Μιχάλης Σουγιούλ: Ο συνθέτης που ένωσε δύο Ελλάδες – Από το ταγκό και τη Βέμπο στο «Τραμ το τελευταίο» και το αρχοντορεμπέτικο

Published on October 4, 2026 at 5:28 PM

Υπάρχουν συνθέτες που ταυτίζονται με ένα μουσικό ύφος. Ο Μιχάλης Σουγιούλ έκανε σχεδόν το αντίθετο.

Από τον Τηλέμαχο | Συντακτική ομάδα Greece2Day

Έγραψε ταγκό. Βαλς. Ρομάντζες. Καντάδες. Επιθεωρησιακά τραγούδια. Πατριωτικά τραγούδια. Δημοτικοφανείς μελωδίες. Κινηματογραφική μουσική.

Και τελικά υπήρξε ο άνθρωπος που συνέδεσε όσο λίγοι τον κόσμο του αστικού ελαφρού τραγουδιού με το ανερχόμενο λαϊκό τραγούδι, δημιουργώντας αυτό που έμεινε στην ιστορία ως αρχοντορεμπέτικο.

Χαρακτηρίζεται δικαίως ως "πατέρας" και εμπνευστής του αρχοντορεμπέτικου, ενώ το σωζόμενο αρχείο του στη Μουσική Βιβλιοθήκη "Λίλιαν Βουδούρη" τον καταγράφει ως τον δημιουργό που, μαζί με τους στιχουργούς Αλέκο Σακελλάριο και Χρήστο Γιαννακόπουλο, διαμόρφωσε ουσιαστικά το νέο αυτό είδος. 

Όμως ακόμη κι αυτός ο χαρακτηρισμός είναι περιοριστικός. Γιατί ο Σουγιούλ ήταν πολύ περισσότερα. Ήταν ένας από τους σημαντικότερους επαγγελματίες συνθέτες της ελληνικής μουσικής βιομηχανίας πριν καν υπάρξει πραγματική μουσική βιομηχανία στην Ελλάδα.

Έγραφε για το θέατρο. Για τη δισκογραφία. Για τον κινηματογράφο. Για τα νυχτερινά κέντρα. Για συγκεκριμένες παραστάσεις. Για συγκεκριμένες στιγμές της ιστορίας. Και το σημαντικότερο: ήξερε να καταλαβαίνει τι ήθελε να ακούσει το κοινό πριν ακόμη το καταλάβει το ίδιο.

Ο Τώνης Μαρούδας, που τον γνώρισε και συνεργάστηκε μαζί του, τον χαρακτήριζε ακριβώς έτσι: έναν διορατικό συνθέτη που "ήξερε να πιάνει το κοινό".

Ίσως αυτή να είναι η καλύτερη περιγραφή του.

Αϊδίνι, 1906

Ο Μιχάλης Σουγιούλ γεννήθηκε την 1η Αυγούστου 1906 στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Σουγιουλτζόγλου. Η οικογένειά του ανήκε στον μικρασιατικό ελληνισμό και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα γύρω στο 1920, λίγο πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή.  Όπως και στην περίπτωση του Κώστα Γιαννίδη, η μικρασιατική καταγωγή έχει σημασία.

Δεν αποτελεί απλώς βιογραφικό στοιχείο. Ο Σουγιούλ μεγάλωσε σε έναν κόσμο όπου η Ανατολή και η Δύση δεν αποτελούσαν αυστηρά χωρισμένες μουσικές περιοχές. Το ευρωπαϊκό τραγούδι μπορούσε να συνυπάρχει με ανατολίτικες μελωδίες.

Το ταγκό με τη σμυρναίικη μουσική. Η οπερέτα με το δημοτικό τραγούδι. Και ακριβώς αυτή η φυσική άνεση ανάμεσα σε διαφορετικές μουσικές γλώσσες θα αποτελέσει αργότερα ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του έργου του.

Ο έμπορος που τελικά έγινε μουσικός

Η οικογένειά του δεν σχεδίαζε για εκείνον καριέρα συνθέτη. Ο πατέρας του δραστηριοποιούνταν στο εμπόριο και περίμενε ότι ο γιος του θα ακολουθούσε την ίδια πορεία. Για κάποιο διάστημα αυτό ακριβώς προσπάθησε να κάνει. Αλλά η μουσική είχε διαφορετικά σχέδια.

Το 1924, ενώ βρισκόταν στην Τρίπολη για διακοπές, ο νεαρός Σουγιούλ κάθισε σε ένα πιάνο σε μπυραρία και άρχισε να παίζει. Το κοινό συγκεντρώθηκε γύρω του. Το ίδιο συνέβη ξανά τις επόμενες ημέρες. Και κάπου εκεί ο ίδιος φαίνεται πως κατάλαβε ότι η ζωή του πιθανότατα δεν θα βρισκόταν πίσω από έναν εμπορικό πάγκο.

Θα βρισκόταν μπροστά σε ένα πιάνο. 


Αυτοδίδακτος - αλλά όχι ακαλλιέργητος

Ο Σουγιούλ περιγράφεται συχνά ως αυτοδίδακτος. Ο χαρακτηρισμός είναι σωστός, αρκεί να μην παρερμηνευθεί. Δεν σημαίνει άνθρωπος χωρίς μουσική γνώση. Σημαίνει δημιουργός που δεν προήλθε από την αυστηρή ακαδημαϊκή παράδοση που χαρακτήριζε, για παράδειγμα, τον Κωνσταντινίδη-Γιαννίδη.

Ο Σουγιούλ έμαθε τη μουσική περισσότερο μέσα στην ίδια τη μουσική ζωή. Στα πιάνα. Στις ορχήστρες. Στους χώρους διασκέδασης. Στο θέατρο. Στην επαφή με άλλους μουσικούς.

Και αργότερα ταξίδεψε στη Μασσαλία για περαιτέρω μουσικές σπουδές.  Αυτή η διαφορά από τον Γιαννίδη είναι ενδιαφέρουσα. Ο Γιαννίδης ήταν ο μεγάλος μορφωμένος αρχιτέκτονας της μελωδίας. Ο Σουγιούλ ήταν περισσότερο ένστικτο, εμπειρία και άμεση επαφή με το κοινό.

Το ταγκό ήταν η πρώτη μεγάλη αγάπη

Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 έγραψε το πρώτο του ταγκό.

Οι πηγές διαφοροποιούνται ελαφρά στη χρονολογία - 1928 ή 1929 - αλλά συμφωνούν ότι εκεί ξεκινά ουσιαστικά η μεγάλη επαγγελματική του πορεία.  Το ταγκό δεν ήταν μια μικρή μόδα. Στον Μεσοπόλεμο είχε κατακτήσει την Ευρώπη. Και μαζί της την Αθήνα. Ήταν κομψό. Ερωτικό. Θεατρικό. Μελαγχολικό.

Ακριβώς δηλαδή το είδος που μπορούσε να ταιριάξει ιδανικά στο ελληνικό ελαφρό τραγούδι. Και τότε συνέβη κάτι καθοριστικό.

Eduardo Bianco: η αργεντίνικη σύνδεση

Το 1931 ο Σουγιούλ γνώρισε τον περίφημο Αργεντίνο μουσικό και συνθέτη Eduardo Bianco, μια από τις σημαντικές μορφές του ευρωπαϊκού ταγκό της εποχής. Ο Bianco εκτίμησε το ταλέντο του και ο Σουγιούλ βρέθηκε να συνεργάζεται με την ορχήστρα του, συμμετέχοντας και σε ευρωπαϊκή περιοδεία. 

Η εμπειρία αυτή πρέπει να ήταν καθοριστική. Ένας νέος Έλληνας συνθέτης βρισκόταν ξαφνικά μέσα σε μια διεθνή επαγγελματική ορχήστρα. Έβλεπε πώς ενορχηστρώνεται το ταγκό. Πώς λειτουργεί η χορευτική μουσική. Πώς μια μελωδία μπορεί να διασχίσει σύνορα. Και κυρίως: πώς ένα δημοφιλές τραγούδι μπορεί να είναι ταυτόχρονα απλό, κομψό και εξαιρετικά αποτελεσματικό.

Ο Σουγιουλτζόγλου γίνεται «Σουγιούλ»

Από εκεί και πέρα η καριέρα του επιταχύνεται. Δημιουργεί τη δική του ορχήστρα. Εργάζεται ως μαέστρος. Παίζει σε μεγάλα κέντρα. Γράφει για θέατρο. Για δίσκους. Για τον κινηματογράφο. Η παραγωγικότητά του γίνεται σχεδόν μυθική.

Οι εκτιμήσεις ποικίλλουν ανά πηγή, όμως νεότερα αφιερώματα της ΕΡΤ μιλούν για πάνω από 700 τραγούδια, ενώ άλλες πηγές αναφέρουν περίπου 750, δεκάδες επιθεωρήσεις και μουσική για σειρά κινηματογραφικών ταινιών. 

Ο ακριβής αριθμός έχει μικρότερη σημασία από το ίδιο το μέγεθος της παραγωγής. Ο Σουγιούλ έγραφε συνεχώς. Και έγραφε παντού.

Ο Αλέκος Σακελλάριος θυμόταν ότι ο συνθέτης δούλευε σχεδόν ασταμάτητα. Δεν ήταν απλώς έμπνευση. Ήταν καθημερινή επαγγελματική εργασία.

Ένας συνθέτης για όλες τις φωνές

Ο κατάλογος των ερμηνευτών που τραγούδησαν έργα του μοιάζει με μικρή ιστορία του ελληνικού ελαφρού τραγουδιού: Σοφία Βέμπο, Νίκος Γούναρης, Τώνης Μαρούδας, Φώτης Πολυμέρης, Δανάη, Στέλλα Γκρέκα, Κάκια Μένδρη, Καίτη Μπελίντα, Μάγια Μελάγια. Άννα και Μαρία Καλουτά.

Η σημασία αυτής της λίστας δεν βρίσκεται μόνο στα μεγάλα ονόματα. Δείχνει πόσο προσαρμοστικός ήταν. Δεν έγραφε ένα τραγούδι και αναζητούσε ποιος θα το τραγουδήσει. Συχνά ήξερε πολύ καλά για ποια φωνή έγραφε. Αυτό είναι διαφορετικό είδος σύνθεσης. Ο επαγγελματίας συνθέτης πρέπει να καταλαβαίνει τον ερμηνευτή. Το εύρος του. Το ύφος του. Την προσωπικότητά του. Και ο Σουγιούλ το έκανε εξαιρετικά.

Η Στέλλα Γκρέκα και «Ας ερχόσουν για λίγο»

Ανάμεσα στις μεγάλες συνεργασίες του ξεχωρίζει εκείνη με τη Στέλλα Γκρέκα. Ο ίδιος ο Σουγιούλ ήταν από εκείνους που διέκριναν νωρίς τη φωνή της και τη βοήθησαν να περάσει στη δισκογραφία. Η Finos Film σημειώνει ότι την κάλεσε να υπογράψει συμβόλαιο με την Columbia και ότι στη συνέχεια η Γκρέκα ερμήνευσε μελωδίες δικές του και άλλων κορυφαίων δημιουργών.  Από τον κόσμο αυτό έρχεται και ένα από τα σπουδαιότερα τραγούδια του: "Ας ερχόσουν για λίγο".


Το "Ας ερχόσουν για λίγο" από τον συγκλονιστικό Διονύση Σαβόπουλο

Δεν είναι από τα τραγούδια που χρειάζονται περίπλοκη ανάλυση για να εξηγηθεί η δύναμή τους. Ολόκληρο το τραγούδι βασίζεται σε μια ανθρώπινη επιθυμία: να επιστρέψει κάποιος έστω για λίγο. Όχι για πάντα. Όχι για να λυθούν όλα. Απλώς για λίγο. Αυτό το "λίγο" είναι όλο το τραγούδι. Και ίσως όλο το δράμα του.

Το Μέγαρο Μουσικής επέλεξε ακριβώς αυτόν τον τίτλο για μεγάλο αφιέρωμα στον Σουγιούλ πολλές δεκαετίες αργότερα, ένδειξη του πόσο βαθιά έχει ταυτιστεί η μελωδία με την κληρονομιά του.

«Άσ’ τα τα μαλλάκια σου»

Κι έπειτα υπάρχει το "Άσ’ τα τα μαλλάκια σου". Ένα από εκείνα τα τραγούδια που φαίνεται να υπήρχαν πάντα. Ένα απλό βαλσάκι. Τρυφερό. Ανάλαφρο. Ερωτικό χωρίς στόμφο. Εδώ φαίνεται η μεγάλη ικανότητα του Σουγιούλ: η μελωδία κυλά τόσο φυσικά ώστε σχεδόν ξεχνάς ότι κάποιος έπρεπε να τη γράψει.


Το "Άστα τα μαλλάκια σου" από τη βελούδινη φωνή του Γιάννη Πάριου

Υπάρχει μάλιστα μια υπέροχη οικογενειακή αφήγηση σύμφωνα με την οποία η κόρη του είχε ενθουσιαστεί τόσο πολύ όταν πρωτοάκουσε το νέο τραγούδι του πατέρα της, ώστε άρχισε να το τραγουδά στην τάξη της εν ώρα μαθήματος - και τελικά το άκουσε ολόκληρη η τάξη. Η μαρτυρία προέρχεται από την κόρη του και έχει διασωθεί σε παλαιότερο αφιέρωμα. 

Μικρή ιστορία. Αλλά αποκαλυπτική. Οι μελωδίες του Σουγιούλ είχαν την ικανότητα να κολλούν στο μυαλό αμέσως.

Και τότε ήρθε ο πόλεμος

Η 28η Οκτωβρίου 1940 άλλαξε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία. Και μαζί της το τραγούδι. Μέσα σε λίγες ημέρες το θέατρο και η επιθεώρηση στράφηκαν προς τον πόλεμο. Παλιές μελωδίες απέκτησαν νέους στίχους. Νέα τραγούδια γράφτηκαν με πρωτοφανή ταχύτητα. Η Σοφία Βέμπο έγινε η φωνή του μετώπου. Και ο Σουγιούλ βρέθηκε στο κέντρο αυτής της μουσικής επιστράτευσης.

Από τη «Ζεχρά» στα «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά»

Η ιστορία είναι μία από τις σημαντικότερες στην ελληνική μουσική του 20ού αιώνα. Πριν από τον πόλεμο ο Σουγιούλ είχε γράψει ένα δημοφιλές, ανατολίτικου ύφους τραγούδι με τίτλο: "Ζεχρά". Οι αρχικές λέξεις ήταν του Αιμίλιου Σαββίδη. Με την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου ο Μίμης Τραϊφόρος έγραψε νέους στίχους πάνω στη γνωστή μελωδία. Και η Σοφία Βέμπο τους τραγούδησε. Το νέο τραγούδι ήταν: "Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά"


Η θρυλική "Ζεχρά" από τη φωνή της Ελευθερίας Αρβανιτάκη 

Το τραγούδι ηχογραφήθηκε το 1940 και η απήχησή του στους στρατευμένους και στο εσωτερικό της χώρας υπήρξε τεράστια. Εδώ υπάρχει κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Μια μελωδία που είχε γραφτεί για εντελώς διαφορετικό σκοπό μεταμορφώθηκε μέσα σε λίγες ημέρες σε εθνικό σύμβολο.

Η μουσική παρέμεινε ίδια. Το νόημα άλλαξε ολοκληρωτικά. Και αυτό δείχνει πόσο ισχυρή ήταν ήδη η μελωδία της "Ζεχρά". Το κοινό την ήξερε. Άρα το νέο μήνυμα μπορούσε να διαδοθεί αμέσως.

Ο «συνθέτης του Έπους του ’40»

Ο Σουγιούλ έγραψε και άλλα πολεμικά τραγούδια και συνδέθηκε τόσο στενά με τη μουσική της περιόδου ώστε μεταγενέστερα αφιερώματα τον χαρακτήρισαν "συνθέτη του Έπους του ’40".  Η κόρη του, Ηρώ, έχει αναφέρει ότι αρκετές από αυτές τις δημιουργίες γράφτηκαν ενώ ο ίδιος βρισκόταν κοντά στην πρώτη γραμμή του μετώπου. 

Η περίπτωση του είναι χαρακτηριστική του τρόπου με τον οποίο λειτουργούσε τότε το τραγούδι. Δεν ήταν απλώς ψυχαγωγία. Μπορούσε μέσα σε μια νύχτα να γίνει σάτιρα, προπαγάνδα, κουράγιο, συλλογική ταυτότητα, μνήμη.

Μετά την Κατοχή: όλα έχουν αλλάξει

Όταν τελειώνει ο πόλεμος, η Ελλάδα δεν επιστρέφει απλώς εκεί όπου βρισκόταν το 1940. Η κοινωνία έχει αλλάξει. Το κοινό έχει αλλάξει. Το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι έχουν αποκτήσει άλλη δυναμική. Το μπουζούκι ακούγεται όλο και περισσότερο.

Οι παλιές αυστηρές κοινωνικές διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στο "ευρωπαϊκό" και το "λαϊκό" τραγούδι αρχίζουν να υποχωρούν. Και ο Σουγιούλ, με το περίφημο ένστικτό του, το αντιλαμβάνεται.

Δεν πολεμά τη νέα μουσική πραγματικότητα. Την ακούει. Και αποφασίζει να παίξει μαζί της.

1948: «Το τραμ το τελευταίο»

Το καλοκαίρι του 1948, στην επιθεώρηση "Άνθρωποι, άνθρωποι" παρουσιάζεται ένα τραγούδι που θα αλλάξει τη θέση του Σουγιούλ στην ιστορία. Τους στίχους έχουν γράψει ο Αλέκος Σακελλάριος και ο Χρήστος Γιαννακόπουλος. Το τραγουδά η Σπεράντζα Βρανά. Ο τίτλος: "Το τραμ το τελευταίο".

Η ΕΡΤ και το αρχείο του Σουγιούλ στη Μουσική Βιβλιοθήκη θεωρούν το τραγούδι αυτό το πρώτο ουσιαστικό δείγμα της σχολής που ονομάστηκε αρχοντορεμπέτικο. 


Η Γιώτα Νέγκα στο "Τραμ το τελευταίο"

Η λέξη ακούγεται σχεδόν αντιφατική. "Αρχοντικό". Και "ρεμπέτικο". Ακριβώς αυτή όμως ήταν η ιδέα.

Τι ήταν το αρχοντορεμπέτικο;

Δεν ήταν ρεμπέτικο με τη στενή έννοια. Και δεν ήταν πια καθαρό ευρωπαϊκό ελαφρό τραγούδι. Ήταν ένα υβρίδιο. Έπαιρνε από το λαϊκό και ρεμπέτικο τραγούδι τη θεματολογία, το λεξιλόγιο, τους χαρακτήρες, ορισμένα ρυθμικά και μελωδικά στοιχεία, την ατμόσφαιρα της ταβέρνας και της λαϊκής γειτονιάς.

Αλλά τα περνούσε μέσα από την τεχνική και την αισθητική των δημιουργών του ελαφρού τραγουδιού.

Το αποτέλεσμα ήταν ένα είδος "ρεμπέτικου για αστικό κοινό". Μερικές φορές τρυφερό. Πολύ συχνά κωμικό. Πάντα θεατρικό. Και σχεδόν πάντα εξαιρετικά πιασάρικο.

Η μεγάλη παρεξήγηση του αρχοντορεμπέτικου

Το αρχοντορεμπέτικο έχει κατά καιρούς αντιμετωπιστεί υποτιμητικά. Σαν "ψεύτικο ρεμπέτικο". Σαν μίμηση. Σαν αστική καρικατούρα μιας αυθεντικής λαϊκής μουσικής.

Υπάρχει ένα μέρος αλήθειας σε αυτή την κριτική. Πράγματι, πολλές φορές η θεατρική σκηνή χρησιμοποιούσε στερεότυπα για τον μάγκα, την ταβέρνα ή τη λαϊκή γειτονιά. Όμως αν το δούμε μόνο έτσι, χάνουμε το σημαντικότερο. Το αρχοντορεμπέτικο αποτελεί ιστορικό τεκμήριο μιας τεράστιας κοινωνικής μεταβολής: της στιγμής που η αστική Ελλάδα αρχίζει να αποδέχεται μαζικά στοιχεία της λαϊκής μουσικής.

Και ο Σουγιούλ βρισκόταν ακριβώς πάνω στη γέφυρα.

«Άρχισαν τα όργανα»

Ένα από τα χαρακτηριστικότερα αρχοντορεμπέτικα του είναι το "Άρχισαν τα όργανα".  Ακόμη και ο τίτλος αποτελεί σχεδόν ολόκληρη θεατρική σκηνή. Κάτι συμβαίνει. Η φασαρία αρχίζει. Οι χαρακτήρες μπαίνουν. Η ιστορία ξεκινά.


Κώστας Μακεδόνας και ... "Άρχισαν τα όργανα"

Ο Σουγιούλ εδώ δεν γράφει τον ρομαντισμό ενός βαλς. Γράφει κίνηση. Θέατρο. Χαρακτήρες.Και κυρίως ρυθμό.

«Ο μήνας έχει εννιά»

Άλλη μια χαρακτηριστική δημιουργία: Ο μήνας έχει εννιά. Η φράση πέρασε ουσιαστικά στη νεοελληνική καθημερινή γλώσσα ως σύμβολο ανεμελιάς. Και αυτό ίσως είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα ενός δημοφιλούς τραγουδιού: να ξεχάσουμε ότι η φράση κάποτε ανήκε σε τραγούδι και να αρχίσουμε να τη χρησιμοποιούμε σαν να υπήρχε πάντα.

Αυτό συνέβη πολλές φορές με τον Σουγιούλ. Οι μελωδίες και οι τίτλοι του ενσωματώθηκαν στη συλλογική μνήμη.

«Απόψε το κορίτσι θέλει θάλασσα»

Και βέβαια: Απόψε το κορίτσι θέλει θάλασσα. Εδώ ο Σουγιούλ συναντά τη μεταπολεμική Ελλάδα που θέλει να διασκεδάσει. Νύχτα. Θάλασσα. Βόλτα. Φλερτ. Μια ελαφρότητα που δεν σημαίνει αφέλεια. Σημαίνει ανάγκη για ζωή.

Μετά από πόλεμο, Κατοχή και Εμφύλιο, το δικαίωμα σε μια απλή βραδινή έξοδο μπορούσε να ακούγεται σχεδόν σαν δήλωση αισιοδοξίας.

Το θέατρο ήταν το μεγάλο εργαστήριό του

Για να καταλάβουμε τον Σουγιούλ πρέπει να θυμόμαστε ότι πολλά από τα τραγούδια του δεν γεννήθηκαν ως αυτόνομες δισκογραφικές κυκλοφορίες. Γράφτηκαν μέσα σε παραστάσεις. Έπρεπε να λειτουργήσουν αμέσως.

Ο θεατής δεν είχε τη δυνατότητα να τα ξανακούσει δέκα φορές για να τα καταλάβει. Έπρεπε να τον κερδίσουν εκείνη τη στιγμή. Γι’ αυτό οι μελωδίες του είναι τόσο άμεσες. Και γι’ αυτό οι συνεργασίες του με τον Αλέκο Σακελλάριο και τον Χρήστο Γιαννακόπουλο υπήρξαν τόσο σημαντικές.

Οι δύο συγγραφείς καταλάβαιναν την κωμωδία. Τον χαρακτήρα. Τον καθημερινό λόγο. Ο Σουγιούλ καταλάβαινε τη μελωδία. Μαζί μπορούσαν να δημιουργήσουν τραγούδια που λειτουργούσαν σαν μικρές θεατρικές σκηνές.


Ο κινηματογράφος

Από το θέατρο η μετάβαση στον κινηματογράφο ήταν σχεδόν φυσική. Ο Σουγιούλ έγραψε μουσική για αρκετές ελληνικές ταινίες.

Στη Finos Film συνδέθηκε με τέσσερις παραγωγές:

  • «Παπούτσι από τον τόπο σου» – 1946
  • «Εκείνες που δεν πρέπει ν’ αγαπούν» – 1951
  • «Το Σωφεράκι» – 1953
  • «Μια ζωή την έχουμε» – 1958. 

Δεν είναι απλώς τέσσερις τίτλοι. Δείχνουν τη μετάβαση του ελληνικού τραγουδιού από τη θεατρική σκηνή στη μεγάλη οθόνη. Ο θεατής μπορούσε πλέον όχι μόνο να ακούσει τη μουσική. Μπορούσε να τη συνδέσει με πρόσωπα, εικόνες και κινηματογραφικές ιστορίες.

«Μια ζωή την έχουμε»

Το 1958, την τελευταία χρονιά της ζωής του, ο Σουγιούλ συνδέθηκε με μία από τις πιο χαρακτηριστικές ταινίες της Finos Film: "Μια ζωή την έχουμε". Στην ταινία εμφανίζεται και ο ίδιος με την ορχήστρα του. Το σχετικό υλικό έχει διασωθεί και παρουσιάζεται στα αφιερώματα του Αρχείου της ΕΡΤ. Υπάρχει κάτι σχεδόν συμβολικό σε αυτό. Ένας συνθέτης που είχε περάσει δεκαετίες πίσω από τις φωνές των άλλων βρίσκεται ξαφνικά μπροστά στην κάμερα. Και η ταινία έχει έναν τίτλο που, γνωρίζοντας σήμερα τι ακολούθησε, αποκτά παράξενο βάρος. "Μια ζωή την έχουμε".


Και ο μήνας έχει εννιά (Μια ζωή την έχουμε) από τον δίσκο της Βίκυς Μοσχολιού "Τα αρχοντορεμπέτικα"

Λίγους μήνες αργότερα ο Σουγιούλ θα έφευγε από τη ζωή.

Ο συνθέτης που δεν φοβόταν κανένα είδος

Αυτό ίσως είναι το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό του. Ο Σουγιούλ δεν πίστευε σε μουσικά σύνορα. Μπορούσε να γράψει μια τεράστια ποικιλία μουσικών ρυθμών και να παραμένει αναγνωρίσιμος.

Σε παλαιότερες μαρτυρίες έχει διασωθεί μάλιστα η ιστορία ότι ο Σακελλάριος και ο Γιαννακόπουλος τον πείραζαν για το πόσο άνετα έγραφε ανατολίτικα και αρχοντορεμπέτικα κι εκείνος απαντούσε ότι μπορούσε να γράψει οτιδήποτε, αρκεί να του έδιναν τους κατάλληλους στίχους. 

Ανεξάρτητα από την ακριβή διατύπωση της ιστορίας, περιγράφει τέλεια τη νοοτροπία του. Δεν αντιμετώπιζε το μουσικό είδος ως ταυτότητα. Το αντιμετώπιζε ως εργαλείο.

Σουγιούλ και Γιαννίδης: δύο κοσμοπολίτες, δύο διαφορετικές διαδρομές

Ο Σουγιούλ και ο Κώστας Γιαννίδης έχουν ενδιαφέρουσες ομοιότητες. Και οι δύο είχαν μικρασιατικές ρίζες. Και οι δύο είχαν έντονες ευρωπαϊκές επιρροές. Και οι δύο έγραψαν για θέατρο και κινηματογράφο. Και οι δύο μπορούσαν να κινούνται από το ταγκό στο βαλς και από το ερωτικό στο κωμικό τραγούδι.

Αλλά η φύση τους ήταν διαφορετική. Ο Γιαννίδης ήταν ο μορφωμένος κοσμοπολίτης που κουβαλούσε το Βερολίνο μέσα στην παρτιτούρα. Ο Σουγιούλ ήταν ο άνθρωπος της σκηνής και του κοινού.

Ο ένας μπορούσε να σε εντυπωσιάσει με την κομψότητα της κατασκευής. Ο άλλος με το αλάνθαστο ένστικτο της επιτυχίας.

Και οι δύο χρειάστηκαν για να χτιστεί η χρυσή εποχή του ελαφρού τραγουδιού.

Σουγιούλ και Αττίκ: προσωπική εξομολόγηση ή συλλογική εμπειρία;

Υπάρχει ακόμη μεγαλύτερη απόσταση από τον Αττίκ. Ο Αττίκ έβαζε τον εαυτό του μέσα στο τραγούδι. Η προσωπική του ζωή γινόταν υλικό δημιουργίας. Ο Σουγιούλ λειτουργούσε διαφορετικά. Ήταν πολύ περισσότερο συνθέτης του κοινού.
Έπρεπε να γράψει κάτι που θα λειτουργούσε σε μια επιθεώρηση. Κάτι που θα τραγουδούσε η Βέμπο. Κάτι που θα ταίριαζε στον Μαρούδα. Κάτι που θα γινόταν επιτυχία στον κινηματογράφο.

Η προσωπικότητα του δημιουργού δεν βρίσκεται τόσο στο "εγώ" Βρίσκεται στην ικανότητα να καταλαβαίνει τους άλλους.

Το μυστικό της μελωδίας του

Γιατί όμως τόσα τραγούδια του επέζησαν; Η πρώτη απάντηση είναι απλή: γιατί οι μελωδίες είναι καλές. Αλλά υπάρχει και κάτι περισσότερο. Ο Σουγιούλ καταλάβαινε τη μνήμη.
Έγραφε μουσικές φράσεις που μπορούσαν να συγκρατηθούν γρήγορα. Δεν φόρτωνε το τραγούδι περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν.

Ήξερε πότε πρέπει να επαναλάβει μια φράση. Πότε να αλλάξει κατεύθυνση. Πότε να αφήσει τη φωνή να αναπνεύσει. Πότε να χρησιμοποιήσει τον ρυθμό για να δώσει χαρακτήρα. Αυτή η τεχνική δεν είναι απλοϊκότητα. Είναι η εξαιρετικά δύσκολη τέχνη της αμεσότητας.

Δεκαπέντε τραγούδια για να γνωρίσουμε τον Μιχάλη Σουγιούλ

1. Ας ερχόσουν για λίγο

2. Άσ’ τα τα μαλλάκια σου.

3. Ζεχρά

4. Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά

5. Το τραμ το τελευταίο

6. Άρχισαν τα όργανα

7. Ο μήνας έχει εννιά

8. Απόψε το κορίτσι θέλει θάλασσα

9. Για μας κελαηδούν τα πουλιά

10. Το τραγούδι που σου ’γραφα

11. Μπέμπα, μπέμπα

12. Άλα, άνοιξε κι άλλη μπουκάλα

13. Κάτι με τραβά κοντά σου 

14. Γιατί να με ζηλεύεις

15. Έχεις κάτι όμορφο δικό σου

Η απίστευτη παραγωγικότητα

Οι αριθμοί από μόνοι τους δεν αποδεικνύουν ποιότητα. Αλλά στην περίπτωση του Σουγιούλ δείχνουν το εύρος μιας ζωής αφιερωμένης σχεδόν ολοκληρωτικά στη μουσική. Νεότερα αρχειακά αφιερώματα μιλούν για περισσότερα από 700 τραγούδια, δεκάδες μουσικές επιθεωρήσεις και σημαντική κινηματογραφική παρουσία. 

Αυτό σημαίνει ότι μεγάλο μέρος του έργου του παραμένει σήμερα σχεδόν άγνωστο. Οι είκοσι ή τριάντα επιτυχίες που θυμόμαστε δεν είναι παρά ένα μικρό παράθυρο. Και αυτό είναι σημαντικό για το αφιέρωμά μας. Ο Σουγιούλ δεν πρέπει να παρουσιαστεί μόνο ως δημιουργός μερικών "παλιών επιτυχιών".

Ήταν ένας από τους βασικούς μηχανισμούς παραγωγής της ελληνικής μουσικής κουλτούρας επί τρεις δεκαετίες.

Η τελευταία περίοδος

Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 ο Σουγιούλ εξακολουθούσε να εργάζεται εντατικά. Το ελληνικό μουσικό τοπίο όμως άλλαζε ξανά. Το λαϊκό τραγούδι είχε πλέον αποκτήσει τεράστια δυναμική.
Οι νέοι συνθέτες εμφανίζονταν. Ο κινηματογράφος γινόταν μαζικότερος. Η ελληνική κοινωνία έμπαινε σε νέα εποχή. Και ο Σουγιούλ δεν έδειχνε διάθεση να σταματήσει.

Το 1958 είχε ακόμη παρουσία σε θέατρο, κινηματογράφο και νυχτερινά κέντρα. Η ζωή του όμως θα τελείωνε ξαφνικά.

16 Οκτωβρίου 1958

Ο Μιχάλης Σουγιούλ πέθανε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 1958. Ήταν μόλις 52 ετών.  Ο θάνατός του ήρθε τη στιγμή που εξακολουθούσε να βρίσκεται ενεργά μέσα στη μουσική ζωή της χώρας. Δεν υπήρξε μακρά περίοδος αποχώρησης. Δεν έγινε "παλιός συνθέτης" ενώ ζούσε. Έφυγε ακόμη εργαζόμενος.

Και αυτό κάνει την παραγωγή που άφησε πίσω του ακόμη πιο εντυπωσιακή. Σε μόλις τρεις περίπου δεκαετίες επαγγελματικής δραστηριότητας είχε προλάβει να περάσει από: το μεσοπολεμικό ταγκό, τη χρυσή εποχή της επιθεώρησης, τον πόλεμο του 1940, την Κατοχή, τη μεταπολεμική αναγέννηση, το αρχοντορεμπέτικο και τον νέο ελληνικό κινηματογράφο.

Τι ακριβώς άλλαξε ο Σουγιούλ;

Ίσως αυτή να είναι η πιο ουσιαστική ερώτηση. Δεν εφηύρε το ελαφρό τραγούδι. Δεν εφηύρε το ρεμπέτικο. Δεν εφηύρε το λαϊκό τραγούδι.

Έκανε όμως κάτι εξαιρετικά σημαντικό: έσπασε τα σύνορα ανάμεσά τους.

Κατάλαβε ότι η κοινωνία είχε ήδη αρχίσει να αλλάζει. Ότι το αστικό κοινό μπορούσε να ακούσει λαϊκότροπες μελωδίες. Ότι η θεατρική επιθεώρηση μπορούσε να χρησιμοποιήσει το λεξιλόγιο της γειτονιάς. Ότι η κομψότητα του ελαφρού τραγουδιού δεν χρειαζόταν να φοβάται το μπουζούκι. Ίσως λοιπόν το αρχοντορεμπέτικο να μην ήταν απλώς ένα είδος.

Ήταν η μουσική απόδειξη ότι δύο διαφορετικές Ελλάδες είχαν αρχίσει να πλησιάζουν η μία την άλλη.

Και ο Σουγιούλ ήταν ένας από τους ανθρώπους που έχτισαν τη γέφυρα.

Ο συνθέτης μιας Ελλάδας που άλλαζε

Ο Αττίκ μάς έδωσε την κομψότητα και την προσωπική εξομολόγηση του Μεσοπολέμου. Ο Κώστας Γιαννίδης έφερε την ευρωπαϊκή μουσική παιδεία και τον κοσμοπολιτισμό. Ο Μιχάλης Σουγιούλ έκανε κάτι διαφορετικό. Άκουσε την αλλαγή πριν ακόμη ολοκληρωθεί.

  • Άκουσε το ταγκό.
  • Άκουσε τη Βέμπο.
  • Άκουσε τον πόλεμο.
  • Άκουσε την επιθεώρηση.
  • Άκουσε το ρεμπέτικο.
  • Άκουσε τη λαϊκή γειτονιά.
  • Άκουσε το σινεμά.

Και κάθε φορά άλλαζε χωρίς να παύει να είναι ο ίδιος. Αυτή ίσως είναι η μεγαλύτερη εξήγηση για τη διάρκειά του. Ο Σουγιούλ δεν προσπάθησε να κρατήσει μια εποχή ζωντανή. Προσπάθησε συνεχώς να ακούσει την επόμενη.

Και γι’ αυτό σήμερα, περισσότερο από έναν αιώνα μετά τη γέννησή του, μπορούμε να ακούσουμε διαδοχικά το "Ας ερχόσουν για λίγο", το "Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά" και το "Τραμ το τελευταίο" και να δυσκολευτούμε να πιστέψουμε ότι γράφτηκαν από τον ίδιο άνθρωπο.

Κι όμως γράφτηκαν. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το μεγαλύτερο παράσημο του Μιχάλη Σουγιούλ: δεν έγραψε τη μουσική μιας εποχής. Έγραψε τη μουσική μιας Ελλάδας που άλλαζε εποχή.

Add comment

Comments

There are no comments yet.