Λαϊκισμός: Οι έρευνες δείχνουν ότι σπάνια αποτελεί λύση στα προβλήματα των δημοκρατιών

Published on June 15, 2026 at 2:24 AM

Από πολιτική εξαίρεση σε παγκόσμιο φαινόμενο

Για δεκαετίες οι δυτικές δημοκρατίες στηρίζονταν σε ένα σχετικά σταθερό πολιτικό μοντέλο. Τα μεγάλα κεντροδεξιά και κεντροαριστερά κόμματα εναλλάσσονταν στην εξουσία, οι θεσμοί λειτουργούσαν με προβλέψιμο τρόπο και οι μεγάλες στρατηγικές επιλογές - από την οικονομία μέχρι την εξωτερική πολιτική - διαμορφώνονταν μέσα από μια ευρεία συναίνεση των πολιτικών, οικονομικών και ακαδημαϊκών ελίτ.

Η εικόνα αυτή έχει πλέον αλλάξει ριζικά.

Η άνοδος πολιτικών δυνάμεων που αμφισβητούν ευθέως το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα δεν αποτελεί πλέον μια συγκυριακή εξέλιξη ή ένα φαινόμενο περιορισμένο σε μία μόνο χώρα.

Αντίθετα, συνιστά μία από τις σημαντικότερες πολιτικές μεταβολές των τελευταίων δεκαετιών, επηρεάζοντας δημοκρατίες διαφορετικών ιστορικών, οικονομικών και πολιτισμικών χαρακτηριστικών.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η πολιτική κυριαρχία του Ντόναλντ Τραμπ αναδιαμόρφωσε εκ βάθρων το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, μετατοπίζοντάς το προς μια περισσότερο αντισυστημική και λαϊκιστική κατεύθυνση.

Την ίδια στιγμή, στην αμερικανική Αριστερά εμφανίζονται υποψήφιοι και πολιτικά ρεύματα που ασκούν εξίσου έντονη κριτική στο παραδοσιακό κομματικό κατεστημένο, γεγονός που δείχνει ότι η αμφισβήτηση δεν περιορίζεται πλέον σε έναν μόνο ιδεολογικό χώρο.

Το Brexit ως σημείο καμπής

Η μεταβολή αυτή είχε αρχίσει να διαφαίνεται ήδη πριν από την πρώτη εκλογική νίκη του Τραμπ.

Το δημοψήφισμα του 2016 στο Ηνωμένο Βασίλειο, που οδήγησε στην αποχώρηση της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτέλεσε ίσως την πρώτη μεγάλη πολιτική νίκη ενός κινήματος που συγκρούστηκε ανοιχτά με τις συστάσεις σχεδόν ολόκληρου του πολιτικού, οικονομικού και ακαδημαϊκού κατεστημένου.

Οι περισσότερες κυβερνήσεις, τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια, η πλειονότητα των οικονομολόγων και τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης είχαν ταχθεί υπέρ της παραμονής στην ΕΕ.

Παρ’ όλα αυτά, οι πολίτες επέλεξαν διαφορετικά, αποδεικνύοντας ότι η δυσπιστία απέναντι στις παραδοσιακές ελίτ είχε αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη δυναμική από ό,τι πολλοί εκτιμούσαν.

Για αρκετούς αναλυτές, το Brexit δεν ήταν ένα αποκλειστικά βρετανικό γεγονός. Ήταν το πρώτο ισχυρό μήνυμα ότι η μεταπολεμική πολιτική ισορροπία της Δύσης εισερχόταν σε περίοδο βαθιάς αναδιάρθρωσης.

Η κατάρρευση του παραδοσιακού πολιτικού κέντρου

Τα εκλογικά δεδομένα των τελευταίων ετών επιβεβαιώνουν ότι η μετατόπιση αυτή δεν αποτελεί μεμονωμένη εξαίρεση.

Σε αρκετές από τις μεγαλύτερες δυτικές δημοκρατίες, η εκλογική δύναμη των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας παρουσιάζει σταθερή υποχώρηση. Εκεί όπου άλλοτε τα δύο μεγάλα κόμματα συγκέντρωναν συντριπτικά ποσοστά, σήμερα ολοένα μεγαλύτερο τμήμα των ψηφοφόρων επιλέγει κόμματα ή πολιτικές προσωπικότητες που αυτοπροσδιορίζονται ως αντισυστημικές ή επιδιώκουν να εκφράσουν τη δυσαρέσκεια απέναντι στις πολιτικές ελίτ.

Η τάση αυτή παρατηρείται τόσο στην Ευρώπη όσο και στη Βόρεια Αμερική και συνοδεύεται από μεγαλύτερο πολιτικό κατακερματισμό, δυσκολότερο σχηματισμό κυβερνήσεων και εντονότερη πόλωση.

Παράλληλα, σε αρκετές χώρες ενισχύονται πολιτικοί σχηματισμοί που οικοδομούν την επιρροή τους πάνω στη διάκριση ανάμεσα στον "απλό λαό" και στις "αποκομμένες ελίτ", παρουσιάζοντας σχεδόν κάθε πολιτική αντιπαράθεση ως σύγκρουση ανάμεσα σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα.

Ένα φαινόμενο που ξεπερνά τη Δύση

Η εξάπλωση του λαϊκισμού δεν περιορίζεται όμως στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στη Λατινική Αμερική, η περιοχή όπου ο λαϊκισμός έχει βαθιές ιστορικές ρίζες, νέα πολιτικά κύματα συνεχίζουν να εναλλάσσονται στην εξουσία, ενώ στην Ασία εμφανίζονται ολοένα περισσότερες κυβερνήσεις που υιοθετούν στοιχεία αντισυστημικής ρητορικής, ακόμη και όταν λειτουργούν μέσα σε διαφορετικά πολιτικά συστήματα.

Ακόμη και αυταρχικά καθεστώτα αξιοποιούν πλέον τη γλώσσα του λαϊκισμού για να ενισχύσουν τη νομιμοποίησή τους, προβάλλοντας τον ηγέτη ως τον αυθεντικό εκφραστή της λαϊκής βούλησης απέναντι σε εσωτερικούς ή εξωτερικούς "εχθρούς".

Η διάκριση ανάμεσα σε δημοκρατίες και αυταρχικά καθεστώτα παραμένει ουσιαστική. Ωστόσο, η χρήση παρόμοιας πολιτικής ρητορικής σε τόσο διαφορετικά συστήματα δείχνει ότι ο λαϊκισμός έχει εξελιχθεί σε διεθνή πολιτική γλώσσα με ευρύτατη απήχηση.

Το κρίσιμο ερώτημα της εποχής

Απέναντι σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, ανακύπτει ένα θεμελιώδες πολιτικό ερώτημα: αποτελεί ο λαϊκισμός αναγκαία διόρθωση των αποτυχιών του πολιτικού κατεστημένου ή, αντίθετα, δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από εκείνα που υπόσχεται να λύσει;

Η απάντηση δεν μπορεί να βασιστεί μόνο σε ιδεολογικές προτιμήσεις ή πολιτικές συμπάθειες. Απαιτεί εξέταση των ιστορικών εμπειριών, των οικονομικών επιδόσεων και της ποιότητας των δημοκρατικών θεσμών στις χώρες όπου λαϊκιστικές κυβερνήσεις άσκησαν εξουσία.

Αυτό ακριβώς επιχειρούν τα τελευταία χρόνια πολιτικοί επιστήμονες και οικονομολόγοι: να εξετάσουν, μέσα από συγκριτικές μελέτες και εμπειρικά δεδομένα, αν υπάρχει συστηματική σχέση ανάμεσα στον λαϊκισμό, την οικονομική ανάπτυξη και την ποιότητα της δημοκρατίας.

Τα συμπεράσματα αυτής της έρευνας αποτελούν σήμερα ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και αμφιλεγόμενα πεδία της σύγχρονης πολιτικής επιστήμης.

Τι είναι τελικά ο λαϊκισμός; Μια έννοια που διχάζει ακόμη και τους ειδικούς

Παρά τη συχνή χρήση του στη δημόσια συζήτηση, ο όρος "λαϊκισμός" παραμένει ένας από τους πιο αμφιλεγόμενους στην πολιτική επιστήμη. Χρησιμοποιείται καθημερινά από πολιτικούς, δημοσιογράφους και σχολιαστές, συχνά όμως με διαφορετικό περιεχόμενο κάθε φορά.

Για άλλους, λαϊκιστής είναι όποιος υπόσχεται περισσότερα από όσα μπορεί να υλοποιήσει. Για άλλους, όποιος υιοθετεί ακραία αντισυστημική ρητορική.

Υπάρχουν επίσης εκείνοι που χρησιμοποιούν τον χαρακτηρισμό σχεδόν αποκλειστικά για πολιτικούς αντιπάλους, μετατρέποντάς τον σε πολιτική ετικέτα αντί για επιστημονικό όρο.

Αυτή η ασάφεια έχει οδηγήσει τους ερευνητές να αναζητήσουν πιο αντικειμενικά κριτήρια.

Ο ορισμός που κυριαρχεί στη διεθνή βιβλιογραφία

Από τους πλέον αναγνωρισμένους μελετητές του φαινομένου είναι οι πολιτικοί επιστήμονες Cas Mudde και Cristóbal Rovira Kaltwasser.

Οι δύο ερευνητές περιγράφουν τον λαϊκισμό ως μια "λεπτόκεντρη ιδεολογία", δηλαδή μια ιδεολογία που από μόνη της δεν αρκεί για να αποτελέσει ολοκληρωμένο πολιτικό πρόγραμμα, αλλά μπορεί να συνδυαστεί τόσο με τη Δεξιά όσο και με την Αριστερά.

Στον πυρήνα της βρίσκεται μια ιδιαίτερα απλή αλλά ισχυρή αντίληψη για την κοινωνία: ότι αυτή χωρίζεται σε δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα.

  • Από τη μία βρίσκεται ο "αγνός λαός".
  • Από την άλλη, οι "διεφθαρμένες ελίτ".

Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η πολιτική δεν πρέπει να λειτουργεί μέσα από θεσμούς, συμβιβασμούς και αντιπροσωπευτικές διαδικασίες, αλλά να εκφράζει άμεσα τη "γενική βούληση του λαού".

Η αντίληψη αυτή αποτελεί το κοινό νήμα που συνδέει πολιτικούς με εντελώς διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες.

Γιατί είναι τόσο δύσκολος ο ορισμός

Στην πράξη, όμως, τα πράγματα αποδεικνύονται πολύ πιο περίπλοκα.

Σχεδόν κάθε σύγχρονος πολιτικός χρησιμοποιεί, σε κάποιο βαθμό, τη διάκριση ανάμεσα στους "πολλούς" και στους "λίγους", στους "απλούς πολίτες", και στα "ισχυρά συμφέροντα".

Οι περισσότερες προεκλογικές εκστρατείες στηρίζονται ακριβώς στην υπόσχεση ότι ένας νέος ηγέτης θα εκπροσωπήσει καλύτερα τους πολίτες απέναντι σε κάποιο κατεστημένο.

Πού ακριβώς τελειώνει λοιπόν η συνηθισμένη πολιτική αντιπαράθεση και πού αρχίζει ο λαϊκισμός;

Δεν υπάρχει σαφές όριο.

Γι’ αυτό και αρκετοί επιστήμονες υποστηρίζουν ότι ο λαϊκισμός δεν είναι μια κατηγορία με απόλυτα αντικειμενικά χαρακτηριστικά, αλλά ένα συνεχές, στο οποίο διαφορετικοί πολιτικοί τοποθετούνται σε διαφορετικό βαθμό.

Παρ’ όλα αυτά, οι ερευνητές συμφωνούν περισσότερο απ’ όσο φαίνεται

Παρά τις θεωρητικές δυσκολίες, όταν οι ειδικοί καλούνται να καταρτίσουν καταλόγους λαϊκιστών ηγετών, εμφανίζεται μια εντυπωσιακή σύγκλιση.

Ανεξάρτητα από την ιδεολογική τους αφετηρία, οι περισσότεροι ερευνητές καταλήγουν περίπου στα ίδια ονόματα.

Στη Δεξιά περιλαμβάνονται συνήθως προσωπικότητες όπως ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Βίκτορ Ορμπάν.

Στην Αριστερά αναφέρονται συχνά ο Ούγκο Σάντσες και ο Έβο Μοράλες.

Παρά τις τεράστιες ιδεολογικές διαφορές μεταξύ τους, οι συγκεκριμένοι ηγέτες εμφανίζουν κοινά χαρακτηριστικά: προβάλλουν τον εαυτό τους ως τη μοναδική αυθεντική φωνή του λαού, παρουσιάζουν τους πολιτικούς αντιπάλους ως μέρος ενός διεφθαρμένου συστήματος και αντιμετωπίζουν τους ανεξάρτητους θεσμούς με έντονη καχυποψία όταν αυτοί περιορίζουν την εξουσία τους.

«Το αναγνωρίζεις όταν το βλέπεις»

Αρκετοί πολιτικοί επιστήμονες παραδέχονται ότι, όσο κι αν επιχειρούν να δημιουργήσουν αυστηρούς ορισμούς, στην πράξη λειτουργούν πολλές φορές με μια περισσότερο εμπειρική προσέγγιση.

Με άλλα λόγια, μπορεί να είναι δύσκολο να διατυπωθεί ένας τέλειος ορισμός, όμως οι περισσότεροι ειδικοί αναγνωρίζουν τον λαϊκισμό όταν τον συναντούν.

Η κατάσταση αυτή δεν είναι μοναδική.

Ανάλογες δυσκολίες υπάρχουν και με έννοιες όπως η δημοκρατία, ο εθνικισμός ή ακόμη και ο φιλελευθερισμός, των οποίων τα όρια μεταβάλλονται ανάλογα με την ιστορική περίοδο και το πολιτικό πλαίσιο.

Από τον ορισμό στα δεδομένα

Ακριβώς επειδή δεν υπάρχει απόλυτα αντικειμενικός ορισμός, οι ερευνητές αποφεύγουν να βασίζονται αποκλειστικά στη θεωρία.

Αντίθετα, επιχειρούν να εξετάσουν τι συμβαίνει στην πράξη.

Αφού εντοπίσουν εκείνους τους ηγέτες που, με βάση τη διεθνή βιβλιογραφία, θεωρούνται ευρέως λαϊκιστές, συγκρίνουν τις επιδόσεις των χωρών τους με αντίστοιχες χώρες που ακολούθησαν διαφορετική πολιτική πορεία.

Το ερώτημα είναι απλό αλλά εξαιρετικά σημαντικό:

Αναπτύσσονται ταχύτερα οι οικονομίες υπό λαϊκιστικές κυβερνήσεις ή συμβαίνει το αντίθετο;

Οι δημοκρατικοί θεσμοί ενισχύονται ή αποδυναμώνονται;

Η διαφθορά περιορίζεται ή αυξάνεται;

Οι απαντήσεις που προκύπτουν από δεκάδες εμπειρικές μελέτες παρουσιάζουν αξιοσημείωτη συνέπεια και οδηγούν σε συμπεράσματα που έχουν προκαλέσει έντονο επιστημονικό και πολιτικό διάλογο.

Ακριβώς αυτά τα δεδομένα θα εξετάσουμε στη συνέχεια.

Οι αριθμοί μιλούν; Τι δείχνουν οι οικονομικές μελέτες για τον λαϊκισμό

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις σπάνια λύνονται με αριθμούς. Ωστόσο, όταν το ερώτημα αφορά τις μακροπρόθεσμες συνέπειες μιας μορφής διακυβέρνησης, οι οικονομικές επιδόσεις αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.

Οι υποστηρικτές του λαϊκισμού υποστηρίζουν ότι οι αντισυστημικές κυβερνήσεις σπάνε τα προνόμια των κατεστημένων ελίτ, αποκαθιστούν την κοινωνική δικαιοσύνη και δίνουν φωνή σε ομάδες που επί χρόνια αισθάνονταν αποκλεισμένες από τη λήψη αποφάσεων.

Οι επικριτές τους απαντούν ότι η σύγκρουση με τους θεσμούς, η αβεβαιότητα που δημιουργείται στις αγορές και η προσωποπαγής άσκηση εξουσίας υπονομεύουν την οικονομική ανάπτυξη και αποθαρρύνουν τις επενδύσεις.

Ποια από τις δύο πλευρές επιβεβαιώνεται από τα διαθέσιμα στοιχεία;

Η μεγαλύτερη συγκριτική μελέτη

Μία από τις πιο συχνά αναφερόμενες έρευνες στη διεθνή βιβλιογραφία δημοσιεύθηκε στο American Economic Review, ένα από τα σημαντικότερα επιστημονικά περιοδικά στον χώρο της οικονομικής επιστήμης.

Οι ερευνητές εξέτασαν δεκάδες περιπτώσεις χωρών που κυβερνήθηκαν από ηγέτες οι οποίοι, σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, χαρακτηρίζονται ως λαϊκιστές. Στη συνέχεια συνέκριναν την πορεία αυτών των οικονομιών με το πιθανό σενάριο που θα είχε διαμορφωθεί εάν οι ίδιες χώρες είχαν ακολουθήσει διαφορετική πολιτική διαδρομή.

Το βασικό συμπέρασμα ήταν εντυπωσιακό.

Σε ορίζοντα δεκαπέντε ετών, οι οικονομίες που κυβερνήθηκαν από λαϊκιστικές ηγεσίες εμφάνισαν κατά μέσο όρο αισθητά χαμηλότερο πραγματικό ΑΕΠ σε σχέση με το υποθετικό σενάριο αναφοράς.

Η απόκλιση δεν περιοριζόταν σε περιόδους ύφεσης ή διεθνών κρίσεων, αλλά εμφανιζόταν ως μια σταδιακή και σωρευτική απώλεια δυναμικής.

Με άλλα λόγια, η οικονομική ζημία δεν προέκυπτε συνήθως από μια θεαματική κατάρρευση, αλλά από μια παρατεταμένη επιβράδυνση της ανάπτυξης, η οποία γινόταν ολοένα πιο εμφανής όσο περνούσαν τα χρόνια.

Γιατί επηρεάζεται η ανάπτυξη

Οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι η ανάπτυξη δεν εξαρτάται μόνο από τους φορολογικούς συντελεστές ή τις δημόσιες δαπάνες.

Εξίσου σημαντικοί είναι η προβλεψιμότητα των κανόνων, η ασφάλεια των επενδύσεων, η αξιοπιστία της Δικαιοσύνης, η ανεξαρτησία των θεσμών και η εμπιστοσύνη ότι οι αποφάσεις δεν θα αλλάζουν ανάλογα με τις πολιτικές ανάγκες της εκάστοτε κυβέρνησης.

Όταν η οικονομική πολιτική χαρακτηρίζεται από συνεχείς συγκρούσεις με ανεξάρτητες αρχές, αμφισβήτηση των θεσμών ή αιφνιδιαστικές παρεμβάσεις στην αγορά, οι επενδυτές τείνουν να αναβάλλουν ή να περιορίζουν τα επενδυτικά τους σχέδια.

Η συνέπεια είναι μικρότερη παραγωγικότητα, χαμηλότερη συσσώρευση κεφαλαίου και τελικά πιο αργοί ρυθμοί ανάπτυξης.

Δεν είναι όλοι οι λαϊκισμοί ίδιοι

Οι ίδιες μελέτες επισημαίνουν ότι δεν παράγουν όλες οι λαϊκιστικές κυβερνήσεις τα ίδια αποτελέσματα.

Οι ιδεολογικές επιλογές εξακολουθούν να παίζουν σημαντικό ρόλο.

Για παράδειγμα, κυβερνήσεις που συνδυάζουν τον λαϊκισμό με έντονα κρατικιστικές οικονομικές πολιτικές εμφανίζουν, κατά κανόνα, μεγαλύτερες αποκλίσεις στην ανάπτυξη και συχνότερες δημοσιονομικές κρίσεις.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο λαϊκισμός χωρίς κρατισμό είναι οικονομικά ουδέτερος.

Ακόμη και όταν εφαρμόζονται σχετικά φιλικές προς την αγορά πολιτικές, η ένταση απέναντι στους θεσμούς, η προσωποποίηση της εξουσίας και η διαρκής πολιτική πόλωση φαίνεται να δημιουργούν πρόσθετο κόστος για την οικονομία.

Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι ο ίδιος ο τρόπος διακυβέρνησης έχει ανεξάρτητη επίδραση, πέρα από τη γενικότερη ιδεολογική κατεύθυνση μιας κυβέρνησης.

Η Αργεντινή: ένα ιστορικό εργαστήριο

Ελάχιστες χώρες έχουν συνδεθεί τόσο έντονα με τη συζήτηση γύρω από τον λαϊκισμό όσο η Αργεντινή.

Στις αρχές του 20ού αιώνα συγκαταλεγόταν ανάμεσα στις πλουσιότερες οικονομίες του κόσμου. Το κατά κεφαλήν εισόδημά της ήταν συγκρίσιμο με εκείνο αρκετών ευρωπαϊκών κρατών, ενώ πολλοί οικονομολόγοι τη θεωρούσαν υπόδειγμα αναπτυσσόμενης χώρας με εξαιρετικές προοπτικές.

Η εικόνα αυτή άλλαξε δραματικά.

Επαναλαμβανόμενοι κύκλοι δημοσιονομικών εκτροχιασμών, υψηλού πληθωρισμού, κρατικών παρεμβάσεων, προστατευτισμού και πολιτικής αστάθειας οδήγησαν την οικονομία σε διαδοχικές κρίσεις.

Η χώρα γνώρισε αλλεπάλληλες χρεοκοπίες, μεγάλες υποτιμήσεις του νομίσματος και μακρές περιόδους στασιμότητας, χάνοντας σταδιακά τη θέση που κατείχε στη διεθνή οικονομία.

Για πολλούς οικονομολόγους, η περίπτωση της Αργεντινής αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η επανάληψη βραχυπρόθεσμων, πολιτικά δημοφιλών επιλογών μπορεί να διαβρώσει τις αναπτυξιακές δυνατότητες μιας οικονομίας σε βάθος δεκαετιών.

Η Βενεζουέλα και το ακραίο παράδειγμα

Ακόμη πιο χαρακτηριστική θεωρείται η περίπτωση της Βενεζουέλας.

Η χώρα διέθετε από τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο και για μεγάλο χρονικό διάστημα συγκαταλεγόταν στις πιο εύπορες οικονομίες της Λατινικής Αμερικής.

Ωστόσο, οι διαδοχικές κρατικοποιήσεις, η αποδιάρθρωση των θεσμών, η κατάρρευση της παραγωγής και η εκτεταμένη νομισματική αστάθεια οδήγησαν σε μία από τις βαθύτερες οικονομικές κρίσεις που έχει γνωρίσει χώρα σε καιρό ειρήνης.

Η εκτίναξη του πληθωρισμού, η μαζική μετανάστευση εκατομμυρίων πολιτών και η κατακόρυφη πτώση του βιοτικού επιπέδου μετατράπηκαν σε διεθνές παράδειγμα των κινδύνων που συνεπάγεται η παρατεταμένη θεσμική και οικονομική αποδιάρθρωση.

Το Brexit ως οικονομικό πείραμα

Η συζήτηση για τις οικονομικές συνέπειες του λαϊκισμού δεν περιορίζεται όμως σε κυβερνήσεις ή πολιτικούς ηγέτες.

Το Brexit προσφέρει ένα διαφορετικό παράδειγμα: μια πολιτική επιλογή που γεννήθηκε μέσα από έντονα αντισυστημική και λαϊκιστική ρητορική.

Μελέτες πανεπιστημιακών ερευνητών έχουν συγκρίνει την πορεία της βρετανικής οικονομίας μετά το δημοψήφισμα με αντίστοιχες ανεπτυγμένες οικονομίες που δεν αποχώρησαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τα αποτελέσματα συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι η βρετανική οικονομία αναπτύχθηκε με χαμηλότερους ρυθμούς από εκείνους που πιθανότατα θα είχε επιτύχει εάν είχε παραμείνει στην ενιαία αγορά.

Η επενδυτική δραστηριότητα επιβραδύνθηκε, ενώ οι επιχειρήσεις με ισχυρή εξαγωγική παρουσία προς την ευρωπαϊκή αγορά επηρεάστηκαν περισσότερο από τις νέες εμπορικές και διοικητικές επιβαρύνσεις.

Αν και εξακολουθεί να υπάρχει συζήτηση για το ακριβές μέγεθος αυτών των επιπτώσεων, η πλειονότητα των εμπειρικών μελετών καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το οικονομικό κόστος του Brexit υπήρξε ουσιαστικό και διαρκές.

Οι αριθμοί δεν απαντούν σε όλα

Παρά τη σχετική σύγκλιση των οικονομικών δεδομένων, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι οι στατιστικές από μόνες τους δεν μπορούν να εξηγήσουν πλήρως την πολιτική συμπεριφορά των κοινωνιών.

Οι πολίτες δεν ψηφίζουν αποκλειστικά με βάση το ΑΕΠ ή τις επενδύσεις.

Η αίσθηση πολιτισμικής ανασφάλειας, η αντίληψη περί κοινωνικής αδικίας, οι μεταναστευτικές πιέσεις, η ανισότητα ή η απώλεια εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς συχνά αποδεικνύονται εξίσου καθοριστικοί παράγοντες.

Γι’ αυτό και η κατανόηση του λαϊκισμού δεν μπορεί να περιοριστεί σε οικονομικούς δείκτες. Χρειάζεται να εξεταστεί και ο τρόπος με τον οποίο επηρεάζει τη λειτουργία της δημοκρατίας, την ανεξαρτησία των θεσμών και την ποιότητα του δημόσιου διαλόγου.

Όταν αλλάζουν οι θεσμοί: Η δημοκρατία απέναντι στον λαϊκισμό

Εάν οι οικονομικές επιπτώσεις του λαϊκισμού αποτελούν αντικείμενο έντονου επιστημονικού διαλόγου, ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία προκαλούν οι συνέπειές του στη λειτουργία της ίδιας της δημοκρατίας.

Οι οικονομίες μπορούν να ανακάμψουν έπειτα από μια κρίση. Οι θεσμοί, όμως, όταν αποδυναμωθούν, συχνά χρειάζονται πολύ περισσότερο χρόνο για να αποκαταστήσουν την αξιοπιστία και την ανεξαρτησία τους.

Για τον λόγο αυτό, αρκετοί πολιτικοί επιστήμονες θεωρούν ότι το πραγματικό αποτύπωμα του λαϊκισμού δεν αποτυπώνεται μόνο στους ρυθμούς ανάπτυξης ή στις επενδύσεις, αλλά κυρίως στον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλεται η ισορροπία μεταξύ εκλεγμένης εξουσίας και θεσμικών αντίβαρων.

Η λογική της «λαϊκής εντολής»

Οι περισσότερες σύγχρονες δημοκρατίες στηρίζονται σε μια θεμελιώδη αρχή: ακόμη και η κυβέρνηση που διαθέτει ισχυρή εκλογική νομιμοποίηση υπόκειται σε περιορισμούς.

Η Δικαιοσύνη, τα συνταγματικά δικαστήρια, οι ανεξάρτητες αρχές, τα κοινοβούλια, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί και ο ελεύθερος Τύπος λειτουργούν ως θεσμικά αντίβαρα που εμποδίζουν τη συγκέντρωση υπερβολικής εξουσίας σε ένα μόνο πρόσωπο ή κόμμα.

Ο λαϊκισμός, αντίθετα, τείνει να αντιμετωπίζει αυτά τα αντίβαρα με καχυποψία.

Η βασική επιχειρηματολογία είναι απλή: εφόσον ο ηγέτης εξελέγη από τον λαό, κάθε θεσμός που περιορίζει τις αποφάσεις του παρουσιάζεται ως εμπόδιο στη λαϊκή βούληση.

Έτσι, η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται σταδιακά σε σύγκρουση ανάμεσα στη δημοκρατική νομιμοποίηση και στους θεσμικούς περιορισμούς της εξουσίας.

Τι δείχνουν οι διεθνείς συγκρίσεις

Η υπόθεση αυτή έχει αποτελέσει αντικείμενο εκτεταμένης εμπειρικής έρευνας.

Μία από τις πιο γνωστές συγκριτικές αναλύσεις πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό του Tony Blair Institute for Global Change, εξετάζοντας δεκάδες κυβερνήσεις από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου έως τα τέλη της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα.

Το συμπέρασμα ήταν ιδιαίτερα ανησυχητικό.

Οι κυβερνήσεις που χαρακτηρίζονται ως λαϊκιστικές εμφάνισαν σημαντικά μεγαλύτερη πιθανότητα να αποδυναμώσουν τους μηχανισμούς ελέγχου της εξουσίας σε σύγκριση με τις υπόλοιπες δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις.

Η τάση αυτή δεν περιοριζόταν σε μία συγκεκριμένη ήπειρο ούτε σε μία πολιτική ιδεολογία.

Παρατηρήθηκε σε χώρες με διαφορετικά πολιτικά συστήματα, διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης και διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες.

Η σταδιακή διάβρωση

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα των σχετικών ερευνών είναι ότι η θεσμική υποχώρηση σπάνια πραγματοποιείται απότομα.

Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν καταργούνται άμεσα οι εκλογές ούτε αναστέλλεται το Σύνταγμα.

Η αλλαγή πραγματοποιείται σταδιακά. Αρχικά αμφισβητείται η αξιοπιστία των δικαστών.

Στη συνέχεια περιορίζονται οι αρμοδιότητες ανεξάρτητων αρχών.

Ακολουθούν αλλαγές στον τρόπο διορισμού κρατικών αξιωματούχων, ασκούνται πιέσεις στα δημόσια μέσα ενημέρωσης ή μεταβάλλονται οι κανόνες λειτουργίας της Δικαιοσύνης.

Καμία μεμονωμένη παρέμβαση ίσως να μη φαίνεται ιδιαίτερα δραματική.

Όταν όμως οι παρεμβάσεις αυτές συσσωρεύονται επί σειρά ετών, η ισορροπία μεταξύ εκτελεστικής εξουσίας και θεσμικών ελέγχων μεταβάλλεται αισθητά.

Η ελευθερία του Τύπου στο επίκεντρο

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα που αφορούν τα μέσα ενημέρωσης.

Η κριτική προς τον Τύπο αποτελεί σχεδόν καθολικό χαρακτηριστικό των λαϊκιστικών κινημάτων.

Οι δημοσιογράφοι παρουσιάζονται συχνά ως μέρος ενός ενιαίου συστήματος εξουσίας, το οποίο - σύμφωνα με τη σχετική ρητορική - αποκρύπτει την αλήθεια και υπερασπίζεται τα συμφέροντα των πολιτικών και οικονομικών ελίτ.

Η αμφισβήτηση αυτή δεν είναι από μόνη της προβληματική.

Η δημοσιογραφία οφείλει να δέχεται διαρκή δημόσιο έλεγχο.

Το ζήτημα ανακύπτει όταν η πολιτική εξουσία επιχειρεί να υποκαταστήσει την ανεξάρτητη ενημέρωση δημιουργώντας ένα νέο οικοσύστημα πληροφόρησης, στο οποίο η διάκριση ανάμεσα στην ενημέρωση, την προπαγάνδα και την πολιτική κινητοποίηση γίνεται ολοένα πιο δυσδιάκριτη.

Σε αρκετές περιπτώσεις έχουν καταγραφεί προσπάθειες οικονομικής πίεσης προς ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης, περιορισμού της πρόσβασης δημοσιογράφων ή ενίσχυσης φιλικών προς την κυβέρνηση επιχειρηματικών σχημάτων στον χώρο των ΜΜΕ.

Η διαφθορά δεν εξαφανίζεται

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα παράδοξα του λαϊκισμού αφορά τη διαφθορά.

Οι περισσότεροι λαϊκιστές ηγέτες εμφανίζονται ως αμείλικτοι πολέμιοι του διεφθαρμένου πολιτικού κατεστημένου. Υπόσχονται ότι θα καθαρίσουν το κράτος, θα καταπολεμήσουν τις πελατειακές σχέσεις και θα αποκαταστήσουν την αξιοκρατία.

Ωστόσο, οι διεθνείς έρευνες δείχνουν ότι η εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη.

Σε αρκετές περιπτώσεις, η συγκέντρωση εξουσίας στο κυβερνητικό κέντρο συνοδεύεται από αύξηση των κινδύνων αδιαφάνειας, καθώς μειώνονται οι δυνατότητες ανεξάρτητου ελέγχου.

Εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι σημαντικό ποσοστό ηγετών που είχαν οικοδομήσει την πολιτική τους ταυτότητα πάνω στην καταπολέμηση της διαφθοράς βρέθηκαν αργότερα αντιμέτωποι με σοβαρές κατηγορίες για οικονομικά ή διοικητικά σκάνδαλα.

Η διαπίστωση αυτή δεν σημαίνει ότι όλοι οι λαϊκιστές πολιτικοί είναι διεφθαρμένοι.

Υποδηλώνει όμως ότι η αντισυστημική ρητορική από μόνη της δεν αποτελεί εγγύηση χρηστής διακυβέρνησης.

Δημοκρατία χωρίς εμπιστοσύνη

Ίσως η σημαντικότερη συνέπεια να είναι λιγότερο ορατή.

Η συνεχής παρουσίαση όλων των θεσμών ως διεφθαρμένων δημιουργεί σταδιακά μια κοινωνία που δυσκολεύεται να εμπιστευθεί οποιονδήποτε θεσμό.

Η Δικαιοσύνη θεωρείται πολιτικά ελεγχόμενη. Τα πανεπιστήμια αντιμετωπίζονται ως ιδεολογικοί μηχανισμοί. Τα μέσα ενημέρωσης χαρακτηρίζονται συλλήβδην αναξιόπιστα.

Οι δημόσιες υπηρεσίες εμφανίζονται ως όργανα του εκάστοτε κατεστημένου.

Ακόμη και όταν οι επικρίσεις αυτές έχουν πραγματική βάση σε ορισμένες περιπτώσεις, η γενίκευσή τους οδηγεί σε ένα περιβάλλον όπου κανένας θεσμός δεν απολαμβάνει επαρκούς κοινωνικής εμπιστοσύνης.

Και όταν η εμπιστοσύνη καταρρεύσει, η δημοκρατία δυσκολεύεται να λειτουργήσει αποτελεσματικά, ακόμη και χωρίς συνταγματικές εκτροπές.

Το μεγάλο δίλημμα

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι πολιτικές ή οικονομικές ελίτ λειτουργούν πάντοτε σωστά.

Οι αποτυχίες τους - από τη χρηματοπιστωτική κρίση έως τις λανθασμένες μεταναστευτικές ή οικονομικές επιλογές - εξηγούν σε μεγάλο βαθμό γιατί ο λαϊκισμός απέκτησε τόσο μεγάλη απήχηση.

Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι αν οι ελίτ κάνουν λάθη.

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η αντικατάστασή τους από ένα πολιτικό μοντέλο που συγκεντρώνει περισσότερη εξουσία σε έναν ηγέτη ή σε ένα αντισυστημικό κίνημα οδηγεί τελικά σε καλύτερα αποτελέσματα.

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα απαιτεί να εξετάσουμε όχι μόνο τους θεσμούς, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται πλέον η δημόσια συζήτηση στην εποχή των κοινωνικών δικτύων και της ψηφιακής πληροφόρησης.

Η κρίση των ελίτ και η νέα εποχή της πληροφόρησης

Ο λαϊκισμός δεν αναπτύχθηκε σε πολιτικό κενό. Η άνοδός του ήταν, σε μεγάλο βαθμό, προϊόν της βαθιάς κρίσης εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς και τις ελίτ που διαμόρφωσαν τη μεταπολεμική Δύση.

Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων, η επιτάχυνση της παγκοσμιοποίησης, οι μεταναστευτικές πιέσεις και η αίσθηση ότι μεγάλα τμήματα της κοινωνίας έμειναν πίσω από την οικονομική ανάπτυξη δημιούργησαν το κατάλληλο έδαφος για την εμφάνιση πολιτικών δυνάμεων που υποσχέθηκαν να ανατρέψουν το υπάρχον σύστημα.

Το βασικό τους επιχείρημα ήταν απλό αλλά ιδιαίτερα αποτελεσματικό: οι ελίτ απέτυχαν.

Οι αποτυχίες που δεν μπορούν να αγνοηθούν

Είναι δύσκολο να υποστηρίξει κανείς ότι η κριτική αυτή στερείται κάθε βάσης.

Οι δυτικές κοινωνίες γνώρισαν σοβαρά λάθη πολιτικής.

Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση αποκάλυψε τις αδυναμίες της οικονομικής εποπτείας.

Η εισβολή στο Ιράκ τραυμάτισε την αξιοπιστία της εξωτερικής πολιτικής αρκετών δυτικών κυβερνήσεων.

Η κρίση χρέους στην Ευρωζώνη ανέδειξε τα θεσμικά κενά της οικονομικής ολοκλήρωσης.

Η πανδημία της COVID-19 αποκάλυψε τόσο τη δύναμη όσο και τις αδυναμίες των κρατικών μηχανισμών.

Σε πολλές χώρες, μεγάλα τμήματα του πληθυσμού ένιωσαν ότι οι αποφάσεις λαμβάνονταν από ανθρώπους που δεν κατανοούσαν πλέον την καθημερινότητά τους.

Αυτή η αίσθηση αποξένωσης δεν ήταν απλώς πολιτική· ήταν κοινωνική και πολιτισμική.

Από την κριτική στην απόρριψη

Η αμφισβήτηση των ελίτ είναι αναπόσπαστο στοιχείο κάθε υγιούς δημοκρατίας.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν η εύλογη κριτική μετατρέπεται σε συνολική απόρριψη κάθε μορφής θεσμικής γνώσης.  Στο νέο αυτό περιβάλλον, ο ειδικός δεν θεωρείται απλώς πιθανό να κάνει λάθος.

Θεωρείται εκ προοιμίου αναξιόπιστος.

  • Ο πανεπιστημιακός αντιμετωπίζεται ως μέρος ενός ιδεολογικού μηχανισμού.
  • Ο δικαστής ως πολιτικός παράγοντας.
  • Ο δημοσιογράφος ως εκπρόσωπος οργανωμένων συμφερόντων.
  • Ο επιστήμονας ως φορέας κρυφών πολιτικών σκοπιμοτήτων.

Η δυσπιστία παύει να αφορά συγκεκριμένα πρόσωπα ή αποφάσεις και επεκτείνεται στο ίδιο το κύρος της εξειδικευμένης γνώσης.

Η επανάσταση των κοινωνικών δικτύων

Η ψηφιακή επανάσταση επιτάχυνε αυτή τη μεταβολή.

Για δεκαετίες, οι πληροφορίες περνούσαν μέσα από φίλτρα αξιολόγησης: συντακτικές ομάδες, επιστημονική κρίση, εκδοτικούς οργανισμούς ή πανεπιστημιακούς θεσμούς.

Η διαδικασία αυτή δεν ήταν αλάνθαστη.

Ήταν όμως ένας μηχανισμός που, στις περισσότερες περιπτώσεις, περιόριζε τη διάδοση προφανώς ψευδών ή ατεκμηρίωτων ισχυρισμών.

Σήμερα, οποιοσδήποτε διαθέτει έναν λογαριασμό σε πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να απευθυνθεί άμεσα σε εκατομμύρια ανθρώπους, χωρίς ενδιάμεσους ελέγχους.

Η εξέλιξη αυτή διεύρυνε σημαντικά την ελευθερία της έκφρασης.

Παράλληλα, όμως, αύξησε δραματικά και την ταχύτητα με την οποία διαδίδονται η παραπληροφόρηση, οι θεωρίες συνωμοσίας και οι ανεπιβεβαίωτοι ισχυρισμοί.

Οι νέοι διαμορφωτές της κοινής γνώμης

Μέσα σε λίγα χρόνια δημιουργήθηκε ένα νέο οικοσύστημα επιρροής.

Δημοσιογράφοι που εργάζονταν σε μεγάλους οργανισμούς συνυπάρχουν πλέον με ανεξάρτητους δημιουργούς περιεχομένου, podcasters, influencers και σχολιαστές που διαθέτουν κοινό αντίστοιχο - και σε ορισμένες περιπτώσεις μεγαλύτερο - από παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης.

Η εξέλιξη αυτή δεν είναι εξ ορισμού αρνητική.

Έχει επιτρέψει την ανάδειξη θεμάτων που συχνά αγνοούσαν τα παραδοσιακά μέσα, ενώ έχει ενισχύσει τον πλουραλισμό της δημόσιας συζήτησης.

Ταυτόχρονα, όμως, έχει καταστήσει δυσκολότερη τη διάκριση ανάμεσα στην τεκμηριωμένη δημοσιογραφία, την προσωπική άποψη, την πολιτική προπαγάνδα και την εμπορική αξιοποίηση της προσοχής.

Οι πολίτες καλούνται πλέον να αξιολογούν μόνοι τους την αξιοπιστία κάθε πληροφορίας, χωρίς τους ενδιάμεσους μηχανισμούς που χαρακτήριζαν το παρελθόν.

Η εποχή της «ανταγωνιστικής αλήθειας»

Η αλλαγή αυτή έχει μεταβάλει και τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η πολιτική αντιπαράθεση.

Συχνά δεν υπάρχει πλέον διαφωνία μόνο ως προς τις ερμηνείες των γεγονότων.

Υπάρχει διαφωνία ακόμη και ως προς τα ίδια τα γεγονότα.

Διαφορετικές κοινότητες ενημερώνονται από διαφορετικές πηγές, εμπιστεύονται διαφορετικούς ειδικούς και διαμορφώνουν διαφορετικές αντιλήψεις για την πραγματικότητα.

Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία όπου η δημόσια συζήτηση δυσκολεύεται να βασιστεί σε κοινά αποδεκτά δεδομένα.

Αυτό δεν αποτελεί αποκλειστικό χαρακτηριστικό του λαϊκισμού. Ωστόσο, η πολιτική του ρητορική συχνά αξιοποιεί και ενισχύει αυτή την κατακερματισμένη πραγματικότητα.

Η γνώση ως αντικείμενο πολιτικής σύγκρουσης

Οι διαφωνίες γύρω από την οικονομία, τη δημόσια υγεία, την κλιματική αλλαγή ή τη μετανάστευση δεν περιορίζονται πλέον στις διαφορετικές πολιτικές προτάσεις.

Συχνά επεκτείνονται στην ίδια την εγκυρότητα των επιστημονικών στοιχείων.

Οι ειδικοί δεν κρίνονται μόνο για τα επιχειρήματά τους αλλά και για την υποτιθέμενη πολιτική τους τοποθέτηση.

Από την άλλη πλευρά, αρκετοί επιστημονικοί ή δημοσιογραφικοί οργανισμοί κατηγορούνται ότι αντιμετώπισαν επί χρόνια με αλαζονεία ή απαξίωση κοινωνικές ανησυχίες που αποδείχθηκαν πολιτικά σημαντικές.

Η κρίση εμπιστοσύνης είναι, επομένως, αμφίδρομη.

Δεν αφορά μόνο τους πολίτες απέναντι στους θεσμούς, αλλά και την αδυναμία των ίδιων των θεσμών να ανανεώσουν τη σχέση τους με την κοινωνία.

Ο κίνδυνος των άκρων

Η απόλυτη εμπιστοσύνη στις ελίτ μπορεί να οδηγήσει σε τεχνοκρατική αλαζονεία.

Η απόλυτη απόρριψή τους μπορεί να οδηγήσει σε έναν κόσμο όπου κάθε άποψη θεωρείται ισότιμη ανεξάρτητα από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Καμία από τις δύο καταστάσεις δεν ευνοεί τη δημοκρατία.

Οι σύγχρονες κοινωνίες χρειάζονται τόσο θεσμούς που λογοδοτούν όσο και πολίτες που διατηρούν κριτική σκέψη χωρίς να απορρίπτουν συλλήβδην την επιστημονική γνώση.

Η ισορροπία αυτή είναι ίσως δυσκολότερη από ποτέ. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη πρόκληση για τις δημοκρατίες του 21ου αιώνα.

Υπάρχουν εξαιρέσεις;

Παρά τα γενικά συμπεράσματα των εμπειρικών ερευνών, η πολιτική πραγματικότητα σπάνια χωρά σε απόλυτους κανόνες.

Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η κοινωνική δυσαρέσκεια είναι τόσο βαθιά και η αποτυχία των παραδοσιακών πολιτικών δυνάμεων τόσο εκτεταμένη, ώστε η ανάδειξη ενός αντισυστημικού ηγέτη θεωρείται από σημαντικό μέρος της κοινωνίας αναγκαία επιλογή.

Η πιο χαρακτηριστική σύγχρονη περίπτωση είναι εκείνη της Αργεντινής, όπου η μακροχρόνια οικονομική κρίση άνοιξε τον δρόμο για μια εντελώς διαφορετική μορφή λαϊκισμού, η οποία συνδυάζει αντισυστημική ρητορική με φιλελεύθερες οικονομικές μεταρρυθμίσεις.

Το κατά πόσο αυτή η εξαίρεση μπορεί να ανατρέψει τα γενικά συμπεράσματα της διεθνούς εμπειρίας αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ερωτήματα της σύγχρονης πολιτικής οικονομίας.

Οι εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα; Η περίπτωση της Αργεντινής

Καμία πολιτική θεωρία δεν μπορεί να εξηγήσει όλες τις χώρες με τον ίδιο τρόπο. Οι ιστορικές εμπειρίες διαφέρουν, οι θεσμοί δεν έχουν την ίδια αντοχή και κάθε κοινωνία αντιμετωπίζει διαφορετικές προκλήσεις.

Γι’ αυτό και αρκετοί πολιτικοί επιστήμονες προειδοποιούν ότι, ακόμη κι αν οι στατιστικές δείχνουν μια γενική τάση, η αξιολόγηση κάθε πολιτικής περίπτωσης πρέπει να γίνεται ξεχωριστά.

Η Αργεντινή αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα.

Για περισσότερο από μισό αιώνα, η χώρα γνώρισε επαναλαμβανόμενους κύκλους οικονομικών κρίσεων, υψηλού πληθωρισμού, κρατικού παρεμβατισμού, δημοσιονομικών εκτροχιασμών και πολιτικής αστάθειας.

Σε αντίθεση με άλλες χώρες, όπου ο λαϊκισμός εμφανίστηκε ως αμφισβήτηση του κατεστημένου, στην Αργεντινή πολλοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι ο ίδιος ο λαϊκισμός είχε μετατραπεί σταδιακά σε μέρος του πολιτικού κατεστημένου.

Η μακρόχρονη κυριαρχία του περονισμού δημιούργησε ένα ιδιόμορφο πολιτικό περιβάλλον, στο οποίο το αντισυστημικό αφήγημα συνυπήρχε με ένα βαθιά εδραιωμένο σύστημα εξουσίας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναδείχθηκε ο Χαβιέρ Μιλέι.

Ένας διαφορετικός τύπος λαϊκιστή

Ο Μιλέι χρησιμοποιεί έντονη αντισυστημική ρητορική, συγκρούεται με τις παραδοσιακές πολιτικές ελίτ και παρουσιάζει τον εαυτό του ως εκφραστή μιας κοινωνίας που έχει εξαντληθεί από δεκαετίες οικονομικής κακοδιαχείρισης.

Ωστόσο, στο οικονομικό πεδίο ακολουθεί μια πορεία που διαφέρει αισθητά από εκείνη πολλών λαϊκιστών ηγετών του παρελθόντος.

Η κυβέρνησή του προχώρησε σε δραστική δημοσιονομική προσαρμογή, περιορισμό των δημόσιων δαπανών, απελευθέρωση αγορών και προσπάθεια σταθεροποίησης της οικονομίας.

Οι υποστηρικτές του θεωρούν ότι οι πολιτικές αυτές ήταν αναγκαίες έπειτα από δεκαετίες στρεβλώσεων.

Οι επικριτές του αντιτείνουν ότι το κοινωνικό κόστος είναι ιδιαίτερα υψηλό και ότι μένει να αποδειχθεί εάν οι μεταρρυθμίσεις θα οδηγήσουν σε διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Σε κάθε περίπτωση, η Αργεντινή αποτελεί ένα ενδιαφέρον εργαστήριο πολιτικής οικονομίας, καθώς δοκιμάζει στην πράξη μια διαφορετική εκδοχή αντισυστημικής διακυβέρνησης.

Η αμερικανική εμπειρία

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η συζήτηση ακολουθεί διαφορετική πορεία.

Η άνοδος του Ντόναλντ Τραμπ δεν συνδέθηκε με οικονομικό κρατισμό αντίστοιχο εκείνον της Λατινικής Αμερικής.

Αντίθετα, η πολιτική του ατζέντα συνδύασε στοιχεία οικονομικού εθνικισμού, προστατευτισμού, αυστηρότερης μεταναστευτικής πολιτικής και έντονης κριτικής απέναντι στην παγκοσμιοποίηση.

Η επιβολή νέων δασμών, η προσπάθεια επαναφοράς βιομηχανικής παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες και η έμφαση στην οικονομική αυτάρκεια σηματοδότησαν μια αισθητή απόκλιση από τη μεταπολεμική αμερικανική συναίνεση υπέρ του ελεύθερου εμπορίου.

Για τους υποστηρικτές του, οι πολιτικές αυτές επιδιώκουν να προστατεύσουν την εγχώρια παραγωγή και να αποκαταστήσουν την ανταγωνιστικότητα της αμερικανικής οικονομίας.

Οι επικριτές τους θεωρούν ότι αυξάνουν το κόστος για επιχειρήσεις και καταναλωτές, εντείνουν τις εμπορικές συγκρούσεις και υπονομεύουν τη σταθερότητα του διεθνούς οικονομικού συστήματος.

Η νέα μορφή πολιτικής ισχύος

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της σύγχρονης εποχής είναι ότι η πολιτική επιρροή δεν ασκείται πλέον αποκλειστικά μέσα από τους παραδοσιακούς θεσμούς.

Δημοφιλείς δημιουργοί περιεχομένου, ανεξάρτητοι σχολιαστές, πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης και ψηφιακές κοινότητες μπορούν πλέον να επηρεάζουν τη δημόσια συζήτηση σε βαθμό που πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν αδιανόητος.

Οι κυβερνήσεις παρακολουθούν πολύ στενότερα τις τάσεις που διαμορφώνονται στο διαδίκτυο, ενώ η δημόσια πίεση μπορεί να οδηγήσει σε πολιτικές αποφάσεις με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα από ό,τι στο παρελθόν.

Η εξέλιξη αυτή έχει ενισχύσει τη συμμετοχή των πολιτών στον δημόσιο διάλογο.

Παράλληλα, όμως, έχει αυξήσει και τον κίνδυνο η χάραξη πολιτικής να επηρεάζεται από αποσπασματικές πληροφορίες, ελλιπή στοιχεία ή έντονα συναισθηματικές αντιδράσεις που εξαπλώνονται μέσα σε λίγες ώρες.

Το μεγάλο δίδαγμα της ιστορίας

Η ιστορία του λαϊκισμού δεν είναι μια απλή ιστορία επιτυχιών ή αποτυχιών.

Υπήρξαν λαϊκιστές ηγέτες που ανέδειξαν πραγματικές κοινωνικές αδικίες και πίεσαν πολιτικά συστήματα να αντιμετωπίσουν προβλήματα τα οποία επί χρόνια αγνοούσαν.

Υπήρξαν όμως και περιπτώσεις όπου η αντισυστημική ρητορική συνοδεύτηκε από σοβαρή θεσμική υποχώρηση, οικονομική αστάθεια ή βαθύτερο κοινωνικό διχασμό.

Οι εμπειρικές έρευνες δείχνουν ότι, σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, οι χώρες με ισχυρούς και ανεξάρτητους θεσμούς εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι στις οικονομικές και πολιτικές κρίσεις.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι θεσμοί είναι αλάνθαστοι.

Σημαίνει όμως ότι οι δημοκρατίες διαθέτουν περισσότερες πιθανότητες να διορθώνουν τα λάθη τους όταν οι μηχανισμοί ελέγχου παραμένουν λειτουργικοί.

Η πρόκληση των επόμενων δεκαετιών

Η ενίσχυση των λαϊκιστικών κινημάτων δύσκολα μπορεί πλέον να θεωρηθεί μια παροδική αντίδραση.

Οι αιτίες που την τροφοδοτούν - οικονομικές ανισότητες, τεχνολογικές ανατροπές, μεταναστευτικές πιέσεις, πολιτισμικές συγκρούσεις και μειωμένη εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς - εξακολουθούν να είναι παρούσες σε μεγάλο μέρος του δυτικού κόσμου.

Η ουσιαστική πρόκληση για τις δημοκρατίες δεν είναι απλώς να περιορίσουν τον λαϊκισμό.

Είναι να αντιμετωπίσουν τις συνθήκες που επιτρέπουν την ανάπτυξή του.

Εάν οι πολίτες συνεχίσουν να αισθάνονται ότι οι θεσμοί δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους, νέα αντισυστημικά κινήματα θα συνεχίσουν να εμφανίζονται, ανεξάρτητα από το ιδεολογικό τους πρόσημο.

Η ιστορία δείχνει ότι η δημοκρατία δεν διατηρείται μόνο με εκλογές.

Διατηρείται όταν οι θεσμοί παραμένουν αξιόπιστοι, όταν η οικονομία δημιουργεί ευκαιρίες για τους περισσότερους πολίτες και όταν η δημόσια συζήτηση στηρίζεται σε πραγματικά δεδομένα αντί για συνθήματα.

Ο λαϊκισμός, τελικά, δεν αποτελεί ούτε τη μοναδική απειλή ούτε τη μοναδική λύση.

Είναι περισσότερο ένα σύμπτωμα βαθύτερων κοινωνικών και πολιτικών μεταβολών. Και όσο οι μεταβολές αυτές παραμένουν άλυτες, η αντιπαράθεση ανάμεσα στις ελίτ και στους αντισυστημικούς διεκδικητές της εξουσίας θα συνεχίσει να καθορίζει την πολιτική ατζέντα σε πολλές δημοκρατίες του κόσμου.

 

 

greece2day.org Team


Add comment

Comments

There are no comments yet.