Η Ισλανδία ετοιμάζεται για μία από τις σημαντικότερες πολιτικές αποφάσεις των τελευταίων δεκαετιών: στις 29 Αυγούστου, οι πολίτες καλούνται να αποφασίσουν εάν η χώρα πρέπει να επανεκκινήσει τις διαπραγματεύσεις ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή εάν το ζήτημα της πλήρους συμμετοχής πρέπει να μπει στο ράφι για τα επόμενα χρόνια.

Από τον Ν.Χ. | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Το δημοψήφισμα δεν αφορά άμεση ένταξη στην ΕΕ. Αφορά την εντολή προς την κυβέρνηση να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τις Βρυξέλλες. Εάν επικρατήσει το "Ναι", θα ακολουθήσει νέα διαπραγματευτική διαδικασία και, πιθανότατα, δεύτερο δημοψήφισμα για την ίδια την ένταξη, ενδεχομένως ακόμη και το 2028.
Η πρωθυπουργός Kristrún Frostadóttir έχει περιγράψει την ψηφοφορία ως μια κρίσιμη επιλογή: πρώτα οι πολίτες θα αποφασίσουν αν θέλουν να μάθουν υπό ποιους όρους θα μπορούσε να γίνει η ένταξη και στο τέλος θα κληθούν ξανά να εγκρίνουν ή να απορρίψουν την τελική συμφωνία.
Η Ισλανδία βρίσκεται ήδη «μέσα» στην Ευρώπη – αλλά όχι στην ΕΕ
Η χώρα δεν είναι αποκομμένη από την ευρωπαϊκή οικονομία. Μέσω του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ), η Ισλανδία συμμετέχει ήδη στην ενιαία αγορά και απολαμβάνει πρόσβαση στις ελευθερίες κίνησης αγαθών, υπηρεσιών, κεφαλαίων και προσώπων. Το μειονέκτημα είναι θεσμικό: η χώρα εφαρμόζει μεγάλο μέρος του ευρωπαϊκού οικονομικού πλαισίου χωρίς να διαθέτει πλήρη λόγο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων των Βρυξελλών. Το βασικό δίλημμα, επομένως, δεν είναι "Ευρώπη ή απομόνωση". Είναι: συμμετοχή στην ενιαία αγορά χωρίς ψήφο στις αποφάσεις ή πλήρης συμμετοχή στην ΕΕ με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που αυτή συνεπάγεται;
Η πρώτη προσπάθεια ένταξης
Η σχέση της Ισλανδίας με την ΕΕ έχει ήδη περάσει από έναν ολόκληρο κύκλο προσέγγισης και απομάκρυνσης. Η χώρα υπέβαλε επίσημα αίτηση ένταξης το 2009, στον απόηχο της βαθιάς χρηματοπιστωτικής κρίσης που είχε πλήξει την ισλανδική οικονομία και το τραπεζικό της σύστημα. Τότε, η συμμετοχή στην ΕΕ και η προοπτική υιοθέτησης του ευρώ παρουσιάζονταν από τους υποστηρικτές ως τρόπος να ενισχυθεί η οικονομική σταθερότητα. Όμως, όσο η οικονομία ανέκαμπτε, η πολιτική δυναμική μεταβαλλόταν.
Το 2013 ανέλαβε την εξουσία ευρωσκεπτικιστικός κυβερνητικός συνασπισμός και οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις ανεστάλησαν. Το 2015 η κυβέρνηση ενημέρωσε επισήμως τις Βρυξέλλες ότι δεν είχε πρόθεση να τις επαναλάβει και ότι η Ισλανδία δεν θα έπρεπε πλέον να θεωρείται υποψήφια χώρα.
Γιατί το ζήτημα επέστρεψε
Η πολιτική ανατροπή ήρθε το 2024, όταν σχηματίστηκε φιλοευρωπαϊκή κυβέρνηση. Η νέα κυβερνητική συμφωνία προέβλεπε δημοψήφισμα για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων πριν από το 2027. Από τότε, όμως, το διεθνές περιβάλλον άλλαξε ακόμη περισσότερο. Η Αρκτική έχει αποκτήσει αυξημένη γεωπολιτική σημασία, όχι μόνο λόγω των νέων εμπορικών διαδρομών και των σπάνιων γαιών, αλλά και εξαιτίας της αναθεώρησης της αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή. Η υπουργός Εξωτερικών Þorgerður Katrín Gunnarsdóttir έχει υποστηρίξει ότι η μεταπολεμική διεθνής τάξη κλονίζεται και ότι η βαθύτερη συνεργασία με την ΕΕ μπορεί να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα προστασίας των ισλανδικών συμφερόντων.
Παρά τη γεωπολιτική διάσταση, πάντως, η προεκλογική συζήτηση έχει επικεντρωθεί κυρίως σε πολύ πιο απτά ζητήματα:
- την αλιεία,
- τη γεωργία,
- την οικονομία και
- την εθνική κυριαρχία.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν θρίλερ
Η έκβαση του δημοψηφίσματος παραμένει εξαιρετικά αμφίρροπη.
Δημοσκόπηση της Maskína τον Ιούλιο έδινε: Ναι 53% – Όχι 47%
Ωστόσο, νεότερη μέτρηση της Gallup εμφάνισε απόλυτη ισορροπία: Ναι 46% – Όχι 46% – Αναποφάσιστοι 8%
Με τόσο μικρές διαφορές, η συμμετοχή μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική. Και αυτό εξηγεί γιατί η κυβέρνηση παρουσιάζει την αναμέτρηση ως επιλογή στρατηγικής σημασίας.
Το ψάρι βρίσκεται στο κέντρο της μάχης
Εάν υπάρχει ένα ζήτημα που μπορεί να κρίνει το δημοψήφισμα, αυτό είναι η αλιεία. Τα ψάρια και τα θαλάσσια προϊόντα αντιπροσωπεύουν περίπου 40% των ισλανδικών εξαγωγών. Για την Ισλανδία, όμως, η αλιεία δεν είναι μόνο οικονομική δραστηριότητα. Είναι κομμάτι της εθνικής ταυτότητας και της αντίληψης περί κυριαρχίας. Η χώρα διαθέτει τεράστια θαλάσσια ζώνη και έχει μακρά ιστορία συγκρούσεων για τον έλεγχο των αλιευτικών της πόρων.
Η ένταξη στην ΕΕ θα έφερνε την Ισλανδία αντιμέτωπη με την Κοινή Αλιευτική Πολιτική (ΚΑΠ), η οποία καθορίζει ποσοστώσεις, επιτρεπόμενα αλιεύματα και κοινά πλαίσια διαχείρισης μεταξύ των κρατών-μελών.
Οι αλιείς φοβούνται απώλεια ελέγχου
Η βασική ένωση του ισλανδικού αλιευτικού κλάδου, η SFS, έχει προειδοποιήσει ότι η ένταξη θα μπορούσε να στερήσει από την Ισλανδία τη δυνατότητα να λειτουργεί ως πλήρως ανεξάρτητο παράκτιο κράτος. Και αυτό είναι ίσως το δυσκολότερο κεφάλαιο για οποιαδήποτε νέα διαπραγμάτευση. Η ίδια η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι αλιεία και γεωργία θα αποτελέσουν τα πιο δύσκολα ζητήματα της ενταξιακής διαδικασίας. Η προηγούμενη διαπραγμάτευση σταμάτησε το 2013 πριν καν υιοθετηθεί επίσημη θέση της Ισλανδίας για το κεφάλαιο της αλιείας.
Οι «πόλεμοι του σκουμπριού»
Η ένταση ανάμεσα στην Ισλανδία και την ΕΕ δεν είναι θεωρητική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν οι λεγόμενοι "πόλεμοι του σκουμπριού". Η Ισλανδία είχε υιοθετήσει μονομερώς ποσοστώσεις αλιείας σκουμπριού που η ΕΕ θεωρούσε υπερβολικές. Από την πλευρά της, το Ρέικιαβικ αντιδρούσε στις συμφωνίες που είχαν επιτευχθεί μεταξύ ΕΕ, Νορβηγίας και Νήσων Φερόε. Το επεισόδιο αποτύπωσε ακριβώς το είδος της σύγκρουσης που μπορεί να επανεμφανιστεί σε μελλοντικές ενταξιακές διαπραγματεύσεις.
Τι συμβαίνει εάν κερδίσει το «Ναι»
Εάν οι πολίτες εγκρίνουν την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων, η Ισλανδία δεν θα γίνει αυτομάτως το 28ο κράτος-μέλος. Θα αρχίσει μια νέα, εντατική διαδικασία με τις Βρυξέλλες. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πιθανότατα θα δημιουργήσει ειδική ομάδα εργασίας για την Ισλανδία, ανάλογη με εκείνες που υποστηρίζουν τις πιο προχωρημένες υποψήφιες χώρες. Η Ύπατη Εκπρόσωπος της ΕΕ Kaja Kallas έχει ήδη δηλώσει ότι, εάν οι Ισλανδοί επιλέξουν την πορεία προς την ένταξη, η χώρα θα μπορούσε να εξελιχθεί άμεσα σε έναν από τους πρωτοπόρους της διαδικασίας.
Γιατί η Ισλανδία θα μπορούσε να ενταχθεί γρήγορα
Σε αντίθεση με τις περισσότερες υποψήφιες χώρες, η Ισλανδία έχει ήδη ενσωματώσει μεγάλο μέρος του ευρωπαϊκού κεκτημένου λόγω της συμμετοχής της στον ΕΟΧ. Έχει επίσης ήδη ολοκληρώσει 11 από τα 33 διαπραγματευτικά κεφάλαια από την προηγούμενη διαδικασία. Οι Βρυξέλλες θεωρούν ότι μια νέα διαπραγμάτευση θα μπορούσε να ολοκληρωθεί μέσα σε ένα έως δύο χρόνια, εφόσον υπάρξει πολιτική βούληση και συμβιβασμός στα δύσκολα ζητήματα.
Αυτό σημαίνει ότι ένα δεύτερο δημοψήφισμα για την τελική συμφωνία θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί ακόμη και το 2028.
Η ΕΕ αφήνει ανοιχτό το παράθυρο για ειδικές ρυθμίσεις
Η Επίτροπος Διεύρυνσης Marta Kos έχει επισημάνει ότι κάθε ενταξιακή διαπραγμάτευση λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες της υποψήφιας χώρας. Η διατύπωση αυτή ερμηνεύεται ως ένδειξη ότι οι Βρυξέλλες ενδέχεται να είναι διατεθειμένες να συζητήσουν ειδικές ρυθμίσεις για την αλιεία. Το Ρέικιαβικ θα επιδιώξει σχεδόν σίγουρα εξαιρέσεις ή ειδικό καθεστώς από την Κοινή Αλιευτική Πολιτική. Αυτό όμως μπορεί να δημιουργήσει νέα προβλήματα στο εσωτερικό της ίδιας της ΕΕ. Ήδη αλιευτικές οργανώσεις στην Ιρλανδία ζητούν να λάβουν αντίστοιχες εξαιρέσεις εάν παραχωρηθούν ειδικά προνόμια στην Ισλανδία.
Μια εξαίρεση, δηλαδή, μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για πολλές ακόμη.
Γιατί οι Βρυξέλλες θέλουν την Ισλανδία
Για την ΕΕ, μια ενδεχόμενη ισλανδική υποψηφιότητα θα είχε μεγάλη πολιτική και συμβολική αξία. Τα τελευταία χρόνια, η διεύρυνση συνδέεται κυρίως με χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, την Ουκρανία, τη Μολδαβία και άλλες οικονομίες με χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η Ισλανδία θα ήταν εντελώς διαφορετική περίπτωση: μια πλούσια, δημοκρατική, θεσμικά ώριμη βορειοευρωπαϊκή χώρα, ήδη ενσωματωμένη στην ενιαία αγορά.
Η υποψηφιότητά της θα προσέφερε γεωγραφική, οικονομική και πολιτική ισορροπία στη διαδικασία διεύρυνσης.
Και μια στρατηγική θέση στον Βόρειο Ατλαντικό
Η γεωπολιτική αξία της χώρας είναι επίσης σημαντική. Η Ισλανδία βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο ανάμεσα στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική και την Αρκτική. Καθώς οι αρκτικές διαδρομές αποκτούν μεγαλύτερη οικονομική και στρατηγική σημασία, η παρουσία της Ισλανδίας εντός της ΕΕ θα μπορούσε να ενισχύσει τη θέση των Βρυξελλών στον Βόρειο Ατλαντικό. Για αυτόν τον λόγο, ένα "Ναι" δεν θα ήταν απλώς μία ακόμη επιτυχία της ευρωπαϊκής διεύρυνσης.
Θα αποτελούσε και σημαντική γεωστρατηγική νίκη.
Τι συμβαίνει εάν κερδίσει το «Όχι»
Ένα "Όχι" θα είχε πολύ διαφορετικές συνέπειες. Πρώτα απ’ όλα, θα αποτελούσε σοβαρό πλήγμα στην πολιτική διεύρυνσης της ΕΕ. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και την αυξημένη αβεβαιότητα στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, οι Βρυξέλλες επιχείρησαν να παρουσιάσουν την Ένωση ως άγκυρα σταθερότητας. Η απόρριψη ακόμη και της επανέναρξης διαπραγματεύσεων από μία πλούσια βορειοευρωπαϊκή χώρα θα έστελνε το αντίθετο μήνυμα.
Το ερώτημα της ελκυστικότητας της ΕΕ
Η ήττα του "Ναι" θα δημιουργούσε ένα δύσκολο πολιτικό ερώτημα για τις Βρυξέλλες: Εάν μια χώρα όπως η Ισλανδία δεν θεωρεί αρκετά ελκυστική ούτε τη διερεύνηση της πλήρους ένταξης, πόσο ισχυρό είναι τελικά το ευρωπαϊκό μοντέλο;
Το ζήτημα έχει ιδιαίτερο βάρος επειδή σχεδόν όλες οι σημερινές υποψήφιες χώρες είναι φτωχότερες από τα υφιστάμενα κράτη-μέλη. Η Ισλανδία, αντίθετα, δεν αναζητεί οικονομική διάσωση. Μια πιθανή ένταξή της θα ήταν περισσότερο στρατηγική και πολιτική επιλογή παρά ανάγκη οικονομικής σύγκλισης.
Για την κυβέρνηση, ένα «Όχι» θα ήταν βαρύ πλήγμα
Η κυβέρνηση Frostadóttir έχει επενδύσει σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο στη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος. Εάν οι πολίτες απορρίψουν την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων, τα φιλοευρωπαϊκά κόμματα θα υποστούν σημαντική ήττα, ενώ οι ευρωσκεπτικιστικές δυνάμεις θα ενισχυθούν. Και επειδή η ίδια η κυβέρνηση έχει παρουσιάσει την ψηφοφορία ως καθοριστική στιγμή, ένα "Όχι" πιθανότατα θα παγώσει τη συζήτηση για πλήρη ένταξη για πολλά χρόνια, ίσως και δεκαετίες.
Το ιδιαίτερα σκληρό στοιχείο είναι ότι οι ψηφοφόροι δεν θα απορρίψουν μια συγκεκριμένη συμφωνία ένταξης. Θα απορρίψουν ακόμη και τη δυνατότητα να μάθουν τι συμφωνία θα μπορούσαν να πετύχουν.
Η Ισλανδία μπορεί να παραμείνει όπως είναι
Ένα "Όχι" δεν σημαίνει αποχώρηση από την ευρωπαϊκή οικονομική αρχιτεκτονική. Η χώρα θα παραμείνει στον ΕΟΧ και θα εξακολουθήσει να έχει πρόσβαση στην ενιαία αγορά. Θα συνεχίσει επίσης τη συμμετοχή της στη ζώνη Σένγκεν και τη συνεργασία της με ευρωπαϊκούς θεσμούς. Το status quo είναι συνεπώς βιώσιμο. Αλλά θα εξακολουθήσει να έχει το ίδιο βασικό μειονέκτημα: η Ισλανδία θα εφαρμόζει πολλές ευρωπαϊκές αποφάσεις χωρίς να συμμετέχει πλήρως στη διαμόρφωσή τους.
Το πραγματικό δίλημμα της 29ης Αυγούστου
Το δημοψήφισμα δεν είναι λοιπόν μια απλή επιλογή ανάμεσα στο "μέσα" και το "έξω". Η Ισλανδία βρίσκεται ήδη βαθιά μέσα στο ευρωπαϊκό οικονομικό σύστημα. Το ερώτημα είναι εάν θέλει να μετατρέψει αυτή την οικονομική συμμετοχή σε πλήρη πολιτική συμμετοχή. Οι υποστηρικτές του "Ναι" λένε ότι η χώρα πρέπει τουλάχιστον να διαπραγματευθεί ώστε να γνωρίζει ποια συμφωνία μπορεί να επιτύχει. Οι αντίπαλοι φοβούνται ότι ακόμη και η έναρξη των διαπραγματεύσεων θα βάλει σε κίνδυνο τον έλεγχο των αλιευτικών πόρων και θα ανοίξει τον δρόμο σε μεγαλύτερη εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας.
Και έτσι, μια χώρα μόλις 400.000 κατοίκων καλείται να απαντήσει σε ένα από τα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά ερωτήματα της εποχής: είναι καλύτερο να βρίσκεται κανείς πολύ κοντά στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή να κάθεται τελικά στο ίδιο τραπέζι όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις;
Add comment
Comments