Η κοινωνική αναταραχή στη Γαλλία μετατρέπεται σε διεθνή πολιτική σύγκρουση. Από την Ντόχα, ο Εμανουέλ Μακρόν κατηγόρησε ξένους ηγέτες, μεταξύ των οποίων και τον Ντόναλντ Τραμπ, ότι χρησιμοποιούν τις γαλλικές ταραχές για εκλογικά οφέλη, διαδίδοντας ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς για τη μετανάστευση και εικόνες παραγόμενες από τεχνητή νοημοσύνη.

Από τον Τηλέμαχο | Συντακτική ομάδα Greece2Da
Από τους δρόμους του Παρισιού στη διεθνή διπλωματία
Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κρίση που ξεκίνησε από την οικονομική δυσαρέσκεια των πολιτών, επεκτάθηκε σε βίαια επεισόδια και κατέληξε να προκαλέσει ανοιχτή πολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα σε ηγέτες δυτικών χωρών. Την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου, ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν επέλεξε να απαντήσει δημόσια στις τοποθετήσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και άλλων ξένων ηγετών για τις ταραχές που συγκλόνισαν τη Γαλλία το προηγούμενο Σαββατοκύριακο. Μιλώντας σε δημοσιογράφους στην Ντόχα, κατά την ολοκλήρωση της περιοδείας του στον Περσικό Κόλπο, ο Μακρόν κατήγγειλε ότι ξένοι πολιτικοί αξιοποιούν τη γαλλική κρίση για τις δικές τους προεκλογικές εκστρατείες.
Ο Γάλλος πρόεδρος αναφέρθηκε σε πολιτικούς που βρίσκονται σε προεκλογική περίοδο τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Δεν κατονόμασε αρχικά τον Τραμπ ή τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου. Όταν όμως ρωτήθηκε ευθέως εάν αναφερόταν στον Αμερικανό πρόεδρο, απάντησε: "Μεταξύ άλλων". Η παρέμβαση δεν περιορίστηκε σε μια διαφωνία για την ερμηνεία των γεγονότων. Ο Μακρόν κατηγόρησε ξένους ηγέτες ότι υιοθετούν παραπλανητικές πληροφορίες, μεταξύ των οποίων και εικόνες που έχουν δημιουργηθεί με τεχνητή νοημοσύνη και παρουσιάζουν περιστατικά που, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν συνέβησαν ποτέ στη Γαλλία.
Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτική αντιπαράθεση με τρία διαφορετικά επίπεδα: την πραγματική κοινωνική κρίση στο εσωτερικό της Γαλλίας, τη διεθνή διαμάχη για τη μετανάστευση και τη χρήση της ψηφιακής παραπληροφόρησης ως εργαλείου πολιτικής επικοινωνίας.
Πώς ξεκίνησε η νέα γαλλική κρίση
Η αφετηρία της αναταραχής δεν ήταν ένα μεμονωμένο μεταναστευτικό επεισόδιο, αλλά ένα ευρύτερο κύμα κοινωνικών κινητοποιήσεων. Το Σάββατο 17 Οκτωβρίου, εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες συμμετείχαν σε διαδηλώσεις κατά της ακρίβειας και της επιδείνωσης των οικονομικών συνθηκών. Στις κινητοποιήσεις συμμετείχαν συνδικάτα, φοιτητές, μαθητές και ομάδες που συνδέονται με το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων. Οι διαμαρτυρίες ακολούθησαν εβδομάδες αναταραχής στον εκπαιδευτικό τομέα, με μαθητές και φοιτητές να διατυπώνουν αιτήματα για τις συνθήκες εκπαίδευσης και τις προοπτικές τους. Το μεγαλύτερο μέρος των διαδηλώσεων ήταν ειρηνικό.
Ωστόσο, σε ορισμένες περιοχές, ομάδες διαδηλωτών και άλλων ατόμων συγκρούστηκαν με την αστυνομία, ενώ σημειώθηκαν λεηλασίες, βανδαλισμοί και καταστροφές εμπορικών καταστημάτων. Οι εικόνες από το Παρίσι και άλλες μεγάλες γαλλικές πόλεις προκάλεσαν έντονη ανησυχία. Η έκταση των επεισοδίων έθεσε ερωτήματα για την ετοιμότητα των αρχών και την ικανότητα της κυβέρνησης να προστατεύσει τη δημόσια ασφάλεια. Παράλληλα, όμως, δημιούργησε τον κίνδυνο να ταυτιστούν οι ειρηνικές κοινωνικές κινητοποιήσεις με τις βίαιες πράξεις συγκεκριμένων ομάδων.
Η διάκριση είναι ουσιαστική. Το δικαίωμα της ειρηνικής διαδήλωσης αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της δημοκρατικής λειτουργίας. Η λεηλασία καταστημάτων και η επίθεση κατά ανθρώπων ή δημόσιων υποδομών δεν αποτελούν νόμιμες μορφές πολιτικής διαμαρτυρίας. Η αποτελεσματική αντιμετώπιση της κρίσης απαιτεί ταυτόχρονα προστασία των πολιτών από τη βία και σεβασμό στα δικαιώματα όσων διαμαρτύρονται ειρηνικά.
Ο Τραμπ βλέπει στη Γαλλία μια προειδοποίηση για τη μετανάστευση
Ο Ντόναλντ Τραμπ έδωσε στα γεγονότα μια διαφορετική πολιτική ερμηνεία. Ο Αμερικανός πρόεδρος συνέδεσε τις γαλλικές ταραχές με τη μετανάστευση και υποστήριξε ότι η Ευρώπη κινδυνεύει εάν δεν περιορίσει δραστικά την είσοδο μεταναστών και δεν απομακρύνει όσους θεωρεί υπεύθυνους για εγκληματικές ενέργειες. Οι δηλώσεις του εντάσσονται σε μια ευρύτερη πολιτική στρατηγική. Ενόψει των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου, το μεταναστευτικό αποτελεί κεντρικό θέμα της προεκλογικής αντιπαράθεσης. Η ανάδειξη επεισοδίων σε ευρωπαϊκές χώρες προσφέρει στον Τραμπ τη δυνατότητα να παρουσιάσει τις πολιτικές αυστηρότερου ελέγχου των συνόρων ως αναγκαία προϋπόθεση δημόσιας ασφάλειας.
Η επιχειρηματολογία του στηρίζεται στην άποψη ότι η ανεπαρκώς ελεγχόμενη μετανάστευση μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα κοινωνικής συνοχής, ασφάλειας και ενσωμάτωσης. Πρόκειται για ζητήματα που πράγματι απασχολούν πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες και μπορούν να αποτελούν αντικείμενο νόμιμης πολιτικής αντιπαράθεσης. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν η γενική συζήτηση για τη μετανάστευση μετατρέπεται σε συγκεκριμένη αιτιώδη εξήγηση γεγονότων χωρίς επαρκή τεκμηρίωση.

Διαβάστε ακόμα: Γαλλία : Οι ταραχές ανοίγουν τον δρόμο στη Λεπέν
Στην περίπτωση των γαλλικών ταραχών, οι διαθέσιμες δημοσιογραφικές πληροφορίες δεν αποδεικνύουν ότι οι μετανάστες ή οι μουσουλμάνοι αποτελούσαν την οργανωτική ή κυρίαρχη δύναμη πίσω από τα επεισόδια. Η σύνθεση των ειρηνικών διαδηλώσεων ήταν ευρεία, ενώ η ταυτότητα και τα κίνητρα των δραστών των βίαιων πράξεων απαιτούν ξεχωριστή διερεύνηση. Η διαπίστωση αυτή δεν αποκλείει την πιθανότητα συμμετοχής ατόμων μεταναστευτικής προέλευσης σε συγκεκριμένα περιστατικά. Αποκλείει, όμως, την εξαγωγή ενός γενικού συμπεράσματος για ολόκληρη την κρίση χωρίς αποδεικτικά στοιχεία.
Ο Τραμπ υποστήριξε επίσης δημόσια τη Μαρίν Λεπέν, την οποία παρουσίασε ως σημαντική συντηρητική πολιτική φωνή της Γαλλίας. Έτσι, η αμερικανική παρέμβαση αποκτά και μια δεύτερη διάσταση: δεν αφορά μόνο την αμερικανική εσωτερική πολιτική, αλλά και την πολιτική ισορροπία στη Γαλλία ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027.
Ο Νετανιάχου και η διεθνοποίηση της μεταναστευτικής αντιπαράθεσης
Στην αντιπαράθεση παρενέβη και ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου. Σε συνέντευξή του στις 20 Οκτωβρίου, απέδωσε τη γαλλική αναταραχή σε αυτό που περιέγραψε ως επέκταση του εξτρεμιστικού Ισλάμ. Η δήλωση ενίσχυσε τη διεθνή διάσταση της κρίσης. Ο Μακρόν απέρριψε την παρουσίαση των γεγονότων ως αποτέλεσμα μιας υποτιθέμενης εισβολής μεταναστών ή ισλαμιστών. Η διαφωνία αντανακλά και διαφορετικές πολιτικές προτεραιότητες. Για την ισραηλινή ηγεσία, η ισλαμιστική τρομοκρατία και ο εξτρεμισμός αποτελούν κεντρικά ζητήματα ασφάλειας.
Για τη γαλλική κυβέρνηση, η αποδοχή μιας τέτοιας γενικευμένης ερμηνείας των επεισοδίων θα μπορούσε να εντείνει την εσωτερική κοινωνική πόλωση και να υποβαθμίσει τα οικονομικά αιτήματα των διαδηλωτών. Η ανάγκη αντιμετώπισης του εξτρεμισμού είναι πραγματική. Δεν συνεπάγεται, ωστόσο, ότι κάθε κοινωνική αναταραχή μπορεί να εξηγηθεί ως αποτέλεσμα θρησκευτικού ριζοσπαστισμού. Η ακριβής διάγνωση των αιτίων αποτελεί προϋπόθεση για την αποτελεσματική πολιτική αντιμετώπισή τους.
Η τεχνητή νοημοσύνη ως πολλαπλασιαστής της πολιτικής παραπληροφόρησης
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της παρέμβασης Μακρόν αφορά τη χρήση εικόνων και βίντεο που δημιουργούνται με τεχνητή νοημοσύνη. Ο Γάλλος πρόεδρος υποστήριξε ότι κυκλοφόρησε οπτικό υλικό το οποίο παρουσίαζε ανύπαρκτα επεισόδια ως πραγματικές σκηνές από τη Γαλλία. Κατά τον ίδιο, ορισμένοι ξένοι ηγέτες αναπαρήγαγαν τέτοιο υλικό ή υιοθέτησαν αφηγήσεις που είχαν ενισχυθεί από αυτό. Χρειάζεται, ωστόσο, μια σημαντική διευκρίνιση: ο Μακρόν δεν παρουσίασε κατά τη συγκεκριμένη παρέμβαση έναν πλήρη, ανεξάρτητα επαληθεύσιμο κατάλογο των επίμαχων βίντεο. Επομένως, η καταγγελία του πρέπει να αποδίδεται ως δήλωση του Γάλλου προέδρου και όχι ως τεκμηριωμένη απόδειξη ότι συγκεκριμένος ξένος ηγέτης χρησιμοποίησε συγκεκριμένο παραποιημένο βίντεο.
Ανεξάρτητα από την τελική επαλήθευση των επιμέρους περιστατικών, το ευρύτερο πρόβλημα είναι υπαρκτό. Η τεχνητή νοημοσύνη έχει μειώσει δραστικά το κόστος δημιουργίας πειστικού οπτικού περιεχομένου. Εικόνες από ανύπαρκτες συγκρούσεις, υποτιθέμενες δηλώσεις πολιτικών ή σκηνές μαζικής βίας μπορούν πλέον να δημιουργηθούν χωρίς να έχει συμβεί κανένα αντίστοιχο γεγονός. Το περιεχόμενο αυτό μπορεί να κυκλοφορήσει σε κοινωνικά δίκτυα, να αναπαραχθεί από λογαριασμούς με μεγάλη απήχηση και να αποκτήσει πολιτική σημασία πριν ελεγχθεί η αυθεντικότητά του.
Η ταχύτητα αποτελεί το κρίσιμο στοιχείο. Μια παραπλανητική εικόνα μπορεί να επηρεάσει την κοινή γνώμη μέσα σε λίγες ώρες. Η διάψευσή της ενδέχεται να φτάσει σε πολύ μικρότερο κοινό ή να δημοσιευθεί όταν οι πολιτικές εντυπώσεις έχουν ήδη διαμορφωθεί. Η δυσκολία γίνεται μεγαλύτερη σε περιόδους κοινωνικής έντασης. Όταν οι πολίτες βλέπουν πραγματικές εικόνες βίας, είναι πιθανότερο να θεωρήσουν αληθοφανές και ένα πρόσθετο βίντεο που παρουσιάζει ακόμη πιο ακραία γεγονότα. Αυτή η συνύπαρξη πραγματικού και κατασκευασμένου περιεχομένου δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο η διάκριση ανάμεσα στο γεγονός και στην πολιτική αφήγηση γίνεται δυσκολότερη.
Το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται μόνο με περισσότερη κρατική εποπτεία του διαδικτύου. Μια τέτοια προσέγγιση μπορεί να δημιουργήσει νέους κινδύνους για την ελευθερία της έκφρασης. Απαιτείται ανεξάρτητη επαλήθευση, διαφάνεια των ψηφιακών πλατφορμών, σαφής σήμανση του τεχνητά παραγόμενου υλικού και μεγαλύτερη ευθύνη από τους πολιτικούς που αναπαράγουν ανεπιβεβαίωτους ισχυρισμούς. Η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι μόνο ότι οι πολίτες μπορεί να πιστέψουν ένα ψεύτικο βίντεο. Είναι ότι, σταδιακά, μπορεί να πάψουν να εμπιστεύονται ακόμη και τις αυθεντικές εικόνες.
Η πραγματική οικονομική κρίση πίσω από τις διαδηλώσεις
Η διεθνής αντιπαράθεση για τη μετανάστευση κινδυνεύει να επισκιάσει το ζήτημα που κινητοποίησε μεγάλο μέρος των Γάλλων διαδηλωτών: την επιδείνωση του κόστους ζωής. Η Γαλλία αντιμετωπίζει ένα ιδιαίτερα δύσκολο συνδυασμό οικονομικών πιέσεων. Οι υψηλότερες τιμές ενέργειας επιβαρύνουν τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Η αύξηση του κόστους μεταφορών επηρεάζει τις τιμές αγαθών και υπηρεσιών. Η πίεση στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς περιορίζει την αγοραστική δύναμη, ενώ η αβεβαιότητα για την οικονομική προοπτική ενισχύει τη δυσαρέσκεια.
Παράλληλα, το γαλλικό κράτος έχει περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια για να αντιμετωπίσει την κρίση με νέες επιδοτήσεις και φορολογικές ελαφρύνσεις. Εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες διαφορές σε σχέση με την περίοδο των Κίτρινων Γιλέκων το 2018–2019. Τότε, η κυβέρνηση Μακρόν μπορούσε να χρησιμοποιήσει δημοσιονομικά μέτρα για να περιορίσει μέρος της κοινωνικής έντασης. Σήμερα, η υψηλή επιβάρυνση του δημόσιου χρέους, τα ελλείμματα και το αυξημένο κόστος δανεισμού καθιστούν μια αντίστοιχη παρέμβαση δυσκολότερη.
Η γαλλική κυβέρνηση βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με ένα κλασικό δίλημμα πολιτικής οικονομίας. Εάν αυξήσει τις δημόσιες δαπάνες για να στηρίξει τα εισοδήματα, κινδυνεύει να επιδεινώσει τη δημοσιονομική θέση της χώρας. Εάν περιορίσει τις δαπάνες ή αυξήσει τη φορολογία, μπορεί να εντείνει τη δυσαρέσκεια των πολιτών. Εάν δεν παρέμβει, η ακρίβεια εξακολουθεί να επιβαρύνει την καθημερινότητα. Το πρόβλημα δεν είναι απλώς επικοινωνιακό.
Αντανακλά τη δυσκολία ενός ήδη επιβαρυμένου κράτους να απορροφήσει ένα νέο εξωτερικό οικονομικό σοκ.
Διαβάστε ακόμα: Η Γαλλία φλερτάρει επικίνδυνα με το τέλος του καπιταλισμού
Δημόσιο χρέος και αγορές: Η κρίση έχει και χρηματοοικονομικό κόστος
Η Γαλλία δεν είναι μια μικρή οικονομία της Ευρωζώνης. Είναι η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της και ένας από τους σημαντικότερους εκδότες κρατικών ομολόγων στην Ευρώπη. Επομένως, η πολιτική αβεβαιότητα στο Παρίσι δεν αφορά αποκλειστικά τη γαλλική εσωτερική πολιτική. Αφορά και τη λειτουργία των ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών αγορών. Οι επενδυτές που αγοράζουν γαλλικά κρατικά ομόλογα αξιολογούν όχι μόνο το υφιστάμενο επίπεδο του χρέους, αλλά και την ικανότητα των μελλοντικών κυβερνήσεων να εφαρμόσουν αξιόπιστη δημοσιονομική πολιτική. Η κοινωνική αναταραχή μπορεί να επηρεάσει αυτή την αξιολόγηση με περισσότερους από έναν τρόπους.
Πρώτον, μπορεί να δυσκολέψει την εφαρμογή μέτρων περιορισμού των ελλειμμάτων. Δεύτερον, μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα πολιτικής αστάθειας και αλλαγής κυβερνητικής κατεύθυνσης. Τρίτον, μπορεί να οδηγήσει σε πρόσθετες δημόσιες δαπάνες για κοινωνική στήριξη και αποκατάσταση ζημιών. Τέταρτον, μπορεί να επιβαρύνει την εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων και των καταναλωτών. Η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς κρατικού ομολόγου ξεπέρασε την Τετάρτη το 5%, καθώς οι αγορές αξιολογούσαν τις δημοσιονομικές και πολιτικές εξελίξεις.
Μια αύξηση των αποδόσεων σημαίνει ότι το κράτος αντιμετωπίζει υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης όταν εκδίδει νέο χρέος ή αναχρηματοδοτεί υφιστάμενες υποχρεώσεις. Δεν σημαίνει ότι ολόκληρο το δημόσιο χρέος ανατιμολογείται αμέσως. Το αποτέλεσμα μεταφέρεται σταδιακά στον προϋπολογισμό, ανάλογα με τη διάρκεια και το χρονοδιάγραμμα λήξης των ομολόγων. Ωστόσο, όταν ένα κράτος διαθέτει ήδη περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο, ακόμη και μια σταδιακή αύξηση του κόστους δανεισμού μπορεί να αποκτήσει σημαντικές συνέπειες.
Το βασικό πρόβλημα για τη Γαλλία είναι ότι η οικονομική κρίση μπορεί να τροφοδοτεί την πολιτική αστάθεια, ενώ η πολιτική αστάθεια μπορεί με τη σειρά της να επιδεινώνει τις οικονομικές συνθήκες.
Η ενεργειακή διπλωματία του Μακρόν στον Περσικό Κόλπο
Η επιλογή του Μακρόν να πραγματοποιήσει περιοδεία στον Περσικό Κόλπο ενώ η Γαλλία αντιμετωπίζει σοβαρή εσωτερική αναταραχή προκάλεσε πολιτικές επικρίσεις. Ωστόσο, η περιοδεία είχε συγκεκριμένο οικονομικό στόχο. Ο Γάλλος πρόεδρος επιδίωξε να εξασφαλίσει πρόσθετες ποσότητες καυσίμων, ιδιαίτερα diesel, ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος ελλείψεων και να ενισχυθεί η ενεργειακή ασφάλεια της χώρας. Σύμφωνα με το Ελιζέ και το Associated Press, οι επαφές με χώρες του Κόλπου διαμόρφωσαν προοπτική για πρόσθετες προμήθειες που πλησιάζουν τους 295.000 τόνους diesel τον μήνα. Η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί σε περισσότερο από το 10% της μηνιαίας γαλλικής κατανάλωσης diesel.
Η πρωτοβουλία συνδέεται με την ευρύτερη αναστάτωση στις διεθνείς αγορές ενέργειας, η οποία έχει ενισχυθεί από τη σύγκρουση με το Ιράν και τις δυσκολίες στις ενεργειακές μεταφορές. Η Γαλλία επιδιώκει να διαφοροποιήσει τις πηγές εφοδιασμού και να μειώσει την ευπάθειά της σε πιθανές διακοπές προμηθειών. Η κυβέρνηση έχει επίσης αναφερθεί στη συντονισμένη αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων από τις χώρες της G7. Η οικονομική σημασία αυτών των κινήσεων είναι πραγματική. Δεν πρέπει, όμως, να συγχέεται η διασφάλιση επαρκών ποσοτήτων με την εγγύηση χαμηλότερων τιμών.
Οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου και των διυλισμένων προϊόντων καθορίζονται από τις συνθήκες προσφοράς και ζήτησης σε ευρύτερες αγορές. Ακόμη και αν η Γαλλία εξασφαλίσει πρόσθετες ποσότητες diesel, οι καταναλωτές δεν είναι βέβαιο ότι θα δουν άμεση ή αντίστοιχη μείωση στις τιμές των πρατηρίων. Το αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από το κόστος προμήθειας, τις διεθνείς τιμές, τα περιθώρια διύλισης και εμπορίας και τη φορολογική επιβάρυνση.
Η ενεργειακή διπλωματία μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο φυσικών ελλείψεων. Δεν μπορεί από μόνη της να εξαλείψει τον ενεργειακό πληθωρισμό.
Η γαλλική κρίση και η επόμενη προεδρική αναμέτρηση
Η αντιπαράθεση Μακρόν–Τραμπ αποκτά μεγαλύτερη σημασία εάν εξεταστεί υπό το πρίσμα των γαλλικών προεδρικών εκλογών του 2027. Ο Μακρόν ολοκληρώνει τη δεύτερη προεδρική θητεία του και δεν μπορεί να διεκδικήσει αμέσως τρίτη συνεχόμενη θητεία. Η πολιτική σύγκρουση αφορά επομένως όχι μόνο τη διαχείριση της σημερινής κρίσης, αλλά και τη διαμόρφωση των πολιτικών συσχετισμών για την επόμενη ημέρα. Η Μαρίν Λεπέν και ο ευρύτερος χώρος της γαλλικής εθνικιστικής Δεξιάς επιχειρούν εδώ και χρόνια να τοποθετήσουν τη μετανάστευση, τη δημόσια ασφάλεια και την απώλεια αγοραστικής δύναμης στο κέντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η σημερινή αναταραχή προσφέρει ευκαιρίες ενίσχυσης αυτής της πολιτικής ατζέντας. Από την άλλη πλευρά, η Αριστερά επιδιώκει να αναδείξει την κοινωνική διάσταση της κρίσης, υποστηρίζοντας ότι η ακρίβεια, η ανισότητα και η υποβάθμιση δημόσιων υπηρεσιών αποτελούν τις βαθύτερες αιτίες της δυσαρέσκειας. Η κυβερνητική παράταξη βρίσκεται σε δυσκολότερη θέση. Καλείται να υπερασπιστεί την οικονομική της πολιτική, να αποκαταστήσει τη δημόσια τάξη και να αποδείξει ότι εξακολουθεί να διαθέτει την πολιτική ισχύ για να κυβερνήσει αποτελεσματικά. Η παρέμβαση του Τραμπ υπέρ της Λεπέν ενισχύει τον διεθνή συμβολισμό της αντιπαράθεσης.
Δεν αποδεικνύει, όμως, ότι οι γαλλικές πολιτικές εξελίξεις καθορίζονται από την Ουάσιγκτον. Η άνοδος της εθνικιστικής Δεξιάς έχει βαθύτερες εγχώριες ρίζες, που συνδέονται με την κοινωνική δυσαρέσκεια, τις πολιτισμικές συγκρούσεις, τη μετανάστευση και τη μακροχρόνια κρίση εμπιστοσύνης προς τα παραδοσιακά κόμματα. Η εξωτερική πολιτική υποστήριξη μπορεί να ενισχύει την προβολή μιας παράταξης, αλλά δεν υποκαθιστά τις εσωτερικές κοινωνικές και πολιτικές δυναμικές.
Το πρόβλημα της επιλεκτικής ερμηνείας των γεγονότων
Η γαλλική κρίση προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ένα σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο μπορεί να περιοριστεί σε μια απλουστευτική πολιτική εξήγηση. Για ορισμένους, τα επεισόδια αποδεικνύουν την αποτυχία της μεταναστευτικής πολιτικής. Για άλλους, αποδεικνύουν αποκλειστικά την αποτυχία της οικονομικής πολιτικής και της λιτότητας. Και οι δύο προσεγγίσεις κινδυνεύουν να παραβλέψουν σημαντικές πλευρές της πραγματικότητας. Η ακρίβεια μπορεί να εξηγήσει γιατί εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι συμμετέχουν σε διαδηλώσεις. Δεν εξηγεί αυτομάτως γιατί συγκεκριμένα άτομα καταστρέφουν καταστήματα.
Αντίστοιχα, τα προβλήματα ένταξης μεταναστευτικών πληθυσμών μπορούν να αποτελούν πραγματική πρόκληση για μια κοινωνία. Δεν αποδεικνύουν ότι κάθε βίαιο επεισόδιο συνδέεται με τη μετανάστευση.
Η κατανόηση της κρίσης απαιτεί διάκριση ανάμεσα στα αίτια της κοινωνικής κινητοποίησης, στα κίνητρα των δραστών βίαιων πράξεων και στον τρόπο με τον οποίο πολιτικές δυνάμεις αξιοποιούν τα γεγονότα. Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τη δημοσιογραφία. Η δημοσιογραφική αποστολή δεν είναι να επιλέγει την πολιτική αφήγηση που επιβεβαιώνει τις προϋπάρχουσες πεποιθήσεις του αναγνώστη. Είναι να διαχωρίζει τα τεκμηριωμένα γεγονότα από τους ισχυρισμούς και τις ερμηνείες. Αυτό ισχύει τόσο για τις δηλώσεις του Τραμπ όσο και για τις δηλώσεις του Μακρόν.
Ο Αμερικανός πρόεδρος οφείλει να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς του για την ταυτότητα και τα κίνητρα των δραστών. Ο Γάλλος πρόεδρος οφείλει επίσης να παρουσιάζει στοιχεία όταν καταγγέλλει συγκεκριμένες μορφές ψηφιακής παραπληροφόρησης. Η πολιτική θέση κανενός από τους δύο δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη.
Τι σημαίνει η κρίση για την Ευρώπη
Η γαλλική αναταραχή αναδεικνύει ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πρόβλημα. Οι κυβερνήσεις καλούνται να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα υψηλό κόστος ζωής, αυξημένες ανάγκες για άμυνα και ενεργειακή ασφάλεια, γήρανση του πληθυσμού, δημοσιονομικούς περιορισμούς και πιέσεις στις δημόσιες υπηρεσίες. Η αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων απαιτεί οικονομικούς πόρους. Οι πόροι, όμως, δεν είναι απεριόριστοι. Η αύξηση της φορολογίας μπορεί να περιορίσει το διαθέσιμο εισόδημα ή τα επενδυτικά κίνητρα. Η αύξηση του δανεισμού μπορεί να επιβαρύνει τη δημοσιονομική βιωσιμότητα. Η περικοπή δαπανών μπορεί να προκαλέσει κοινωνικές αντιδράσεις. Και η καθυστέρηση των μεταρρυθμίσεων μπορεί να επιδεινώσει τα διαρθρωτικά προβλήματα.
Αυτό δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο οι πολιτικές αντιπαραθέσεις γίνονται εντονότερες. Ταυτόχρονα, η διεθνής γεωπολιτική πόλωση μεταφέρει ολοένα συχνότερα τις εσωτερικές πολιτικές κρίσεις μιας χώρας στη δημόσια συζήτηση άλλων χωρών. Οι εξελίξεις στη Γαλλία χρησιμοποιούνται στις ΗΠΑ ως επιχείρημα για τη μεταναστευτική πολιτική. Οι αμερικανικές παρεμβάσεις χρησιμοποιούνται στη Γαλλία ως παράδειγμα ξένης πολιτικής εκμετάλλευσης. Και η αντιπαράθεση ενισχύεται από ψηφιακές πλατφόρμες που επιτρέπουν τη διεθνή διάδοση πολιτικών μηνυμάτων σε πραγματικό χρόνο. Η Ευρώπη βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με μια διπλή πρόκληση.
Πρέπει να βελτιώσει τις πραγματικές οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες. Πρέπει, όμως, και να προστατεύσει τη δημόσια συζήτηση από τη μετατροπή κάθε εσωτερικής κρίσης σε πεδίο διεθνούς προπαγανδιστικής σύγκρουσης.
Συμπέρασμα: Η πολιτική αντιπαράθεση δεν μειώνει την τιμή της ενέργειας
Η σύγκρουση ανάμεσα στον Μακρόν και τον Τραμπ είναι πολιτικά σημαντική. Αποκαλύπτει τις διαφορετικές αντιλήψεις για τη μετανάστευση, τη δημόσια ασφάλεια, την κοινωνική συνοχή και τον ρόλο των ξένων ηγετών στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων χωρών. Αναδεικνύει επίσης τη νέα σημασία της τεχνητής νοημοσύνης στη διαμόρφωση πολιτικών αφηγήσεων. Ωστόσο, η αντιπαράθεση δεν πρέπει να αποκρύπτει το κεντρικό πρόβλημα της γαλλικής κοινωνίας. Οι πολίτες που διαδηλώνουν για το κόστος ζωής δεν θα δουν την αγοραστική τους δύναμη να βελτιώνεται επειδή ο Μακρόν κατηγόρησε τον Τραμπ για παραπληροφόρηση.
Ούτε θα μειωθούν οι τιμές των καυσίμων επειδή ο Τραμπ απέδωσε τις ταραχές στη μετανάστευση. Η αντιμετώπιση της κρίσης απαιτεί πραγματικές οικονομικές αποφάσεις. Απαιτεί επαρκή ενεργειακό εφοδιασμό, σταθερότητα των δημόσιων οικονομικών, ενίσχυση της παραγωγικότητας και αποτελεσματική λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών. Απαιτεί επίσης την προστασία της δημόσιας τάξης χωρίς συλλογική ενοχοποίηση των ειρηνικών διαδηλωτών και χωρίς περιορισμό των θεμελιωδών ελευθεριών. Η γαλλική κυβέρνηση έχει την ευθύνη να αντιμετωπίσει αυτά τα προβλήματα.
Οι ξένοι ηγέτες έχουν κάθε δικαίωμα να ασκούν πολιτική κριτική, αλλά η κριτική τους οφείλει να στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Και οι πολίτες έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν τι συνέβη, ποιοι ευθύνονται και ποιες πολιτικές επιλογές μπορούν πράγματι να βελτιώσουν την κατάσταση. Η πραγματική δοκιμασία για τη Γαλλία δεν είναι ποιος θα επικρατήσει στη λεκτική σύγκρουση Μακρόν–Τραμπ. Είναι εάν το γαλλικό κράτος μπορεί να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών, να προστατεύσει τη δημόσια ασφάλεια και να αντιμετωπίσει τις οικονομικές αιτίες της κοινωνικής δυσαρέσκειας χωρίς να οδηγηθεί σε νέα δημοσιονομικά αδιέξοδα.
Από την απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό και η πολιτική πορεία της Γαλλίας προς τις προεδρικές εκλογές του 2027.

Add comment
Comments