Η Γαλλία διαθέτει το 5,1% του ΑΕΠ της στη δημόσια εκπαίδευση, πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 4,8%. Παρ' όλα αυτά, χιλιάδες μαθητές διαδηλώνουν για ελλείψεις καθηγητών, υπερπλήρεις τάξεις και προβληματικές σχολικές εγκαταστάσεις.

Από την Hanna Duggal | Al Jazeera
Απόδοση – δημοσιογραφική επιμέλεια: Αργώ | Greece2Day
Μια εκπαιδευτική εξέγερση στην καρδιά της Ευρώπης
Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα παράδοξο: ενώ δαπανά για την εκπαίδευση μεγαλύτερο ποσοστό του εθνικού της εισοδήματος από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι μαθητές της καταγγέλλουν ότι το εκπαιδευτικό σύστημα δεν μπορεί να καλύψει βασικές ανάγκες. Οι κινητοποιήσεις ξεκίνησαν στις 21 Σεπτεμβρίου από σχολείο στο Κρετέιγ, προάστιο του Παρισιού, και εξαπλώθηκαν γρήγορα σε ολόκληρη τη χώρα. Οι διαδηλωτές καταγγέλλουν ελλείψεις εκπαιδευτικών, συνωστισμό στις σχολικές αίθουσες, κτιριακές εγκαταστάσεις σε κακή κατάσταση και ανεπαρκή αντικατάσταση των καθηγητών που απουσιάζουν.
Στις 8 Οκτωβρίου, σύμφωνα με το γαλλικό υπουργείο Εσωτερικών, περίπου 71.500 άνθρωποι συμμετείχαν σε διαδηλώσεις σε ολόκληρη τη Γαλλία, ενώ οι συγκρούσεις με την αστυνομία συνεχίστηκαν. Η κρίση ξεπερνά πλέον τα όρια της εκπαιδευτικής πολιτικής. Συνδέεται με την προσπάθεια της κυβέρνησης να περιορίσει τα δημοσιονομικά ελλείμματα, σε μια περίοδο κατά την οποία το δημόσιο χρέος έχει γίνει κεντρικό οικονομικό και πολιτικό ζήτημα.
Πόσα χρήματα, όμως, διαθέτει πραγματικά η Γαλλία στην εκπαίδευση; Και πώς συγκρίνεται με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες;
Γαλλία: Σχεδόν €200 δισ. για την εκπαίδευση
Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία του γαλλικού υπουργείου Εθνικής Παιδείας, η συνολική εγχώρια εκπαιδευτική δαπάνη ανήλθε το 2025 στα €199,2 δισ., ποσό που αντιστοιχεί στο 6,7% του ΑΕΠ. Η μέτρηση αυτή περιλαμβάνει όχι μόνο τις δαπάνες του κράτους, αλλά και εκείνες των τοπικών αρχών, των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, καθώς και συναφείς υπηρεσίες όπως η μεταφορά και η σίτιση μαθητών.
Για τις διεθνείς συγκρίσεις, ωστόσο, χρησιμοποιείται ο στενότερος δείκτης των δημόσιων δαπανών εκπαίδευσης της Eurostat, που για τη Γαλλία ανέρχεται στο 5,1% του ΑΕΠ. Η διάκριση είναι απαραίτητη: το 6,7% και το 5,1% δεν μετρούν ακριβώς το ίδιο πράγμα.
Η δευτεροβάθμια εκπαίδευση απορροφά το μεγαλύτερο μέρος των πόρων, περίπου €73,7 δισ., ενώ ακολουθούν η πρωτοβάθμια με €60 δισ. και η τριτοβάθμια με €45,6 δισ. Οι συνολικές εκπαιδευτικές δαπάνες έχουν υπερδιπλασιαστεί σε πραγματικούς όρους από το 1980. Ωστόσο, ως ποσοστό του ΑΕΠ βρίσκονται σήμερα χαμηλότερα από τα επίπεδα των μέσων της δεκαετίας του 1990.
Αυτό αποκαλύπτει ότι η αύξηση των απόλυτων δαπανών δεν συνεπάγεται απαραίτητα και αύξηση της σχετικής προτεραιότητας που δίνει μια οικονομία στην εκπαίδευση.
Η ευρωπαϊκή σύγκριση: Στην κορυφή η Σουηδία, χαμηλά η Ελλάδα, τελευταία η Ιρλανδία
Τα στοιχεία της Eurostat για το 2024 παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών.
Η Σουηδία βρίσκεται στην κορυφή των χωρών που εξετάζει η έρευνα, διαθέτοντας το 7,3% του ΑΕΠ της στη δημόσια εκπαίδευση. Ακολουθεί η Ισλανδία με 7% και στη συνέχεια το Βέλγιο, η Εσθονία και η Φινλανδία με 6,3%. Η Γαλλία, με 5,1%, βρίσκεται πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, που είναι 4,8%. Στο χαμηλότερο άκρο βρίσκονται η Ιρλανδία με 2,7%, η Ελλάδα με 3,9%, η Ιταλία και η Ρουμανία με 4%, και η Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο με 4,1%.
Η Ελλάδα δαπανά επομένως 0,9 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ λιγότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και 1,2 μονάδες λιγότερες από τη Γαλλία. Υπάρχει, ωστόσο, μια σημαντική επιφύλαξη: το ποσοστό επί του ΑΕΠ δεν αποκαλύπτει από μόνο του πόσα χρήματα δαπανώνται ανά μαθητή, ούτε λαμβάνει υπόψη τις διαφορές στη δημογραφική σύνθεση, στο κόστος ζωής ή στη διάρθρωση των εκπαιδευτικών συστημάτων.
Ιδιαίτερα στην περίπτωση της Ιρλανδίας, το ΑΕΠ επηρεάζεται έντονα από τις δραστηριότητες πολυεθνικών επιχειρήσεων, γεγονός που καθιστά τις συγκρίσεις με βάση αποκλειστικά αυτόν τον δείκτη λιγότερο αντιπροσωπευτικές.
Γιατί οι Γάλλοι μαθητές διαμαρτύρονται παρά τις υψηλές δαπάνες;
Το πιο ενδιαφέρον εύρημα της έρευνας δεν είναι το ύψος των γαλλικών δαπανών. Είναι η απόσταση ανάμεσα στους πόρους που διατίθενται και στις πραγματικές συνθήκες των σχολείων. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, περίπου το 11% των εκπαιδευτικών της κατώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στη Γαλλία δεν διαθέτει πλήρη τυπικά προσόντα, έναντι λιγότερο από 3% στην πρωτοβάθμια. Παράλληλα, οι τάξεις της κατώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης έχουν κατά μέσο όρο 26 μαθητές, έναντι 23 στον ΟΟΣΑ.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο προβληματική όταν εξετάζεται η αντίληψη των ίδιων των εκπαιδευτικών για το επάγγελμά τους. Μόλις το 4% των Γάλλων εκπαιδευτικών που συμμετείχαν στη σχετική έρευνα θεωρεί ότι το επάγγελμά του απολαμβάνει κοινωνικής αναγνώρισης, έναντι 22% στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Οι μαθητές, από την πλευρά τους, περιγράφουν σχολεία με ανεπαρκή θέρμανση ή κλιματισμό, φθαρμένες υποδομές, ελλείψεις σε θρανία και καρέκλες και καθηγητές που δεν αντικαθίστανται όταν απουσιάζουν.
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε στις 8 Οκτωβρίου ότι θα διαθέσει 3.000 αναπληρωτές εκπαιδευτικούς για την κάλυψη επειγουσών αναγκών.
Το ερώτημα, επομένως, δεν περιορίζεται στο εάν η Γαλλία δαπανά αρκετά. Αφορά επίσης την κατανομή των πόρων, τη διοικητική αποτελεσματικότητα, τις συνθήκες εργασίας και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών.
Παιδεία, Υγεία και Άμυνα: Ο ανταγωνισμός για τον κρατικό προϋπολογισμό
Η εκπαιδευτική κρίση συμπίπτει με μια περίοδο έντονης δημοσιονομικής πίεσης. Η γαλλική κυβέρνηση επιδιώκει εξοικονόμηση €54 δισ. στον προτεινόμενο προϋπολογισμό του 2027, προκειμένου να περιορίσει το δημόσιο έλλειμμα. Μεταξύ των σχεδιαζόμενων μέτρων περιλαμβάνεται το πάγωμα των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων, από το οποίο αναμένεται εξοικονόμηση περίπου €2 δισ. Την ίδια στιγμή, η Γαλλία αντιμετωπίζει αυξημένες ανάγκες χρηματοδότησης της υγειονομικής περίθαλψης, της κοινωνικής προστασίας και της εθνικής άμυνας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει η έρευνα, οι συνολικές δαπάνες υγείας στη Γαλλία έφταναν το 11,9% του ΑΕΠ το 2022, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη.
Χρειάζεται, βεβαίως, προσοχή: οι συνολικές δαπάνες υγείας περιλαμβάνουν και ιδιωτική χρηματοδότηση, συνεπώς δεν είναι άμεσα συγκρίσιμες με τις αποκλειστικά δημόσιες δαπάνες εκπαίδευσης.
Το πρόβλημα είναι ευρύτερο. Οι κυβερνήσεις καλούνται να χρηματοδοτήσουν ταυτόχρονα ένα γηράσκον κοινωνικό κράτος, τις ανάγκες της εκπαίδευσης, την ενεργειακή μετάβαση, τις αμυντικές δαπάνες και το αυξανόμενο κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους. Η δυνατότητα να ικανοποιηθούν όλες αυτές οι απαιτήσεις χωρίς νέους φόρους, πρόσθετο δανεισμό ή ανακατανομή δαπανών είναι περιορισμένη.
Η ελληνική διάσταση: Το 3,9% αρκεί;
Για την Ελλάδα, τα στοιχεία έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Η χώρα διαθέτει στην εκπαίδευση μικρότερο ποσοστό του ΑΕΠ της από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, παρά το γεγονός ότι η βελτίωση των δεξιοτήτων, της παραγωγικότητας και του ανθρώπινου κεφαλαίου αποτελεί βασική προϋπόθεση μακροχρόνιας οικονομικής ανάπτυξης. Ωστόσο, θα ήταν υπεραπλούστευση να συμπεράνουμε ότι η αύξηση του ποσοστού από 3,9% σε 4,8% θα οδηγούσε αυτομάτως σε καλύτερα σχολεία. Η αποτελεσματικότητα της εκπαιδευτικής δαπάνης εξαρτάται και από το πού κατευθύνονται οι πόροι.
Οι μισθοί των εκπαιδευτικών, οι υποδομές, η επιμόρφωση, η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων, η διοικητική οργάνωση και η σχέση μεταξύ αριθμού μαθητών και σχολικών μονάδων αποτελούν εξίσου σημαντικές παραμέτρους. Η σύγκριση με τη Γαλλία μάς οδηγεί επομένως σε δύο διαφορετικά ερωτήματα. Για την Ελλάδα, εάν το επίπεδο χρηματοδότησης είναι επαρκές για τις ανάγκες ενός σύγχρονου εκπαιδευτικού συστήματος. Για τη Γαλλία, γιατί ένα σύστημα με χρηματοδότηση υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο εξακολουθεί να εμφανίζει τόσο έντονες λειτουργικές αδυναμίες.
Συμπέρασμα: Περισσότερα χρήματα δεν σημαίνουν αυτομάτως καλύτερη Παιδεία
Η γαλλική εκπαιδευτική κρίση αναδεικνύει ένα ζήτημα που αφορά όλες τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Η δημόσια χρηματοδότηση είναι αναγκαία για την παροχή ποιοτικών εκπαιδευτικών υπηρεσιών. Δεν αποτελεί, όμως, από μόνη της εγγύηση αποτελεσματικότητας. Η Γαλλία διαθέτει περισσότερους πόρους στην εκπαίδευση από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά αντιμετωπίζει σημαντικά προβλήματα στελέχωσης, υποδομών και εκπαιδευτικών συνθηκών.
Η Ελλάδα βρίσκεται στο αντίθετο άκρο ως προς τη σχετική δημόσια χρηματοδότηση, χωρίς αυτό να επιτρέπει αυτομάτως συμπεράσματα για τη συγκριτική ποιότητα των δύο συστημάτων. Το βασικό δίδαγμα είναι ότι η αξιολόγηση μιας δημόσιας πολιτικής δεν μπορεί να εξαντλείται στο ύψος των δαπανών. Η ουσιαστική ερώτηση δεν είναι μόνο πόσα χρήματα διαθέτει ένα κράτος στην Παιδεία, αλλά τι εκπαιδευτικό αποτέλεσμα παράγει με αυτά.
Και σε μια Ευρώπη όπου τα δημόσια χρέη αυξάνονται και οι δημοσιονομικοί περιορισμοί γίνονται αυστηρότεροι, η διάκριση αυτή αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία.


Add comment
Comments