ΗΠΑ: Μετά από δεκαετίες δημοσιονομικής ασυδοσίας, ήρθε η ώρα του λογαριασμού

Published on August 24, 2026 at 3:03 PM

Για χρόνια, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ ξόδευε περισσότερα από όσα εισέπραττε. Κάθε νέο δημοσιονομικό έλλειμμα προσέθετε ακόμη ένα στρώμα στο εθνικό χρέος - αρχικά αργά και στη συνέχεια με εντυπωσιακή ταχύτητα - ενώ οι επανειλημμένες προειδοποιήσεις για τη στιγμή της αναμέτρησης με τις αγορές έμοιαζαν να διαψεύδονται.

Από την Μ.Κ. | Συντακτική ομάδα Greece2Day

Ίσως αυτή η στιγμή να πλησιάζει.

Το νέο κύμα πωλήσεων στην αμερικανική αγορά ομολόγων εκτόξευσε το κόστος μακροπρόθεσμου δανεισμού της κυβέρνησης στα υψηλότερα επίπεδα σχεδόν δύο δεκαετιών, αναγκάζοντας το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών να παρέμβει. Την Παρασκευή, η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού ομολόγου ξεπέρασε το 5,27%, παρά τις προσπάθειες του υπουργού Οικονομικών Scott Bessent να καθησυχάσει τις αγορές. Το μήνυμα των επενδυτών γίνεται ολοένα πιο δύσκολο να αγνοηθεί: η εποχή κατά την οποία η Ουάσιγκτον μπορούσε να αυξάνει διαρκώς το χρέος χωρίς σοβαρές συνέπειες στο κόστος χρηματοδότησης ίσως πλησιάζει στο τέλος της.

Η αγορά ομολόγων ζητά αποφάσεις

Ο Adam Abbas, ο οποίος διαχειρίζεται περίπου $4 δισ. σε ομόλογα για την Oakmark Funds, περιγράφει το δίλημμα με ιδιαίτερα απλό τρόπο. Οι ΗΠΑ, υποστηρίζει, έχουν ουσιαστικά δύο βασικές επιλογές για να αντιμετωπίσουν το δημοσιονομικό πρόβλημα: να αυξήσουν τους φόρους ή να μειώσουν τις δαπάνες. Και οι δύο επιλογές είναι πολιτικά εξαιρετικά δύσκολες. Η αγορά ομολόγων, όμως, μπορεί τελικά να επιβάλει εκείνες τις αποφάσεις που το πολιτικό σύστημα αναβάλλει επί δεκαετίες.

Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα εθνικό χρέος που έχει φθάσει περίπου στα $40 τρισ., σε συνδυασμό με ετήσια δημοσιονομικά ελλείμματα επιπέδου κρίσης, τα οποία απαιτούν συνεχώς νέες εκδόσεις κρατικών τίτλων. 

Η Ουάσιγκτον δεν δανείζεται σε κενό

Κάθε φορά που το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών εκδίδει νέα ομόλογα, πρέπει να προσελκύσει επενδυτικά κεφάλαια. Μόνο που δεν είναι ο μοναδικός υποψήφιος δανειολήπτης. Οι ΗΠΑ ανταγωνίζονται άλλες κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και πλέον τους τεχνολογικούς κολοσσούς που επενδύουν τεράστια ποσά για την ανάπτυξη των υποδομών της τεχνητής νοημοσύνης. Data centers, ενεργειακές υποδομές, chips και δίκτυα απαιτούν εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια κεφαλαίων.

Όσο αυξάνεται αυτή η ζήτηση για χρήμα, τόσο μεγαλύτερη απόδοση μπορούν να απαιτούν οι επενδυτές για να χρηματοδοτήσουν την αμερικανική κυβέρνηση. Και εδώ αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα.

Ο φαύλος κύκλος του χρέους

Η δημοσιονομική αριθμητική μπορεί να εξελιχθεί σε έναν αυτοτροφοδοτούμενο μηχανισμό: Μεγαλύτερο χρέος → περισσότερες εκδόσεις ομολόγων → υψηλότερες αποδόσεις → περισσότεροι τόκοι → μεγαλύτερα ελλείμματα → ακόμη περισσότερο χρέος.

Ο Marc Goldwein, του Committee for a Responsible Federal Budget, προειδοποιεί ότι οι ΗΠΑ μπορεί να βρίσκονται κοντά στην έναρξη ενός πραγματικού "σπιράλ χρέους". Το κρίσιμο σημείο έρχεται όταν ο λογαριασμός των τόκων αυξάνεται ταχύτερα από την ίδια την οικονομία. Τότε το κράτος πρέπει να δανείζεται ολοένα περισσότερο όχι μόνο για να χρηματοδοτεί τις πολιτικές του, αλλά και για να εξυπηρετεί το χρέος που έχει ήδη συσσωρεύσει.

Πάνω από $1 τρισ. τον χρόνο μόνο για τόκους

Το μέγεθος της αλλαγής είναι εντυπωσιακό. Οι ΗΠΑ δαπανούν πλέον πάνω από $1 τρισ. ετησίως για τόκους του ομοσπονδιακού χρέους. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Congressional Budget Office, το κόστος των τόκων είναι πλέον μεγαλύτερο από τις ομοσπονδιακές δαπάνες για το Medicare. Το 2010, ο αντίστοιχος λογαριασμός ήταν μικρότερος από το ένα πέμπτο του σημερινού. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο για την κατανόηση της αμερικανικής δημοσιονομικής παγίδας.

Οι τόκοι δεν είναι μια δαπάνη που το Κογκρέσο μπορεί απλώς να καταργήσει. Πρέπει να πληρωθούν. Επομένως, όσο αυξάνονται, συμπιέζουν τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο για άμυνα, υποδομές, κοινωνικά προγράμματα και άλλες κυβερνητικές προτεραιότητες.

Από το πλεόνασμα των Clinton–Greenspan στα $40 τρισ.

Η ιστορική ειρωνεία είναι εντυπωσιακή. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, επί Bill Clinton και με Ρεπουμπλικανικό Κογκρέσο, ο ομοσπονδιακός προϋπολογισμός εμφάνισε πλεόνασμα για τέσσερα συνεχόμενα χρόνια. Η κυβέρνηση άρχισε πραγματικά να μειώνει το χρέος. Η εξέλιξη έφτασε μάλιστα στο σημείο ώστε ο τότε πρόεδρος της Federal Reserve Alan Greenspan να προειδοποιεί το 2001 για ένα εντελώς διαφορετικό πρόβλημα: τι θα συνέβαινε στις χρηματοπιστωτικές αγορές εάν εξαφανίζονταν σταδιακά τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα επειδή η κυβέρνηση αποπλήρωνε το χρέος της.

Η πρόβλεψη αποδείχθηκε σχεδόν σουρεαλιστικά λανθασμένη. Ακολούθησαν φορολογικές αλλαγές, πόλεμοι, η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η πανδημία, νέα προγράμματα δαπανών και αλλεπάλληλα μεγάλα ελλείμματα.  Το αποτέλεσμα ήταν μια δημοσιονομική ανατροπή ιστορικών διαστάσεων. 

Σε μία δεκαετία προστέθηκαν περίπου $20 τρισ.

Από το 1789 έως το 2016, η αμερικανική κυβέρνηση είχε συσσωρεύσει λίγο περισσότερο από $19 τρισ. χρέους. Μέσα στην επόμενη δεκαετία, στις προεδρίες Donald Trump και Joe Biden, προστέθηκαν περίπου άλλα $20 τρισ. Με άλλα λόγια, χρειάστηκαν περισσότεροι από δύο αιώνες για τα πρώτα περίπου $19 τρισ. και περίπου μία δεκαετία για να προστεθεί αντίστοιχο ποσό. Η ταχύτητα συσσώρευσης χρέους έχει επομένως μετατραπεί σε εξίσου σημαντικό πρόβλημα με το απόλυτο μέγεθός του. 

Το έλλειμμα κατευθύνεται στα $2,1 τρισ.

Και η διαδικασία δεν έχει σταματήσει. Το Congressional Budget Office εκτιμά ότι το φετινό δημοσιονομικό έλλειμμα θα φθάσει στο επίπεδο-ρεκόρ των περίπου: $2,1 τρισ. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και σε μια περίοδο χωρίς ύφεση αντίστοιχη του 2008 ή οικονομικό lockdown όπως το 2020, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση χρειάζεται τεράστιο νέο δανεισμό απλώς για να χρηματοδοτήσει τη λειτουργία της. Αυτό ακριβώς ανησυχεί τις αγορές. Τα μεγάλα ελλείμματα δεν αποτελούν πλέον προσωρινή αντίδραση σε μια έκτακτη κρίση. Έχουν γίνει δομικό χαρακτηριστικό των αμερικανικών δημόσιων οικονομικών.

Γιατί το 5% σήμερα δεν είναι το ίδιο με το 5% του 1997

Κάποιος θα μπορούσε να αντιτείνει ότι αποδόσεις 5% ή 6% δεν είναι ιστορικά πρωτοφανείς. Πράγματι, τη δεκαετία του 1990 τα αμερικανικά μακροπρόθεσμα ομόλογα διαπραγματεύονταν συχνά σε ακόμη υψηλότερες αποδόσεις. Όμως η σημερινή οικονομία είναι διαφορετική. Το 1997, όταν η απόδοση του 30ετούς βρισκόταν κοντά στο 6%, η αμερικανική οικονομία είχε περιόδους ανάπτυξης που έφθαναν έως και το 6,8%. Παράλληλα, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ ήταν λιγότερο από το μισό του σημερινού επιπέδου.

Σήμερα, η οικονομική ανάπτυξη είναι πολύ χαμηλότερη, ο πληθυσμός γηράσκει, η αύξηση του εργατικού δυναμικού επιβραδύνεται και οι μεταναστευτικές ροές έχουν περιοριστεί. Όπως επισημαίνει ο πρώην διευθυντής του CBO Douglas Holtz-Eakin, στην εξίσωση έχουν προστεθεί και νέες διαταραχές στην πλευρά της προσφοράς — από τους δασμούς μέχρι τις γεωπολιτικές συγκρούσεις. Άρα, το ίδιο επιτόκιο είναι σήμερα πολύ βαρύτερο για τα δημόσια οικονομικά από ό,τι πριν από τρεις δεκαετίες.

Ο κίνδυνος δεν περιορίζεται στην κυβέρνηση

Μια απότομη άνοδος των αποδόσεων μπορεί να αποκαλύψει αδυναμίες σε ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Το 2023 αυτό έγινε εμφανές με τη Silicon Valley Bank. Η άνοδος των επιτοκίων είχε μειώσει σημαντικά την αγοραία αξία του χαρτοφυλακίου ομολόγων της, συμβάλλοντας στην κρίση που οδήγησε στην κατάρρευσή της. Σήμερα υπάρχουν άλλες πιθανές εστίες ευπάθειας. Τα πρακτικά της συνεδρίασης της Federal Reserve στις 28-29 Ιουλίου, δείχνουν ότι η μόχλευση σε ορισμένα μεγάλα hedge funds βρίσκεται κοντά σε ιστορικά υψηλά επίπεδα (The Washington Post).

Παράλληλα, ασφαλιστικές εταιρείες ζωής έχουν αυξήσει την έκθεσή τους σε περιουσιακά στοιχεία που μπορεί να είναι δύσκολο να ρευστοποιηθούν γρήγορα σε περίπτωση κρίσης. Η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων, επομένως, δεν αφορά μόνο το υπουργείο Οικονομικών. Μπορεί να λειτουργήσει σαν τεστ αντοχής για ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Η επόμενη κρίση μπορεί να ξεκινήσει εκτός ΗΠΑ

Υπάρχει και μία ακόμη διάσταση. Η Rebecca Patterson, πρώην chief investment strategist της Bridgewater Associates και σήμερα senior fellow στο Council on Foreign Relations, επισημαίνει ότι η σπίθα μιας κρίσης δεν είναι απαραίτητο να εμφανιστεί στις ίδιες τις ΗΠΑ. Αδυναμίες σε μεγάλες αγορές, όπως η Γαλλία ή η Ιαπωνία, θα μπορούσαν να μεταδοθούν μέσω των διεθνών αγορών ομολόγων. Το παγκόσμιο χρέος όλων των κατηγοριών έχει ήδη φθάσει, σύμφωνα με το άρθρο, στο ιστορικό επίπεδο των περίπου: $353 τρισ.

Πρόκειται για ποσό μεγαλύτερο από το τριπλάσιο της ετήσιας παγκόσμιας οικονομικής παραγωγής.

Σε αντίθεση με την κρίση του 2008, όταν στο επίκεντρο βρισκόταν ο υπερβολικός ιδιωτικός και στεγαστικός δανεισμός, αυτή τη φορά οι κυβερνήσεις αποτελούν έναν από τους βασικούς πρωταγωνιστές της παγκόσμιας έκρηξης χρέους. 

Ο Bessent υπόσχεται δημοσιονομική στροφή

Μπροστά στην πίεση των αγορών, ο Scott Bessent προανήγγειλε μεγαλύτερη έμφαση στη δημοσιονομική κατάσταση των ΗΠΑ. Σε συνέντευξή του στο CNBC ανέφερε ότι η κυβέρνηση Trump εξετάζει παρεμβάσεις τόσο στην πλευρά των εσόδων όσο και στην πλευρά του κόστους. Η διατύπωση έχει ιδιαίτερη σημασία. Διότι "έσοδα" σημαίνει ότι στο τραπέζι μπορεί να χρειαστεί να τεθούν φορολογικές παρεμβάσεις. Και "κόστος" σημαίνει περικοπές δαπανών. Η κυβέρνηση υπολογίζει επίσης σε εξοικονόμηση εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων από πρωτοβουλίες κατά της απάτης.

Ωστόσο, οι αγορές ζητούν κάτι περισσότερο από υποσχέσεις. Ζητούν αξιόπιστη και διατηρήσιμη μείωση του ελλείμματος.

Social Security και Medicare: οι πολιτικά δύσκολες αποφάσεις

Εδώ βρίσκεται η καρδιά του προβλήματος. Οι ανεξάρτητοι αναλυτές θεωρούν ότι η αντιμετώπιση του αμερικανικού χρέους δύσκολα μπορεί να γίνει χωρίς κάποιον συνδυασμό: υψηλότερων φορολογικών εσόδων, περιορισμού δαπανών και μεταρρυθμίσεων στα μεγάλα προγράμματα κοινωνικών παροχών, κυρίως Social Security και Medicare. Αυτές είναι όμως ακριβώς οι αποφάσεις που κανένα κόμμα δεν θέλει να αναλάβει.

Το Social Security αντιμετωπίζει μάλιστα τη δική του αντίστροφη μέτρηση. Το ταμείο του προγράμματος αναμένεται να μην μπορεί να καταβάλλει πλήρεις παροχές από το 2032, εάν δεν υπάρξει νομοθετική παρέμβαση. Σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο που περιγράφεται στο άρθρο, τότε οι παροχές θα έπρεπε να μειωθούν περίπου κατά 22%.

Το Κογκρέσο εξακολουθεί να αναβάλλει

Υπάρχουν προτάσεις για διακομματικές επιτροπές που θα αναζητήσουν λύσεις. Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής John Curtis έχει καταθέσει μαζί με άλλους νομοθέτες πρόταση για επιτροπή που θα επιδιώξει να μειώσει το ομοσπονδιακό χρέος κάτω από το 100% του ΑΕΠ έως το 2039. Η πολιτική αντίφαση είναι χαρακτηριστική: ο Curtis ψήφισε παράλληλα τη φορολογική νομοθεσία του Trump, η οποία, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του CBO που επικαλείται το δημοσίευμα, θα προσθέσει περίπου $4,7 τρισ. στα ελλείμματα της επόμενης δεκαετίας.

Το πρόβλημα του αμερικανικού χρέους είναι επομένως γνωστό. Αυτό που λείπει είναι η πολιτική συναίνεση για το ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό

Η πραγματική απειλή: μια «σιωπηλή» κρίση για τα νοικοκυριά

Μια κρίση χρέους στις ΗΠΑ δεν χρειάζεται να πάρει τη μορφή μιας θεαματικής κρατικής χρεοκοπίας. Ο Jason Fichtner, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της Social Security Administration, δεν θεωρεί πιθανό ένα σενάριο στο οποίο η αμερικανική κυβέρνηση απλώς χρεοκοπεί. Η συνέπεια μπορεί να είναι πολύ πιο πεζή - και πολύ πιο αισθητή στην καθημερινότητα. Υψηλότερο κόστος ζωής για όλους.

Οι αποδόσεις των Treasury αποτελούν σημείο αναφοράς για τεράστιο μέρος του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος. Εάν παραμείνουν υψηλές, η πίεση μεταφέρεται στα στεγαστικά δάνεια, στις επιχειρηματικές χρηματοδοτήσεις, στις πιστωτικές κάρτες, στις επενδύσεις και τελικά στην οικονομική ανάπτυξη. Παράλληλα, οι αυξανόμενες πληρωμές τόκων περιορίζουν τα χρήματα που μπορεί να διαθέσει το κράτος αλλού. 

Ο «λογαριασμός» των $40 τρισ. φτάνει στην Ουάσιγκτον

Για δεκαετίες, η αμερικανική πολιτική τάξη μπορούσε να αντιμετωπίζει το χρέος ως πρόβλημα του μέλλοντος. Η τεράστια διεθνής ζήτηση για αμερικανικά κρατικά ομόλογα, η κυριαρχία του δολαρίου και η αξιοπιστία των ΗΠΑ επέτρεπαν στην κυβέρνηση να χρηματοδοτεί μεγάλα ελλείμματα χωρίς να αντιμετωπίζει άμεσα το πλήρες κόστος των επιλογών της. Όμως τα $40 τρισ. χρέους, το έλλειμμα των περίπου $2,1 τρισ., οι ετήσιοι τόκοι άνω του $1 τρισ. και η απόδοση του 30ετούς πάνω από 5,27% αρχίζουν να αλλάζουν την εξίσωση.

Η αγορά ομολόγων δεν ψηφίζει. Δεν ενδιαφέρεται εάν οι περικοπές είναι δημοφιλείς ή εάν οι αυξήσεις φόρων μπορούν να περάσουν από το Κογκρέσο. Απλώς καθορίζει την τιμή στην οποία είναι διατεθειμένη να δανείσει στην αμερικανική κυβέρνηση. Και αυτό είναι που κάνει τη σημερινή συγκυρία διαφορετική.

Επί δεκαετίες η Ουάσιγκτον ανέβαλλε την επιλογή μεταξύ περισσότερων φόρων, λιγότερων δαπανών και περισσότερου χρέους. Τώρα η αγορά ομολόγων ενδέχεται να αρχίζει να της αφαιρεί την τρίτη επιλογή.

Add comment

Comments

There are no comments yet.