Ήταν το χάρισμα του Χίτλερ; Η Μεγάλη Ύφεση; Η προπαγανδιστική ιδιοφυΐα του Γκέμπελς; Ο Philipp Ruch επιστρέφει στις γερμανικές εκλογές της 14ης Σεπτεμβρίου 1930 και αμφισβητεί αρκετές από τις εξηγήσεις που χρησιμοποιούμε για την εκρηκτική άνοδο του NSDAP.

Από την Philip Oltermann | The Guardian
Απόδοση – δημοσιογραφική επιμέλεια: Κίρκη | Greece2Day
Υπάρχει ένα πρόβλημα όταν προσπαθούμε σήμερα να καταλάβουμε την άνοδο του Αδόλφου Χίτλερ. Γνωρίζουμε το τέλος της ιστορίας. Γνωρίζουμε το Τρίτο Ράιχ. Γνωρίζουμε τον πόλεμο.
Γνωρίζουμε το Ολοκαύτωμα. Γνωρίζουμε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Και ακριβώς γι’ αυτό υπάρχει ο κίνδυνος να κοιτάζουμε προς τα πίσω και να θεωρούμε αναπόφευκτη μια εξέλιξη που για τους ανθρώπους που ζούσαν στη Γερμανία του 1928 δεν ήταν καθόλου αυτονόητη.
Ο Philipp Ruch προτείνει λοιπόν κάτι διαφορετικό: να ξεχάσουμε για λίγο όσα γνωρίζουμε ότι συνέβησαν μετά και να επιστρέψουμε στη Γερμανία πριν από την εκλογική έκρηξη των Ναζί.
1928: Οι Ναζί είναι ακόμη μια μικρή περιθωριακή δύναμη
Στις εκλογές του Μαΐου 1928, το Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα συγκέντρωσε μόλις 2,6%. Περίπου 810.000 Γερμανοί το ψήφισαν. Εξέλεξε μόλις 12 βουλευτές. Δεν επρόκειτο ακόμη για τη μεγάλη πολιτική δύναμη που γνωρίζουμε εκ των υστέρων.
Και μετά συνέβη κάτι εκπληκτικό. Στις εκλογές της 14ης Σεπτεμβρίου 1930, περίπου 6,4 εκατομμύρια άνθρωποι ψήφισαν NSDAP. Το ποσοστό εκτοξεύθηκε στο 18,3%.
Οι 12 βουλευτές έγιναν 107. Μέσα σε λίγο περισσότερο από δύο χρόνια, ένα περιθωριακό κόμμα είχε μετατραπεί στη δεύτερη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική δύναμη της Γερμανίας.
Αυτό είναι το γεγονός που προσπαθεί να εξηγήσει ο Ruch στο νέο του βιβλίο "Der Rückfall" – "Η Υποτροπή". Και η βασική του θέση είναι προκλητική: ίσως αρκετές από τις εξηγήσεις που χρησιμοποιούμε σήμερα να προέρχονται από όσα μάθαμε για τους Ναζί μετά το 1930 και όχι από αυτό που πραγματικά συνέβαινε πριν από την εκλογική τους έκρηξη.
Πρώτος μύθος: Το ακαταμάχητο χάρισμα του Χίτλερ
Η πρώτη συνηθισμένη εξήγηση είναι ίσως και η πιο γνωστή. Ο Χίτλερ είχε ένα μοναδικό πολιτικό χάρισμα. Μπορούσε να υπνωτίζει τα πλήθη. Η ρητορική του ικανότητα δημιούργησε μια σχεδόν θρησκευτική λατρεία γύρω από το πρόσωπό του.
Ο Ruch δεν αρνείται ότι ο Χίτλερ απέκτησε αργότερα τεράστια πολιτική επιρροή. Υποστηρίζει όμως ότι αυτή η εικόνα δεν εξηγεί καλά το 1930. Ο Χίτλερ τότε δεν ήταν καν Γερμανός πολίτης. Δεν μπορούσε να είναι υποψήφιος στις εκλογές του Reichstag.
Κουβαλούσε το ποινικό παρελθόν του αποτυχημένου πραξικοπήματος του 1923 και εξακολουθούσε να αντιμετωπίζεται από μεγάλο μέρος της κοινωνίας ως ακραία πολιτική φιγούρα.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον: το 1929 πραγματοποίησε μόλις 29 ομιλίες, από τις οποίες οι 21 στη Βαυαρία.
Ο ίδιος ο Γιόζεφ Γκέμπελς διαμαρτυρόταν επανειλημμένα στα ημερολόγιά του για την αδράνεια και την αναποφασιστικότητα του Χίτλερ. Ο Ruch συνοψίζει προκλητικά την εικόνα: ο Χίτλερ εκείνης της περιόδου, κατά την εκτίμησή του, δεν ήταν ακόμη η πολιτική μηχανή που κατασκευάστηκε αργότερα στη συλλογική μνήμη.
Ήταν ένας εγκληματίας που, όπως το θέτει ο ίδιος ο Ruch, μπορούσε να "κοιμάται μέχρι το μεσημέρι".
Ο Χίτλερ του 1930 δεν είναι ακόμη ο Χίτλερ που θυμόμαστε
Όταν σκεφτόμαστε σήμερα τον Χίτλερ, βλέπουμε αυτόματα τις τεράστιες συγκεντρώσεις της Νυρεμβέργης. Τους προβολείς. Τις σημαίες. Τα παρατεταγμένα πλήθη. Την απόλυτη προσωπολατρία. Όμως μεγάλο μέρος αυτής της εικόνας ανήκει στην περίοδο μετά την εκλογική απογείωση του NSDAP.
Ο Ruch ζητά επομένως να αντιστρέψουμε το ερώτημα. Όχι πώς κατάφερε ο πανίσχυρος Χίτλερ να κατακτήσει τους ψηφοφόρους. Αλλά πώς ένα κόμμα που ακόμη δεν διέθετε τον πανίσχυρο Χίτλερ της μεταγενέστερης εικόνας μας κατάφερε να πολλαπλασιάσει τόσο δραματικά τις ψήφους του.
Δεύτερος μύθος: Η πανίσχυρη ναζιστική προπαγάνδα
Η δεύτερη κλασική εξήγηση είναι η προπαγάνδα. Γκέμπελς. Αφίσες. Ραδιόφωνο. Κινηματογράφος. Μαζικές συγκεντρώσεις. Συνθήματα. Μια εξαιρετικά οργανωμένη μηχανή χειραγώγησης.
Μόνο που, σύμφωνα με τον Ruch, πριν από το 1930 αυτή η περίφημη μηχανή ήταν πολύ λιγότερο εντυπωσιακή. Ο Γκέμπελς πράγματι προσπάθησε να δημιουργήσει νέα κομματικά έντυπα, όπως τα Der Angriff, Völkischer Beobachter και Illustrierter Beobachter. Ο Ruch όμως χαρακτηρίζει την πρώιμη ναζιστική προπαγάνδα ερασιτεχνική και επισημαίνει ότι η κυκλοφορία αρκετών από αυτά τα έντυπα ήταν περιορισμένη.
Άλλα γερμανικά κόμματα διέθεταν επίσης σύγχρονα μέσα πολιτικής διαφήμισης, ακόμη και φωτεινές επιγραφές και αεροπορικές διαφημίσεις. Η εξαιρετικά εξελιγμένη μηχανή προπαγάνδας που σήμερα ταυτίζουμε με το ναζιστικό καθεστώς αναπτύχθηκε σε σημαντικό βαθμό αφού το NSDAP είχε ήδη γίνει μεγάλη πολιτική δύναμη.
Τρίτος μύθος: «Ήρθε η οικονομική κρίση και οι Γερμανοί ψήφισαν Χίτλερ»
Εδώ τα πράγματα γίνονται πιο σύνθετα. Η οικονομική κρίση ασφαλώς είχε τεράστια σημασία για την αποσταθεροποίηση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Όμως ο Ruch αμφισβητεί μια πολύ απλή αιτιακή ακολουθία κραχ → ανεργία → Χίτλερ.
Και επικεντρώνεται ξανά στη χρονολογία. Το κραχ της Wall Street σημειώθηκε τον Οκτώβριο του 1929. Η εκλογική έκρηξη των Ναζί ήρθε τον Σεπτέμβριο του 1930. Η γερμανική οικονομική κρίση θα γινόταν ακόμη βαθύτερη στη συνέχεια, με την τραπεζική κρίση του 1931 και την εκτίναξη της ανεργίας.
Ο ίδιος ο Ruch δέχεται ότι η επιδείνωση της οικονομίας μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην εξήγηση της επόμενης μεγάλης ανόδου του NSDAP: το 37,3% του Ιουλίου 1932.
Θεωρεί όμως ανεπαρκές να χρησιμοποιούμε την πλήρη ένταση της κρίσης του 1931-32 για να εξηγήσουμε αναδρομικά τι είχε ήδη συμβεί τον Σεπτέμβριο του 1930.
Διαβάστε ακόμα: Γιατί οι Ιταλοί ακόμα «αγαπούν» τον Μουσολίνι
Και οι άνεργοι;
Εδώ εμφανίζεται ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο. Η ιστορική έρευνα για την κοινωνική σύνθεση της ναζιστικής ψήφου έχει δείξει μια πιο περίπλοκη εικόνα από την απλή υπόθεση ότι οι άνεργοι στράφηκαν μαζικά στον Χίτλερ. Ο Ruch επισημαίνει ότι σε περιοχές με υψηλή ανεργία το NSDAP παρουσίαζε σχετικά χαμηλότερες επιδόσεις.
Ανάλογη εικόνα, υποστηρίζει, εμφανίζεται και σε περιοχές με υψηλά ποσοστά νέων ψηφοφόρων. Άρα ούτε η εξήγηση "οι απελπισμένοι άνεργοι" ούτε η εξήγηση "η εξεγερμένη νεολαία" αρκούν από μόνες τους για να ερμηνεύσουν την έκρηξη του 1930.
Τότε τι συνέβη;
Εδώ το βιβλίο γίνεται πολύ πιο ενδιαφέρον. Επειδή, αφού αμφισβητήσει αρκετές από τις καθιερωμένες εξηγήσεις, ο Ruch στρέφεται σε κάτι πολύ πιο δύσκολο να αποδεχθούμε: μήπως έχουμε υποτιμήσει την ίδια την ελκυστικότητα του πολιτικού εξτρεμισμού;
Οι Ναζί δεν έκρυβαν ότι ήταν βίαιοι. Δεν παρουσιάζονταν ως μετριοπαθείς δημοκράτες. Δεν προσπαθούσαν να πείσουν τους ψηφοφόρους ότι οι αντίπαλοί τους παρεξήγησαν τις προθέσεις τους. Οι παραστρατιωτικές οργανώσεις τους βρίσκονταν στους δρόμους.
Η γλώσσα τους ήταν επιθετική. Οι πολιτικοί τους αντίπαλοι παρουσιάζονταν ως εχθροί. Και οι απειλές δεν αποτελούσαν κάποιο κρυφό πρόγραμμα που αποκαλύφθηκε μόνο μετά την ανάληψη της εξουσίας.
Αν η βία δεν ήταν αδυναμία αλλά πλεονέκτημα;
Αυτή είναι η πιο ανησυχητική θέση του Ruch. Στη σημερινή δημοκρατική σκέψη υπάρχει συχνά η αυθόρμητη υπόθεση ότι όταν ένα πολιτικό κίνημα γίνεται ανοιχτά βίαιο, ακραίο ή απειλητικό, οι ψηφοφόροι θα απομακρυνθούν.
Ο Ruch υποστηρίζει ότι η ιστορία του 1930 μας αναγκάζει τουλάχιστον να εξετάσουμε και το αντίθετο ενδεχόμενο. Για ένα μέρος του εκλογικού σώματος, η βία μπορεί να εξέπεμπε αποφασιστικότητα, συνέπεια, δύναμη, ρήξη με το πολιτικό κατεστημένο.
Με άλλα λόγια, εκείνο που οι αντίπαλοι των Ναζί θεωρούσαν απόδειξη της πολιτικής τους βαρβαρότητας μπορεί για ορισμένους ψηφοφόρους να αποτελούσε απόδειξη ότι "αυτοί τουλάχιστον το εννοούν".
Πρόκειται για ερμηνευτική θέση του Ruch και όχι για αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα της ιστοριογραφίας. Ο ίδιος, πάντως, θεωρεί ότι η ελκυστικότητα της πολιτικής βίας έχει υποτιμηθεί στην προσπάθειά μας να εξηγήσουμε την άνοδο του NSDAP.
Οι παραδοσιακοί δεξιοί είχαν ήδη σκληρύνει
Υπάρχει όμως ένα ακόμη παράδοξο. Αν οι Γερμανοί ψηφοφόροι ήθελαν απλώς μια πιο συντηρητική ή αυταρχική πολιτική, υπήρχαν ήδη άλλες επιλογές. Ο Ruch επισημαίνει ότι μεταξύ 1928 και 1929 τα τρία μεγάλα κόμματα της γερμανικής Δεξιάς είχαν τοποθετήσει σκληρότερους πολιτικούς στην ηγεσία τους.
Οι ψηφοφόροι μπορούσαν να στραφούν στο καθολικό Zentrum, στο εθνικοφιλελεύθερο DVP ή στο μοναρχικό DNVP. Και όμως εκατομμύρια επέλεξαν κάτι πολύ πιο ακραίο. Άρα το ερώτημα δεν είναι απλώς γιατί μετακινήθηκε προς τα δεξιά ένα τμήμα της γερμανικής κοινωνίας.
Είναι γιατί εγκατέλειψε την παραδοσιακή Δεξιά για τους Ναζί;
Η δύναμη του ξαφνικού νικητή
Ο Ruch εξετάζει και έναν ακόμη μηχανισμό: την "προπαγάνδα της επιτυχίας". Η ιδέα είναι ότι μια πολιτική δύναμη μπορεί να αποκτήσει δυναμική ακριβώς επειδή αρχίζει να θεωρείται ανερχόμενη. Η δυναμική δημιουργεί δημοσιότητα. Η δημοσιότητα δημιουργεί την αίσθηση ισχύος. Η αίσθηση ισχύος προσελκύει νέους υποστηρικτές. Και οι νέοι υποστηρικτές ενισχύουν ακόμη περισσότερο τη δυναμική. Ένας φαύλος πολιτικός κύκλος.
Σύμφωνα με την ανάλυση του Ruch, μετά το σοκ της 14ης Σεπτεμβρίου 1930 άλλαξε δραματικά ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο ο γερμανικός Τύπος αντιμετώπιζε τους Ναζί. Ένα κόμμα που μέχρι την προηγούμενη ημέρα μπορούσε να αντιμετωπίζεται ως περιθωριακό είχε ξαφνικά γίνει κεντρικό πολιτικό γεγονός.
1928 → 1930 → 1932
Οι τρεις αριθμοί βοηθούν να καταλάβουμε το πραγματικό πρόβλημα:
- 1928: 2,6%
- 1930: 18,3%
- Ιούλιος 1932: 37,3%
Η πορεία δεν είναι μία ενιαία ιστορία.
Οι παράγοντες που εξηγούν γιατί το NSDAP έφθασε στο 37,3% το 1932 δεν είναι υποχρεωτικά οι ίδιοι που εξηγούν πώς ένα κόμμα του 2,6% έγινε ξαφνικά κόμμα του 18,3% το 1930.
Αν συγχωνεύσουμε όλες αυτές τις περιόδους σε μία αφήγηση, κινδυνεύουμε να χάσουμε ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η αποφασιστική μετάβαση: από το περιθώριο στη μαζική πολιτική.
Και εδώ βρίσκεται η πιο δύσκολη ερώτηση
Είναι ψυχολογικά βολικό να πιστεύουμε ότι οι Γερμανοί εξαπατήθηκαν. Ότι ένας χαρισματικός δημαγωγός τούς υπνώτισε. Ότι μια ακαταμάχητη μηχανή προπαγάνδας τούς χειραγώγησε. Ή ότι η οικονομική εξαθλίωση δεν τους άφησε άλλη επιλογή.
Όλες αυτές οι εξηγήσεις περιέχουν ιστορικά στοιχεία που έχουν απασχολήσει σοβαρά την έρευνα. Η θέση του Ruch, όμως, μας αναγκάζει να εξετάσουμε μια πολύ πιο δυσάρεστη πιθανότητα: τι γίνεται αν ορισμένοι ψηφοφόροι γνώριζαν αρκετά καλά τι αντιπροσώπευε το NSDAP και αυτό δεν τους απέτρεψε;
Ή ακόμη χειρότερα: τι γίνεται αν ένα μέρος αυτού που αντιπροσώπευε ήταν ακριβώς αυτό που τους προσέλκυσε;
Η ιστορία δεν ήταν αναπόφευκτη
Εδώ χρειάζεται όμως μια κρίσιμη διευκρίνιση. Η εκλογική επιτυχία του 1930 δεν έδωσε αυτομάτως την εξουσία στον Χίτλερ. Ακολούθησαν περισσότερα από δύο χρόνια πολιτικής κρίσης, εκλογών, κυβερνήσεων που βασίζονταν ολοένα περισσότερο σε προεδρικά διατάγματα, παρασκηνιακών διαπραγματεύσεων και αποφάσεων των συντηρητικών ελίτ.
Ο Χίτλερ έγινε καγκελάριος στις 30 Ιανουαρίου 1933. Η διαδρομή από το 18,3% του 1930 μέχρι την κατάληψη της εξουσίας δεν ήταν προκαθορισμένη. Και ακριβώς γι’ αυτό το 1930 έχει τόσο μεγάλη ιστορική σημασία. Δεν μας δείχνει μια δικτατορία στην τελική της μορφή.
Μας δείχνει τη στιγμή κατά την οποία ένα ακραίο κόμμα παύει να θεωρείται περιθωριακό και αποκτά μαζική εκλογική νομιμοποίηση.
Το πιο επικίνδυνο λάθος είναι να γνωρίζεις το τέλος
Γνωρίζουμε τι έκανε αργότερα ο Χίτλερ. Γι’ αυτό και είναι σχεδόν αδύνατο να τον φανταστούμε ως τον πολιτικό του 1928: επικεφαλής ενός κόμματος που μόλις και μετά βίας ξεπερνούσε το 2%.
Γνωρίζουμε τη ναζιστική προπαγάνδα στην πλήρη της ανάπτυξη και γι’ αυτό τη μεταφέρουμε νοητά προς τα πίσω. Γνωρίζουμε τη Μεγάλη Ύφεση στην κορύφωσή της και γι’ αυτό την χρησιμοποιούμε για να ερμηνεύσουμε γεγονότα που είχαν ήδη αρχίσει να εξελίσσονται.
Γνωρίζουμε τον δικτάτορα και έτσι δυσκολευόμαστε να δούμε τον περιθωριακό πολιτικό που προηγήθηκε. Αυτό ακριβώς επιχειρεί να διορθώσει ο Philipp Ruch.
Όχι προσφέροντας μια νέα, μοναδική και οριστική εξήγηση για την άνοδο των Ναζί, αλλά αναγκάζοντάς μας να επιστρέψουμε στη στιγμή πριν μάθουμε το τέλος της ιστορίας. Και τότε το ερώτημα γίνεται πολύ πιο ανησυχητικό.
Όχι το πώς κατάφερε ένας πανίσχυρος Χίτλερ να κατακτήσει τη Γερμανία. Περισσότερο το πώς ένα κόμμα που φαινόταν περιθωριακό, ακραίο και ανοιχτά βίαιο έγινε μέσα σε δύο χρόνια επιλογή 6,4 εκατομμυρίων ανθρώπων.
Ίσως εκεί να βρίσκεται το πραγματικό μυστήριο της 14ης Σεπτεμβρίου 1930. Και ίσως γι’ αυτό, σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, εξακολουθούμε να προσπαθούμε να το καταλάβουμε.


Add comment
Comments