ΗΠΑ–Μιανμάρ: Οι σπάνιες γαίες ανοίγουν την πόρτα στους στρατηγούς – Η νέα γεωπολιτική του Τραμπ απέναντι στην Κίνα

Published on October 8, 2026 at 8:04 PM

Η Ουάσιγκτον εγκαταλείπει την πολιτική της πλήρους απομόνωσης της στρατιωτικής ηγεσίας της Μιανμάρ και ξεκινά απευθείας συνομιλίες με ένα καθεστώς που εξακολουθεί να βρίσκεται υπό αμερικανικές κυρώσεις. Πίσω από τη διπλωματική μεταστροφή διακρίνεται ένας μεγαλύτερος στρατηγικός στόχος.

Από την Simon Lewis | Reuters

Απόδοση – δημοσιογραφική επιμέλεια: Δαίδαλος | Greece2Day

Για πολλά χρόνια, η αμερικανική πολιτική απέναντι στη Μιανμάρ βασιζόταν σε μια σχετικά σαφή αρχή: οι στρατιωτικοί που ανέτρεψαν τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση το 2021 έπρεπε να παραμείνουν διεθνώς απομονωμένοι.

Κυρώσεις, διπλωματική πίεση και υποστήριξη των δημοκρατικών δυνάμεων αποτελούσαν τους βασικούς άξονες της αμερικανικής προσέγγισης. Σήμερα όμως η εικόνα αρχίζει να αλλάζει.

Στις 8 Οκτωβρίου, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ έχει ξεκινήσει απευθείας συνομιλίες με τη στρατιωτική ηγεσία της χώρας, πραγματοποιώντας την υψηλότερου επιπέδου επαφή μεταξύ των δύο πλευρών μετά το πραξικόπημα. Η εξέλιξη δεν σημαίνει ότι οι αμερικανικές κυρώσεις καταργούνται ή ότι η Ουάσιγκτον έχει αναγνωρίσει πολιτικά τη στρατιωτική διακυβέρνηση.

Σημαίνει όμως κάτι εξίσου σημαντικό. Οι στρατηγικές ανάγκες των Ηνωμένων Πολιτειών αρχίζουν να υπερισχύουν της προηγούμενης πολιτικής απομόνωσης. Και στο επίκεντρο αυτής της μεταβολής βρίσκεται ένας από τους σημαντικότερους πόρους της σύγχρονης παγκόσμιας οικονομίας: οι σπάνιες γαίες.

Η μυστική διπλωματία του Σεπτεμβρίου

Η σημαντικότερη αποκάλυψη αφορά τις συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν στις 15 και 16 Σεπτεμβρίου στην πρωτεύουσα της Μιανμάρ, Νέπιντο. Ο Μάικλ Βανς, υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ αρμόδιος για τις υπηρεσίες πληροφοριών και την έρευνα, συμμετείχε σε συνομιλίες με τον Μιν Αούνγκ Χλάινγκ, τον στρατιωτικό ηγέτη που πρωτοστάτησε στο πραξικόπημα του 2021 και πλέον κατέχει την προεδρία της χώρας.

Ο άμεσος στόχος της αποστολής ήταν η εξασφάλιση της απελευθέρωσης του Αμερικανού επιχειρηματία Άνταμ Καστίγιο. Στις επαφές περιλαμβανόταν επίσης η αντιμετώπιση των οργανωμένων δικτύων διαδικτυακής απάτης που δραστηριοποιούνται στη Νοτιοανατολική Ασία και εξαπατούν πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ωστόσο η προσέγγιση θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ευρύτερη συνεργασία, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης στα κοιτάσματα σπάνιων γαιών της Μιανμάρ. Εδώ βρίσκεται η πραγματική γεωπολιτική διάσταση.

Η Μιανμάρ δεν αποτελεί απλώς μια χώρα με πλούσιο υπέδαφος. Αποτελεί σημαντικό κρίκο μιας εφοδιαστικής αλυσίδας στην οποία η Κίνα διαθέτει ήδη δεσπόζουσα θέση.

Γιατί οι σπάνιες γαίες έχουν γίνει τόσο σημαντικές

Οι σπάνιες γαίες είναι ομάδα 17 χημικών στοιχείων που χρησιμοποιούνται σε ένα ευρύ φάσμα προηγμένων τεχνολογιών. Παρά την ονομασία τους, αρκετά από αυτά δεν είναι ιδιαίτερα σπάνια στον φλοιό της Γης.

Το πρόβλημα βρίσκεται στην οικονομικά βιώσιμη εξόρυξη, στον διαχωρισμό και στην επεξεργασία τους. Ορισμένες σπάνιες γαίες είναι απαραίτητες για την παραγωγή ισχυρών μόνιμων μαγνητών, οι οποίοι χρησιμοποιούνται σε ηλεκτρικά οχήματα, ανεμογεννήτριες, βιομηχανικούς κινητήρες, προηγμένα ηλεκτρονικά συστήματα και στρατιωτικό εξοπλισμό.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι λεγόμενες βαριές σπάνιες γαίες, όπως το δυσπρόσιο και το τέρβιο. Τα στοιχεία αυτά χρησιμοποιούνται, μεταξύ άλλων, για να διατηρούν ορισμένοι μαγνήτες τις ιδιότητές τους σε υψηλές θερμοκρασίες. Αυτό είναι κρίσιμο για εφαρμογές στην αυτοκινητοβιομηχανία, στην αεροδιαστημική και στην άμυνα.

Η σημασία τους επομένως δεν περιορίζεται σε μια συγκεκριμένη βιομηχανία. Αφορά την ίδια τη δυνατότητα μιας χώρας να κατασκευάζει ορισμένες από τις πλέον προηγμένες τεχνολογίες της.

Το κινεζικό πλεονέκτημα

Η Κίνα δεν κυριαρχεί μόνο στην εξόρυξη σπάνιων γαιών. Η πραγματική στρατηγική της ισχύς βρίσκεται στην επεξεργασία τους. Σύμφωνα με στοιχεία, η Κίνα ελέγχει περίπου το 70% της παγκόσμιας εξόρυξης και περισσότερο από το 85% της επεξεργασίας και παραγωγής μετάλλων σπάνιων γαιών.

Η διαφορά έχει μεγάλη σημασία. Μια χώρα μπορεί να διαθέτει σημαντικά κοιτάσματα χωρίς να έχει τη βιομηχανική δυνατότητα να μετατρέψει το μετάλλευμα σε υλικό κατάλληλο για προηγμένες εφαρμογές. Αυτό σημαίνει ότι η κατοχή ορυκτών πόρων δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με τεχνολογική ανεξαρτησία.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν διαπιστώσει το πρόβλημα με ιδιαίτερα επώδυνο τρόπο. Παρά τις επενδύσεις σε εγχώριες παραγωγικές εγκαταστάσεις, εξακολουθούν να εξαρτώνται από ξένες εφοδιαστικές αλυσίδες για κρίσιμα υλικά και εξαρτήματα.

Η εξάρτηση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν οι εμπορικές σχέσεις με την Κίνα επιδεινώνονται. Το Πεκίνο έχει ήδη δείξει ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει τους περιορισμούς στις εξαγωγές κρίσιμων ορυκτών ως διαπραγματευτικό εργαλείο.

Έτσι, οι σπάνιες γαίες έχουν μετατραπεί από βιομηχανική πρώτη ύλη σε μέσο γεωπολιτικής πίεσης.


Γιατί η Μιανμάρ αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση

Η Μιανμάρ διαθέτει σημαντικά κοιτάσματα βαρέων σπάνιων γαιών, ιδιαίτερα στην πολιτεία Κατσίν, κοντά στα σύνορα με την Κίνα. Αυτή η γεωγραφική θέση δημιουργεί μια ιδιόμορφη οικονομική πραγματικότητα. Η εξόρυξη πραγματοποιείται σε περιοχές όπου η κρατική εξουσία είναι κατακερματισμένη και η επιρροή ένοπλων εθνοτικών οργανώσεων παραμένει ισχυρή.

Η παραγωγή συνδέεται στενά με κινεζικά εμπορικά και βιομηχανικά δίκτυα. Μεγάλο μέρος των ορυκτών κατευθύνεται προς την Κίνα για επεξεργασία. Επομένως, ακόμη και αν η Ουάσιγκτον καταφέρει να αποκτήσει πρόσβαση στα κοιτάσματα, αυτό δεν σημαίνει ότι θα μπορέσει αμέσως να δημιουργήσει ανεξάρτητη εφοδιαστική αλυσίδα.

Θα χρειαστεί συμφωνίες με τις πραγματικές αρχές που ελέγχουν τις περιοχές παραγωγής, επενδύσεις σε υποδομές, ασφάλεια μεταφορών και δυνατότητες επεξεργασίας εκτός Κίνας.

Αυτό είναι το μεγάλο πρακτικό εμπόδιο της αμερικανικής στρατηγικής. Η πρόσβαση στο ορυκτό δεν σημαίνει και έλεγχο της αλυσίδας παραγωγής.

Ένα κράτος που δεν ελέγχει ολόκληρη την επικράτειά του

Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη εξαιτίας του εμφυλίου πολέμου. Μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του Φεβρουαρίου 2021, η Μιανμάρ βυθίστηκε σε μια παρατεταμένη ένοπλη σύγκρουση. Η στρατιωτική ηγεσία αντιμετωπίζει ένοπλες οργανώσεις εθνοτικών μειονοτήτων και δυνάμεις που αντιτίθενται στο πραξικόπημα.

Ορισμένες από αυτές ελέγχουν περιοχές με σημαντικούς φυσικούς πόρους και εμπορικές διαδρομές. Η πολιτεία Κατσίν αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Τον Μάιο του 2026, το Reuters κατέγραψε νέες στρατιωτικές επιχειρήσεις με στόχο την ανάκτηση περιοχών κοντά στα κινεζικά σύνορα, συμπεριλαμβανομένων περιοχών με κοιτάσματα σπάνιων γαιών. Αυτό σημαίνει ότι οι πρώτες ύλες δεν αποτελούν μόνο αντικείμενο διεθνούς ανταγωνισμού. Αποτελούν και μέρος της εσωτερικής στρατιωτικής σύγκρουσης.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, μια συμφωνία με τη στρατιωτική κυβέρνηση δεν θα ήταν απαραίτητα αρκετή. Θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί και το ερώτημα ποιος ελέγχει στην πράξη τα ορυχεία.

Από τις κυρώσεις στις διαπραγματεύσεις

Εδώ εμφανίζεται η μεγαλύτερη πολιτική αντίφαση. Ο Μιν Αούνγκ Χλάινγκ εξακολουθεί να βρίσκεται υπό αμερικανικές κυρώσεις για σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η Ουάσιγκτον έχει χαρακτηρίσει τις μαζικές διώξεις και εκτοπίσεις των Ροχίνγκια το 2016–2017 ως γενοκτονία.

Μετά το πραξικόπημα του 2021, η κυβέρνηση Μπάιντεν επέβαλε πρόσθετες κυρώσεις, πάγωσε περιουσιακά στοιχεία και υποστήριξε μη στρατιωτικά προγράμματα βοήθειας προς την αντιπολίτευση. Η σημερινή κυβέρνηση Τραμπ ακολουθεί διαφορετική κατεύθυνση.

Δεν έχει καταργήσει το καθεστώς κυρώσεων, αλλά εμφανίζεται διατεθειμένη να πραγματοποιεί απευθείας συνομιλίες με τους στρατιωτικούς ηγέτες. Η αλλαγή δεν αποτελεί απλώς διαφορετική διπλωματική τακτική. Αντανακλά μια ευρύτερη αντίληψη για την εξωτερική πολιτική.

Η συνεργασία με μια κυβέρνηση αξιολογείται ολοένα περισσότερο με βάση το συγκεκριμένο στρατηγικό όφελος που μπορεί να προσφέρει.

Αντιμετώπιση εγκληματικών δικτύων. Απελευθέρωση Αμερικανών πολιτών. Πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες. Περιορισμός της κινεζικής επιρροής. Αυτά τα ζητήματα μπορούν πλέον να οδηγήσουν σε διαπραγματεύσεις ακόμη και με κυβερνήσεις που η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να καταγγέλλει για σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η αντίδραση στο εσωτερικό των ΗΠΑ

Η προσέγγιση προκαλεί ήδη αντιδράσεις. Ο Δημοκρατικός βουλευτής Γκρέγκορι Μικς, υψηλόβαθμο μέλος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, επικρίνει την αλλαγή πολιτικής, υποστηρίζοντας ότι αποδυναμώνει την αμερικανική δέσμευση για τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Οι επικριτές φοβούνται ότι η απευθείας επαφή με τη στρατιωτική ηγεσία θα της προσφέρει διεθνή νομιμοποίηση χωρίς να απαιτηθούν ουσιαστικές πολιτικές παραχωρήσεις. Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο ευαίσθητο επειδή οι στρατιωτικές επιχειρήσεις συνεχίζονται.

Σύμφωνα με στοιχεία αξιωματούχων του ΟΗΕ, αεροπορικό πλήγμα σε πολυσύχναστη αγορά στην πολιτεία Ραχίν, λίγο μετά τις αμερικανικές επαφές, προκάλεσε περισσότερους από 50 θανάτους. Η σύγκρουση ανάμεσα στη στρατηγική σκοπιμότητα και στις ανθρωπιστικές αρχές δεν είναι επομένως θεωρητική.

Αφορά μια χώρα στην οποία ο πόλεμος συνεχίζει να προκαλεί μεγάλες απώλειες αμάχων.

Η Μιανμάρ αναζητά έξοδο από τη διεθνή απομόνωση

Η προσέγγιση δεν προέρχεται μόνο από την αμερικανική πλευρά. Η στρατιωτική ηγεσία της Μιανμάρ επιχειρεί επίσης να αποκαταστήσει τις διεθνείς σχέσεις της. Στις 8 Οκτωβρίου, ο Μιν Αούνγκ Χλάινγκ επισκέφθηκε τη Μαλαισία και συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό Ανουάρ Ιμπραχίμ.

Η επίσκεψη αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας επανένταξης της χώρας στις περιφερειακές διπλωματικές διαδικασίες. Η Ένωση Κρατών Νοτιοανατολικής Ασίας είχε περιορίσει τη συμμετοχή της στρατιωτικής ηγεσίας της Μιανμάρ σε υψηλού επιπέδου συναντήσεις μετά το πραξικόπημα. Ωστόσο, ορισμένες χώρες της περιοχής αρχίζουν να επιδιώκουν μεγαλύτερη διμερή συνεργασία.

Η Μαλαισία επιμένει ότι οι επαφές δεν συνιστούν επίσημη αναγνώριση της στρατιωτικής κυβέρνησης. Παρά ταύτα, η σταδιακή επανέναρξη των διπλωματικών επαφών αποτελεί σημαντική εξέλιξη για τη στρατιωτική ηγεσία. Η ταυτόχρονη προσέγγιση από την Ουάσιγκτον ενισχύει την εικόνα ότι η διεθνής απομόνωση αρχίζει να περιορίζεται.

Διαβάστε ακόμα: Made in USA, Owned by China


Η Κίνα παρακολουθεί

Για το Πεκίνο, οι εξελίξεις έχουν ιδιαίτερη σημασία. Η Μιανμάρ αποτελεί σημαντικό γειτονικό κράτος, με εκτεταμένες οικονομικές, ενεργειακές και εμπορικές σχέσεις με την Κίνα. Η κινεζική επιρροή δεν περιορίζεται στις σπάνιες γαίες. Περιλαμβάνει υποδομές, μεταφορές, ενεργειακούς αγωγούς και διασυνοριακό εμπόριο.

Η χώρα αποτελεί επίσης σημαντικό γεωγραφικό πέρασμα ανάμεσα στη νοτιοδυτική Κίνα και στον Ινδικό Ωκεανό. Μια ενδεχόμενη αμερικανική οικονομική παρουσία θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόσθετο ανταγωνισμό σε μια περιοχή όπου το Πεκίνο διαθέτει ισχυρά πλεονεκτήματα.

Ωστόσο, δεν πρέπει να υπερεκτιμάται η δυνατότητα της Ουάσιγκτον να ανατρέψει γρήγορα αυτή την κατάσταση. Η Κίνα διαθέτει γεωγραφική εγγύτητα, εγκατεστημένες εμπορικές σχέσεις και βιομηχανικές υποδομές που δεν μπορούν να αντικατασταθούν εύκολα.

Επιπλέον, η Μιανμάρ έχει ισχυρό οικονομικό κίνητρο να διατηρήσει τις σχέσεις της με τον μεγαλύτερο γείτονά της. Η αμερικανική προσέγγιση μπορεί να αποτελέσει την αρχή ενός νέου ανταγωνισμού. Δεν συνιστά ακόμη ανατροπή της κινεζικής κυριαρχίας.

Το πρόβλημα των αμερικανικών εφοδιαστικών αλυσίδων

Η Ουάσιγκτον έχει ήδη επενδύσει σημαντικά ποσά στην ανάπτυξη εγχώριων δυνατοτήτων παραγωγής κρίσιμων ορυκτών. Παράλληλα, επιδιώκει συνεργασίες με συμμαχικές χώρες και την ανάπτυξη στρατηγικών αποθεμάτων. Όμως η δημιουργία μιας πλήρους εφοδιαστικής αλυσίδας απαιτεί χρόνο.

Δεν αρκεί να κατασκευαστεί ένα ορυχείο. Χρειάζονται εγκαταστάσεις διαχωρισμού, επεξεργασίας, παραγωγής μετάλλων και κατασκευής τελικών εξαρτημάτων. Κάθε στάδιο απαιτεί κεφάλαια, τεχνογνωσία, περιβαλλοντικές εγκρίσεις και εξειδικευμένο προσωπικό.

Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα οξύ στον αμυντικό τομέα. Οι ΗΠΑ επιδιώκουν να περιορίσουν τη χρήση κινεζικών κρίσιμων ορυκτών στις στρατιωτικές εφοδιαστικές αλυσίδες τους. Ωστόσο, σύμφωνα με προηγούμενη έρευνα του Reuters, η εγχώρια παραγωγική δυνατότητα εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά των αναγκών.

Αυτό δημιουργεί μια αντίφαση. Η πολιτική επιδιώκει ταχεία στρατηγική ανεξαρτησία. Η βιομηχανική πραγματικότητα απαιτεί πολυετείς επενδύσεις.

Μπορούν οι σπάνιες γαίες να αλλάξουν την εξωτερική πολιτική;

Η περίπτωση της Μιανμάρ δείχνει ότι η απάντηση είναι ήδη, σε κάποιο βαθμό, θετική. Η πρόσβαση σε κρίσιμα ορυκτά μπορεί να δημιουργήσει κίνητρα συνεργασίας που προηγουμένως δεν υπήρχαν.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκαταλείπουν συνολικά τις κυρώσεις ή την προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σημαίνει όμως ότι οι στόχοι αυτοί ανταγωνίζονται πλέον πιο έντονα με την ανάγκη εξασφάλισης στρατηγικών πόρων.

Και η Μιανμάρ δεν είναι η μοναδική περίπτωση στην οποία μπορεί να εμφανιστεί μια τέτοια σύγκρουση. Η παγκόσμια προσπάθεια διαφοροποίησης των εφοδιαστικών αλυσίδων δημιουργεί νέα οικονομική αξία για χώρες με σημαντικά κοιτάσματα κρίσιμων πρώτων υλών.

Ακόμη και όταν αυτές αντιμετωπίζουν σοβαρά πολιτικά προβλήματα. Η γεωπολιτική σημασία του υπεδάφους μπορεί έτσι να μεταβάλει τη διπλωματική θέση ενός κράτους.

Μια νέα μορφή ανταγωνισμού με την Κίνα

Ο ανταγωνισμός ΗΠΑ–Κίνας δεν περιορίζεται πλέον στους δασμούς, στους ημιαγωγούς ή στην τεχνητή νοημοσύνη. Επεκτείνεται ολοένα περισσότερο στις φυσικές πρώτες ύλες που απαιτούνται για τη λειτουργία της σύγχρονης τεχνολογίας.

Η Κίνα διαθέτει ένα ισχυρό πλεονέκτημα: ελέγχει κρίσιμα στάδια της παραγωγής και επεξεργασίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν διαφορετικά εργαλεία: κεφάλαια, τεχνολογία, αμυντική ζήτηση και διπλωματική επιρροή.

Η αναζήτηση εναλλακτικών προμηθευτών μετατρέπεται επομένως σε βασικό πεδίο της στρατηγικής τους αντιπαράθεσης.

Η Μιανμάρ μπορεί να αποτελέσει ένα ακόμη μέτωπο αυτής της σύγκρουσης. Όμως η διαδρομή από τις διπλωματικές συνομιλίες μέχρι την πραγματική παραγωγή σπάνιων γαιών για την αμερικανική βιομηχανία παραμένει μεγάλη και αβέβαιη.

Όταν το υπέδαφος αποκτά μεγαλύτερη σημασία από τη διπλωματική απομόνωση

Η σημαντικότερη διάσταση της σημερινής αποκάλυψης δεν είναι ότι οι ΗΠΑ εξασφάλισαν συμφωνία για τις σπάνιες γαίες.

Τέτοια συμφωνία δεν έχει ανακοινωθεί. Ούτε ότι η Μιανμάρ αλλάζει γεωπολιτικό στρατόπεδο. Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για ένα τέτοιο συμπέρασμα.

Η πραγματική εξέλιξη είναι διαφορετική.

Η Ουάσιγκτον εμφανίζεται πλέον διατεθειμένη να συνομιλήσει με μια στρατιωτική ηγεσία που εξακολουθεί να βρίσκεται υπό κυρώσεις, επειδή η συνεργασία μπορεί να εξυπηρετήσει συγκεκριμένα αμερικανικά συμφέροντα.

Αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας εξωτερικής πολιτικής στην οποία οι στρατηγικές συναλλαγές αποκτούν αυξανόμενη βαρύτητα. Και αποκαλύπτει τα όρια της αμερικανικής προσπάθειας απεξάρτησης από την Κίνα.

Για να μειώσει την εξάρτησή της από έναν γεωπολιτικό ανταγωνιστή, η Ουάσιγκτον ενδέχεται να χρειαστεί συνεργασίες με κυβερνήσεις τις οποίες μέχρι πρόσφατα επιχειρούσε να απομονώσει.

Η ειρωνεία είναι εμφανής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία. Αλλά η προσπάθεια αυτή μπορεί να τις οδηγήσει σε νέες πολιτικές εξαρτήσεις.

Και στη νέα παγκόσμια οικονομία, όπου οι σπάνιες γαίες αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για την τεχνολογική και στρατιωτική ισχύ, οι κυβερνήσεις ανακαλύπτουν ότι η πρόσβαση στους φυσικούς πόρους δεν είναι μόνο οικονομικό ζήτημα.

Είναι ζήτημα διπλωματίας, ασφάλειας και πολιτικών συμβιβασμών. Η Μιανμάρ δείχνει πόσο μακριά μπορεί να φτάσουν αυτοί οι συμβιβασμοί.

Add comment

Comments

There are no comments yet.