροφή της αρχικής πολιτικής υπόσχεσης. Η αποχώρηση είχε παρουσιαστεί ως μέσο ενίσχυσης της εθνικής κυριαρχίας και του ελέγχου των συνόρων. Η νέα κυβερνητική προσέγγιση θέτει το ερώτημα εάν ορισμένες μορφές συνεργασίας με την ΕΕ θα μπορούσαν να προσφέρουν αποτελεσματικότερο έλεγχο και μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια.
Ο Μπέρναμ, πάντως, έχει αποκλείσει την πλήρη επανένταξη κατά τη διάρκεια της τρέχουσας κοινοβουλευτικής περιόδου.
Διαβάστε ακόμα: Brexit: Δέκα χρόνια μετά, ματώνει το πορτοφόλι των Βρετανών
Η οικονομική κληρονομιά του Brexit: Το κόστος των εμπορικών συνόρων
Η σημαντικότερη διάσταση της συζήτησης δεν είναι συναισθηματική ή ιδεολογική. Είναι οικονομική. Η αποχώρηση από την ενιαία αγορά και την τελωνειακή ένωση δημιούργησε νέα διοικητικά, κανονιστικά και εμπορικά εμπόδια μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της μεγαλύτερης γειτονικής του αγοράς. Οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν πρόσθετες διαδικασίες τελωνειακού ελέγχου, πιστοποίησης προϊόντων, κανόνων καταγωγής και συμμόρφωσης με διαφορετικά ρυθμιστικά συστήματα. Οι επιβαρύνσεις αυτές δεν κατανέμονται ομοιόμορφα.
Οι μεγάλοι πολυεθνικοί όμιλοι διαθέτουν εξειδικευμένες υπηρεσίες και οικονομίες κλίμακας που τους επιτρέπουν να απορροφούν μέρος του κόστους. Για πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αντίθετα, το διοικητικό κόστος μιας διασυνοριακής συναλλαγής μπορεί να είναι δυσανάλογα υψηλό σε σχέση με την αξία της. Αυτό έχει σημασία για την παραγωγικότητα. Όταν οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος πρόσβασης στις αγορές, περιορίζονται οι δυνατότητες εξειδίκευσης, ανταγωνισμού και επέκτασης της παραγωγής.
Η οικονομική βιβλιογραφία συνδέει τη μεγαλύτερη εμπορική ολοκλήρωση με την αύξηση της παραγωγικότητας, μέσω ανταγωνισμού, τεχνολογικής διάχυσης και καλύτερης κατανομής των παραγωγικών πόρων. Οι εκτιμήσεις για το συνολικό κόστος του Brexit διαφέρουν ανάλογα με τη μεθοδολογία και το υποθετικό σενάριο σύγκρισης. Αναλύσεις που εξέτασε πρόσφατα ο Guardian εκτιμούν ότι η βρετανική οικονομία ενδέχεται να είναι κατά 6%–8% μικρότερη από ό,τι θα ήταν χωρίς την αποχώρηση. Αυτό δεν σημαίνει ότι το βρετανικό ΑΕΠ μειώθηκε πραγματικά κατά 6%–8%. Πρόκειται για εκτίμηση της διαφοράς από μια υποθετική οικονομική πορεία χωρίς Brexit, η οποία εμπεριέχει αβεβαιότητα.
Η βρετανική βιομηχανία κινδυνεύει να μείνει εκτός της νέας ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής
Η οικονομική σημασία της ευρωπαϊκής σχέσης δεν περιορίζεται πλέον στο παραδοσιακό εμπόριο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναπτύσσει νέους μηχανισμούς βιομηχανικής πολιτικής, κρατικών ενισχύσεων και στρατηγικής αυτονομίας. Οι πρωτοβουλίες που συνδέονται με την ευρωπαϊκή παραγωγή, τις κρίσιμες πρώτες ύλες, τις αμυντικές προμήθειες και την πράσινη μετάβαση μπορούν να δημιουργήσουν πλεονεκτήματα για τις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες εντός του ευρωπαϊκού οικονομικού χώρου. Ο Βρετανός υπουργός Επιχειρήσεων Τζόναθαν Ρέινολντς έχει προειδοποιήσει ότι η χώρα δεν μπορεί να συνεχίσει να προσαρμόζεται διαρκώς στις αλλαγές της ευρωπαϊκής πολιτικής χωρίς να έχει μια σταθερή μακροχρόνια συμφωνία.
Οι κανόνες για τον χάλυβα, την αυτοκινητοβιομηχανία και τις ευρωπαϊκές προμήθειες δημιουργούν πρόσθετες αβεβαιότητες για τις βρετανικές επιχειρήσεις. Εδώ βρίσκεται μια ουσιαστική αλλαγή σε σχέση με το δημοψήφισμα του 2016. Τότε, το Brexit αφορούσε κυρίως το κόστος και τα οφέλη της συμμετοχής σε μια ήδη διαμορφωμένη ευρωπαϊκή αγορά. Σήμερα, το ερώτημα είναι και εάν η Βρετανία μπορεί να παραμείνει εκτός μιας ΕΕ που εξελίσσεται σε πιο ενεργό βιομηχανικό και γεωπολιτικό παράγοντα. Η πρόσβαση στην αγορά δεν αφορά μόνο την πώληση προϊόντων. Αφορά τη συμμετοχή σε αλυσίδες αξίας, σε δημόσιες προμήθειες, σε κοινά ερευνητικά προγράμματα και σε επενδύσεις στρατηγικής σημασίας.
Η σύνοδος της 20ής Νοεμβρίου: Η πρώτη μεγάλη δοκιμασία
Η επόμενη κρίσιμη ημερομηνία είναι η 20ή Νοεμβρίου 2026. Τότε θα πραγματοποιηθεί στις Βρυξέλλες η δεύτερη σύνοδος κορυφής ΕΕ–Ηνωμένου Βασιλείου, με τη συμμετοχή του Άντι Μπέρναμ, της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και του Αντόνιο Κόστα. Η επίσημη ατζέντα περιλαμβάνει τη συνεργασία στην ασφάλεια και την άμυνα, την ενέργεια, το εμπόριο αγροδιατροφικών προϊόντων, το κλίμα, τη μετανάστευση και την κινητικότητα των πολιτών. Η κυβέρνηση Μπέρναμ επιδιώκει συγκεκριμένα αποτελέσματα, τα οποία θα μπορούσαν να παρουσιαστούν ως απόδειξη ότι η στενότερη συνεργασία με την ΕΕ έχει πρακτικά οφέλη.
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα είναι η συμφωνία κινητικότητας νέων, η οποία θα διευκόλυνε την προσωρινή διαμονή, εργασία και εκπαίδευση μεταξύ Βρετανίας και ευρωπαϊκών χωρών. Παράλληλα, το Λονδίνο επιδιώκει συμμετοχή σε ευρωπαϊκές βιομηχανικές και αμυντικές πρωτοβουλίες. Σύμφωνα με νεότερες πληροφορίες των Financial Times και του Guardian, η βρετανική κυβέρνηση εξετάζει ακόμη και τη δυνατότητα να προσφέρει σε φοιτητές από την ΕΕ χαμηλότερα πανεπιστημιακά δίδακτρα, υπό την προϋπόθεση ότι οι Βρυξέλλες θα επιτρέψουν βρετανική συμμετοχή στο βιομηχανικό πλαίσιο "Made in Europe".
Το δυνητικό δημοσιονομικό κόστος μιας τέτοιας παραχώρησης έχει εκτιμηθεί έως 450 εκατ. στερλίνες ετησίως, αν και η εκτίμηση αμφισβητείται από κυβερνητικούς αξιωματούχους. Δεν υπάρχει ακόμη οριστική συμφωνία. Το ζήτημα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον από πλευράς πολιτικής οικονομίας. Η κυβέρνηση καλείται να αποφασίσει εάν αξίζει να αναλάβει ένα άμεσο δημοσιονομικό κόστος προκειμένου να εξασφαλίσει ευρύτερα οικονομικά οφέλη για τη βρετανική βιομηχανία.
Η κοινή γνώμη αλλάζει: Το 56% υπέρ της επιστροφής
Η επανεμφάνιση του ευρωπαϊκού ζητήματος δεν οφείλεται αποκλειστικά στις πρωτοβουλίες πολιτικών στελεχών. Νέα δημοσκόπηση της Ipsos, που παρουσιάστηκε από τον Independent, δείχνει σημαντική μεταβολή της κοινής γνώμης. Το 56% τάσεται υπέρ της επιστροφής στην ΕΕ έναντι 30% που επιθυμεί την παραμονή εκτός ΕΕ. Σημασία έχει ότι το 73% είναι υπέρ της επανένταξης στις ηλικίες κάτω των 35 ετών και το 77% υπέρ της επανένταξης μεταξύ των ψηφοφόρων των Εργατικών. Η υποστήριξη για την επιστροφή αυξήθηκε κατά τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με αντίστοιχη έρευνα του Μαΐου.
Μεταξύ όσων θεωρείται πιθανό να συμμετάσχουν σε ενδεχόμενο δημοψήφισμα, η κατανομή διαμορφώνεται σε 63% υπέρ και 34% κατά, με 3% αναποφάσιστους. Η μεταβολή είναι πολιτικά σημαντική, αλλά δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως εγγύηση ότι ένα νέο δημοψήφισμα θα οδηγούσε σε επανένταξη. Η εκλογική συμπεριφορά εξαρτάται από τη διατύπωση του ερωτήματος, τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις μιας συμφωνίας και την ένταση της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Άλλωστε, η επιστροφή στην ΕΕ δεν θα πραγματοποιούνταν με τους όρους που ίσχυαν πριν από το Brexit.
Γιατί η επιστροφή δεν είναι τόσο απλή
Η Ευρωπαϊκή Ένωση του 2026 δεν είναι ίδια με εκείνη από την οποία αποχώρησε η Βρετανία. Οι ευρωπαϊκές πολιτικές για την ενέργεια, την άμυνα, τη βιομηχανία και την οικονομική ασφάλεια έχουν μεταβληθεί σημαντικά. Μια ενδεχόμενη βρετανική αίτηση επανένταξης θα απαιτούσε νέες διαπραγματεύσεις και την έγκριση των κρατών-μελών σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές συνθήκες. Το Λονδίνο δεν θα μπορούσε να θεωρήσει δεδομένο ότι θα ανακτούσε όλες τις ειδικές εξαιρέσεις που απολάμβανε πριν από την αποχώρηση. Ιδιαίτερα δύσκολα θα ήταν τα ζητήματα της ελεύθερης κυκλοφορίας προσώπων, της συμμετοχής στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό και των μελλοντικών νομισματικών υποχρεώσεων.
Αυτό σημαίνει ότι η βρετανική κυβέρνηση αντιμετωπίζει περισσότερες από μία επιλογές.
Η βασική πολιτική δυσκολία είναι ότι οι ενδιάμεσες λύσεις μπορεί να απαιτούν συμμόρφωση με ευρωπαϊκούς κανόνες χωρίς πλήρη συμμετοχή στη διαμόρφωσή τους. Αντίθετα, η πλήρης επανένταξη προσφέρει θεσμική εκπροσώπηση, αλλά συνεπάγεται πολύ μεγαλύτερες πολιτικές δεσμεύσεις.
Οι Συντηρητικοί προειδοποιούν για επιστροφή στον διχασμό
Η επαναφορά του Brexit έχει ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις. Η επικεφαλής των Συντηρητικών Κέμι Μπάντενοκ κατηγορεί τον Μπέρναμ ότι επαναφέρει μια αντιπαράθεση που είχε διχάσει βαθιά τη βρετανική κοινωνία. Κατά την άποψη των αντιπάλων της επανένταξης, η κυβέρνηση κινδυνεύει να αναλώσει πολιτικό κεφάλαιο σε μια νέα συνταγματική σύγκρουση, αντί να επικεντρωθεί στην ανάπτυξη, στη φορολογία και στις δημόσιες υπηρεσίες. Υποστηρίζουν επίσης ότι η έξοδος από την ΕΕ επιτρέπει στη Βρετανία να διαμορφώνει ανεξάρτητη εμπορική, μεταναστευτική και ρυθμιστική πολιτική.
Αυτά τα επιχειρήματα δεν μπορούν να παρακαμφθούν. Η συζήτηση αφορά μια πραγματική ανταλλαγή μεταξύ οικονομικής ολοκλήρωσης και εθνικής αυτονομίας στη χάραξη πολιτικής. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποια επιλογή δημιουργεί το μεγαλύτερο καθαρό οικονομικό και πολιτικό όφελος. Η απάντηση δεν προκύπτει μόνο από τις δημοσκοπήσεις, αλλά από το περιεχόμενο των συμφωνιών και την αποτελεσματικότητα της εφαρμογής τους.
Τρία σενάρια για τη Βρετανία
Εν κατακλείδι: Η οικονομική πραγματικότητα επαναφέρει το ερώτημα που η πολιτική ήθελε να κλείσει
Η παρέμβαση της Ρέιτσελ Ριβς δεν σημαίνει ότι η Βρετανία επιστρέφει άμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σηματοδοτεί, όμως, μια ουσιαστική αλλαγή. Η συζήτηση για το Brexit παύει σταδιακά να περιορίζεται στο εάν ήταν σωστή η απόφαση του 2016 και μεταφέρεται στο εάν το σημερινό καθεστώς εξυπηρετεί τα μακροχρόνια οικονομικά συμφέροντα της χώρας. Η διαφορά είναι καθοριστική.
Το πρώτο ερώτημα αφορά το παρελθόν. Το δεύτερο αφορά την ανάπτυξη, τις επενδύσεις, την παραγωγικότητα και τη γεωπολιτική θέση της Βρετανίας στο μέλλον. Ο Άντι Μπέρναμ προσπαθεί να μετατρέψει αυτή τη μεταβολή σε νέα κυβερνητική στρατηγική. Η Ριβς του προσφέρει πολιτική υποστήριξη, αλλά και μια υπενθύμιση ότι η επιστροφή στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση θα απαιτούσε δύσκολες αποφάσεις. Το παράδοξο είναι ότι η Βρετανία μπορεί να χρειάζεται περισσότερο την ευρωπαϊκή αγορά ακριβώς τη στιγμή που η Ευρωπαϊκή Ένωση γίνεται πιο απαιτητική απέναντι στις χώρες που επιθυμούν να συμμετέχουν στα οικονομικά της οφέλη χωρίς να αναλαμβάνουν όλες τις υποχρεώσεις της ένταξης.
Η σύνοδος της 20ής Νοεμβρίου δεν θα λύσει το ζήτημα. Θα δείξει, όμως, εάν η νέα βρετανική κυβέρνηση μπορεί να μετατρέψει την πολιτική μεταστροφή σε πραγματικά οικονομικά αποτελέσματα.


Add comment
Comments