Η "τρέλα" του Ορέστη και του Άμλετ: Μια συγκριτική ανάλυση

Published on October 9, 2025 at 3:20 PM

Ακούστε ολόκληρη την ομιλία του Σπύρου Ευαγγελάτου, στην κατάμεστη αίθουσα τελετών της Ακαδημίας, με θέμα την "Τρέλα" του Ορέστη στην "Ορέστεια" του Αισχύλου και την "τρέλα" του Άμλετ, στον "Άμλετ" του Σαίξπηρ.

Δύο ήρωες, δύο εποχές, ένα κοινό ερώτημα

Υπάρχουν ορισμένα έργα που ξεπερνούν την εποχή τους και μετατρέπονται σε σταθερά σημεία αναφοράς του ανθρώπινου πολιτισμού. Η Ορέστεια του Αισχύλου και ο Άμλετ του Σαίξπηρ ανήκουν αναμφίβολα σε αυτή την κατηγορία.

Αυτό ακριβώς ήταν το σημείο εκκίνησης της εμβληματικής ομιλίας του ακαδημαϊκού, σκηνοθέτη και θεατρανθρώπου Σπύρου Ευαγγελάτου, στην κατάμεστη Αίθουσα Τελετών της Ακαδημίας Αθηνών, όταν, ως Πρόεδρός της για το 2013, επέλεξε να αφιερώσει την ετήσια πανηγυρική του ομιλία σε ένα θέμα που απασχολεί τη θεατρική σκέψη εδώ και αιώνες:

Είναι πραγματικά τρελός ο Ορέστης; Και είναι πράγματι τρελός ο Άμλετ;

Το ενδιαφέρον όμως της διάλεξης δεν βρίσκεται στην αναζήτηση μιας ψυχιατρικής διάγνωσης. Ο Ευαγγελάτος εξετάζει την "τρέλα" ως δραματουργικό εργαλείο, ως κατάσταση συνείδησης και ως κορυφαία στιγμή της τραγικής εμπειρίας.

Από την πρώτη στιγμή καθιστά σαφές ότι δεν συγκρίνει απλώς δύο λογοτεχνικούς χαρακτήρες· συγκρίνει δύο κορυφαίες συλλήψεις του ανθρώπινου νου, που γεννήθηκαν με διαφορά σχεδόν δύο χιλιάδων ετών, αλλά συνομιλούν διαρκώς μεταξύ τους.  

Ο Ορέστης δεν είναι ένας απλός εκδικητής

Η πρώτη ενότητα της ομιλίας αφιερώνεται αποκλειστικά στον Ορέστη των Χοηφόρων.

Ο Ευαγγελάτος απορρίπτει εξαρχής μια επιφανειακή ανάγνωση του έργου. Ο Ορέστης δεν παρουσιάζεται ως ένας ψυχρός εκτελεστής που επιστρέφει στο Άργος για να εκδικηθεί τον φόνο του Αγαμέμνονα.

Αντίθετα, ήδη από τις πρώτες του εμφανίσεις διακρίνεται μια προσωπικότητα εξαιρετικά εύθραυστη, βαθιά ταραγμένη και γεμάτη εσωτερικές αντιφάσεις.

Η πρώτη ένδειξη αυτής της εσωτερικής αναστάτωσης εμφανίζεται πολύ πριν από τη μητροκτονία.

Ο Ορέστης αναγνωρίζει σχεδόν αμέσως την Ηλέκτρα ανάμεσα στις γυναίκες που πλησιάζουν τον τάφο του Αγαμέμνονα, παρότι την είχε αφήσει παιδί και τώρα βρίσκεται απέναντί του μια ώριμη γυναίκα.

Ο Ευαγγελάτος επιμένει ότι μια τέτοια αναγνώριση δεν μπορεί να εξηγηθεί με όρους ρεαλισμού. Πρόκειται για μια υπέρλογη στιγμή, μια σχεδόν μεταφυσική επικοινωνία ανάμεσα στα δύο αδέλφια, η οποία προϊδεάζει τον θεατή ότι ο ήρωας κινείται ήδη στα όρια μεταξύ πραγματικότητας και εσωτερικού οράματος.  

Ο φόνος δεν είναι επιλογή· είναι καταδίκη

Στη συνέχεια ο Ευαγγελάτος στρέφει την προσοχή του στο μεγαλύτερο ψυχολογικό βάρος που κουβαλά ο Ορέστης.

Δεν είναι μόνο η προοπτική να σκοτώσει τη μητέρα του.

Είναι κυρίως η αίσθηση ότι δεν διαθέτει πραγματική ελευθερία επιλογής.

Ο Απόλλωνας έχει διατάξει τη μητροκτονία και έχει προειδοποιήσει ότι, αν ο Ορέστης αρνηθεί να εκδικηθεί τον πατέρα του, θα υποστεί ανείπωτες συμφορές.

Έτσι ο ήρωας βρίσκεται παγιδευμένος ανάμεσα σε δύο εξίσου αβάστακτες ενοχές: αν σκοτώσει τη μητέρα του θα γίνει μητροκτόνος· αν δεν το κάνει, θα προδώσει τον πατέρα του και θα παραβεί τη θεϊκή εντολή.

Κατά τον Ευαγγελάτο, αυτή η αδιέξοδη κατάσταση αποτελεί το πραγματικό ψυχολογικό υπόβαθρο της τραγωδίας. Η τρέλα δεν εμφανίζεται ξαφνικά μετά τον φόνο. Αρχίζει να οικοδομείται πολύ νωρίτερα, ως αποτέλεσμα μιας αβάσταχτης ηθικής πίεσης που σταδιακά διαλύει την εσωτερική ισορροπία του ήρωα.

Από το μεταφυσικό στο απόλυτα λογικό

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της ανάλυσης αφορά τις συνεχείς μεταπτώσεις του Ορέστη.

Λίγο πριν επικαλεστεί τον νεκρό Αγαμέμνονα και ζητήσει την παρέμβασή του από τον κόσμο των νεκρών, ο ήρωας βρίσκεται σε μια σχεδόν μυστικιστική κατάσταση. Πιστεύει ότι ο νεκρός πατέρας μπορεί να ακούσει τις επικλήσεις του και να σταθεί αρωγός στο σχέδιο της εκδίκησης.

Και όμως, αμέσως μετά, εγκαταλείπει κάθε μεταφυσική διάθεση.

Με απόλυτη ψυχραιμία καταστρώνει το σχέδιο εισόδου στο παλάτι, αποφασίζει να μεταμφιεστεί μαζί με τον Πυλάδη, να χρησιμοποιήσει διαφορετική διάλεκτο και να εκμεταλλευθεί τους κανόνες της αρχαίας φιλοξενίας για να εξαπατήσει τον Αίγισθο.

Ο Ευαγγελάτος θεωρεί αυτή τη διαρκή εναλλαγή υπερβατικού και απόλυτου ορθολογισμού ένα από τα μεγαλύτερα δραματουργικά επιτεύγματα του Αισχύλου.

Ο Ορέστης δεν κινείται γραμμικά προς την παραφροσύνη. Παλινδρομεί διαρκώς ανάμεσα στη λογική και στο υπέρλογο, ανάμεσα στον απόλυτο αυτοέλεγχο και στην πλήρη διάρρηξη της συνείδησης.  

Η στιγμή που ο Ορέστης καταλαβαίνει ότι χάνει τον εαυτό του

Για τον Ευαγγελάτο, το κορυφαίο σημείο της τραγωδίας δεν είναι η μητροκτονία.

Είναι όσα ακολουθούν.

Μετά τον φόνο της Κλυταιμνήστρας, ο Ορέστης εμφανίζεται κρατώντας το δίχτυ με το οποίο είχε δολοφονηθεί ο Αγαμέμνονας. Αρχικά προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του ότι έπραξε το σωστό.

Σχεδόν αμέσως όμως η γλώσσα του αλλάζει. Οι εικόνες πυκνώνουν, οι λέξεις διαδέχονται η μία την άλλη με ολοένα μεγαλύτερη ένταση και η λογική του αρχίζει να αποσυντίθεται.

Εκεί, σύμφωνα με τον Ευαγγελάτο, ο Αισχύλος πραγματοποιεί κάτι μοναδικό στην ιστορία του θεάτρου.

Ο Ορέστης δεν είναι ακόμη παράφρων.

Έχει όμως πλήρη επίγνωση ότι οδηγείται στην παραφροσύνη.

Αντιλαμβάνεται ο ίδιος πως χάνει τον έλεγχο του νου του, πριν ακόμη εμφανιστούν οι Ερινύες που μόνο εκείνος βλέπει. Είναι μια συγκλονιστική στιγμή αυτοσυνείδησης, όπου ο ήρωας παρακολουθεί τον ίδιο του τον εαυτό να βυθίζεται στην τρέλα χωρίς να μπορεί πλέον να αντιδράσει.

Και ίσως σε αυτήν ακριβώς τη δραματική σύλληψη να βρίσκεται η μεγαλύτερη πρωτοτυπία του Αισχύλου.  

Η «τρέλα» του Άμλετ: πραγματική ψυχική κατάρρευση ή συνειδητή στρατηγική;

Εάν ο Ορέστης οδηγείται σταδιακά στην παράνοια μέσα από την αδυσώπητη σύγκρουση ανάμεσα στη θεϊκή εντολή και στην ανθρώπινη συνείδηση, ο Άμλετ ακολουθεί την αντίστροφη πορεία.

Ο Σπύρος Ευαγγελάτος θεωρεί ότι ο Σαίξπηρ δημιουργεί έναν εντελώς διαφορετικό δραματικό μηχανισμό. Στην περίπτωση του Δανού πρίγκιπα, το μεγάλο ερώτημα δεν είναι αν ο ήρωας θα τρελαθεί, αλλά αν είναι ποτέ πραγματικά τρελός.

Η απάντηση δεν είναι αυτονόητη.

Για περισσότερους από τέσσερις αιώνες, θεατρολόγοι, ψυχίατροι, σκηνοθέτες και ηθοποιοί επιχειρούν να απαντήσουν στο ίδιο ερώτημα. Ο Ευαγγελάτος δεν ενδιαφέρεται να δώσει μια οριστική ψυχολογική διάγνωση. Τον απασχολεί ο τρόπος με τον οποίο ο Σαίξπηρ χρησιμοποιεί την αμφιβολία ως βασικό δραματουργικό εργαλείο.

Όπως επισημαίνει, ήδη από την πρώτη εμφάνιση του φαντάσματος του νεκρού βασιλιά δημιουργείται μια πραγματικότητα που κινείται ανάμεσα στον ορατό και στον αόρατο κόσμο.

Ο Άμλετ βρίσκεται μπροστά σε μια αποκάλυψη που κανένας λογικός άνθρωπος δεν μπορεί εύκολα να επεξεργαστεί. Το φάντασμα τού αποκαλύπτει ότι ο πατέρας του δολοφονήθηκε και του αναθέτει την αποστολή της εκδίκησης.

Η στιγμή αυτή αποτελεί, κατά τον Ευαγγελάτο, το σημείο όπου αρχίζει η μεγάλη εσωτερική περιπέτεια του ήρωα.

Όχι όμως η τρέλα του.

Η σύγκρουση ανάμεσα στη λογική και στο υπερφυσικό, που στον Αισχύλο οδηγεί τον Ορέστη στην κατάρρευση, στον Σαίξπηρ γεννά έναν άνθρωπο που αμφιβάλλει διαρκώς για όλα: για τους άλλους, για τον εαυτό του, ακόμη και για την ίδια την πραγματικότητα.

Η περίφημη «προσποιητή τρέλα»

Ο Ευαγγελάτος υπενθυμίζει ότι ο ίδιος ο Άμλετ ανακοινώνει πολύ νωρίς την πρόθεσή του να υποδυθεί τον παράφρονα.

Δεν πρόκειται, λοιπόν, για μια κατάσταση που εμφανίζεται ξαφνικά.

Είναι μια συνειδητή επιλογή.

Ο Άμλετ αποφασίζει να φορέσει το προσωπείο της παραφροσύνης προκειμένου να κινηθεί ελεύθερα μέσα στην αυλή, να παραπλανήσει τους αντιπάλους του και να διερευνήσει την αλήθεια χωρίς να προκαλεί υποψίες.

Εδώ όμως βρίσκεται, σύμφωνα με τον Ευαγγελάτο, το μεγάλο εύρημα του Σαίξπηρ.

Όσο περισσότερο ο Άμλετ παριστάνει τον τρελό, τόσο περισσότερο αρχίζει να αμφιβάλλει και ο θεατής αν πρόκειται ακόμη για θεατρικό παιχνίδι ή για πραγματική ψυχική διάλυση.

Το προσωπείο γίνεται τόσο πειστικό ώστε αρχίζει να επηρεάζει τον ίδιο τον άνθρωπο που το φορά. Η υποκριτική μετατρέπεται σταδιακά σε υπαρξιακή κατάσταση.

Ο άνθρωπος που σκέφτεται υπερβολικά

Σε αντίθεση με τον Ορέστη, ο οποίος κινείται σχεδόν ακαριαία προς την πράξη, ο Άμλετ ακινητοποιείται από τη σκέψη.

Για τον Ευαγγελάτο, αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στους δύο ήρωες.

Ο Αισχύλειος ήρωας πάσχει επειδή πρέπει να ενεργήσει.

Ο σαιξπηρικός ήρωας πάσχει επειδή δεν μπορεί να αποφασίσει πώς πρέπει να ενεργήσει.

Η συνεχής ανάλυση κάθε ενδεχομένου, η αμφισβήτηση κάθε βεβαιότητας και η αδυναμία οριστικής απόφασης γεννούν εκείνη τη βαθιά εσωτερική ένταση που χαρακτηρίζει ολόκληρο το έργο.

Η περίφημη φράση "Να ζει κανείς ή να μη ζει" δεν αποτελεί, σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση, απλώς έναν φιλοσοφικό στοχασμό για τον θάνατο.

Αποτελεί τη δραματική συμπύκνωση ενός ανθρώπου που δεν μπορεί πλέον να εμπιστευθεί ούτε τη σκέψη του.

Όπως ο Ορέστης, έτσι και ο Άμλετ αγωνιά για τη δικαίωση

Ένα ακόμη σημείο που αναδεικνύει ο Ευαγγελάτος είναι η ανάγκη και των δύο ηρώων να δικαιωθούν απέναντι στην Ιστορία.

Στην Ορέστεια, ο Ορέστης επαναλαμβάνει ότι θέλει οι Αργείοι να γνωρίζουν πως η πράξη του δεν ήταν απλό έγκλημα αλλά επιβεβλημένη δικαιοσύνη.

Ανάλογη είναι και η αγωνία του Άμλετ. Δεν αρκείται να εκδικηθεί. Θέλει να αποκαλυφθεί η αλήθεια. Θέλει να αποδειχθεί η ενοχή του Κλαύδιου.

Γι’ αυτό οργανώνει την περίφημη παράσταση των ηθοποιών, μετατρέποντας το ίδιο το θέατρο σε εργαλείο αποκάλυψης της αλήθειας.

Ο Ευαγγελάτος βλέπει εδώ μια ακόμη βαθιά συγγένεια των δύο ηρώων: και οι δύο δεν ενδιαφέρονται μόνο για την πράξη, αλλά και για τη μελλοντική κρίση των ανθρώπων.

Δύο διαφορετικοί δρόμοι προς την ίδια ανθρώπινη αγωνία

Η μεγάλη σύνθεση της διάλεξης ολοκληρώνεται με μια ουσιαστική διάκριση.

Στον Αισχύλο, η τρέλα αποτελεί την αναπόφευκτη συνέπεια μιας πράξης που επιβάλλουν οι θεοί αλλά αδυνατεί να αντέξει ο άνθρωπος.

Στον Σαίξπηρ, η τρέλα λειτουργεί αρχικά ως προσωπείο, όμως σταδιακά μετατρέπεται σε υπαρξιακή αμφιβολία που διαβρώνει τα πάντα.

Ο Ορέστης χάνει τον νου του επειδή πραγματοποίησε αυτό που όφειλε να κάνει.

Ο Άμλετ κινδυνεύει να τον χάσει επειδή αδυνατεί να βεβαιωθεί ότι πράττει το σωστό.

Και οι δύο, όμως, βρίσκονται αντιμέτωποι με το ίδιο θεμελιώδες ανθρώπινο πρόβλημα: πόσο μπορεί να αντέξει η ανθρώπινη συνείδηση όταν καλείται να σηκώσει βάρος μεγαλύτερο από τις δυνάμεις της.

Ίσως γι’ αυτό, όπως υπονοεί ο Σπύρος Ευαγγελάτος, ο Ορέστης και ο Άμλετ εξακολουθούν να μας συγκινούν ύστερα από δυόμισι χιλιάδες και τετρακόσια χρόνια αντίστοιχα.

Δεν είναι απλώς δύο τραγικοί ήρωες. Είναι δύο διαφορετικές εκδοχές του ίδιου ανθρώπου, τη στιγμή που η λογική συγκρούεται με το καθήκον, η ηθική με την εκδίκηση και η συνείδηση με τα όριά της.

Η διαχρονική συνάντηση του Αισχύλου με τον Σαίξπηρ

Το τελευταίο μέρος της ομιλίας του Σπύρου Ευαγγελάτου δεν περιορίζεται στη σύγκριση δύο σπουδαίων θεατρικών ηρώων. Επεκτείνεται σε ένα ευρύτερο ερώτημα: γιατί δύο συγγραφείς που τους χωρίζουν σχεδόν δύο χιλιετίες καταλήγουν να συνομιλούν τόσο ουσιαστικά γύρω από την ίδια ανθρώπινη εμπειρία;

Η απάντησή του είναι ότι τόσο ο Αισχύλος όσο και ο Σαίξπηρ χρησιμοποιούν την "τρέλα" όχι ως ιατρική κατάσταση αλλά ως δραματουργικό εργαλείο που αποκαλύπτει τα όρια της ανθρώπινης ύπαρξης.

Δεν ενδιαφέρονται να περιγράψουν έναν ψυχικά ασθενή.

Τους ενδιαφέρει να εξερευνήσουν τι συμβαίνει όταν ένας άνθρωπος καλείται να σηκώσει βάρος δυσανάλογο των δυνάμεών του.

Ο άνθρωπος, όταν έρχεται αντιμέτωπος με ακραίες ηθικές συγκρούσεις, δεν καταρρέει μόνο εξωτερικά. Διαλύεται πρώτα εσωτερικά.

Και ακριβώς αυτή τη διάλυση παρακολουθεί το αρχαίο και το ελισαβετιανό θέατρο.

Από τον κόσμο των θεών στον κόσμο του ανθρώπου

Ο Ευαγγελάτος επισημαίνει μια ακόμη ουσιώδη διαφορά ανάμεσα στους δύο δημιουργούς: Στον Αισχύλο, η ανθρώπινη μοίρα εξακολουθεί να βρίσκεται μέσα σε ένα σύμπαν όπου οι θεοί παρεμβαίνουν ενεργά.

Οι Ερινύες δεν αποτελούν ψυχολογική μεταφορά. Είναι υπαρκτές θεότητες. Ο Απόλλωνας δίνει εντολές. Η Αθηνά ιδρύει τον πρώτο ανθρώπινο θεσμό απονομής δικαιοσύνης.

Το δράμα εξελίσσεται μέσα σε ένα κοσμικό σύστημα όπου το θείο εξακολουθεί να καθορίζει την ανθρώπινη μοίρα.

Αντίθετα, στον Σαίξπηρ οι θεοί έχουν αποχωρήσει.

Το φάντασμα του πατέρα του Άμλετ δεν προσφέρει απόλυτες βεβαιότητες. Αντίθετα, γεννά ακόμη περισσότερα ερωτήματα.

Ο άνθρωπος μένει ουσιαστικά μόνος απέναντι στις αποφάσεις του. Η τραγωδία μεταφέρεται από τον κόσμο της θεϊκής δικαιοσύνης στον κόσμο της ανθρώπινης ευθύνης.

Η γέννηση της νεότερης συνείδησης

Κατά τον Ευαγγελάτο, αυτή η μετάβαση εξηγεί και τη διαφορετική ποιότητα της αγωνίας των δύο ηρώων.

Ο Ορέστης υποφέρει επειδή γνωρίζει ποιο είναι το καθήκον του.

Ο Άμλετ υποφέρει επειδή αμφιβάλλει ακόμη και για το ίδιο το καθήκον.

Η αμφιβολία γίνεται πλέον το κυρίαρχο χαρακτηριστικό του νεότερου ανθρώπου.

Δεν υπάρχει πλέον η βεβαιότητα της θεϊκής εντολής. Υπάρχει μόνο η αβεβαιότητα της προσωπικής κρίσης.

Και αυτή ακριβώς η μετάβαση, υποστηρίζει ο Ευαγγελάτος, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της παγκόσμιας δραματουργίας.

Η τρέλα ως θεατρική πράξη

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η παρατήρησή του ότι και στα δύο έργα η "τρέλα" δεν αφορά μόνο τον ήρωα αλλά και τον θεατή.

Το θέατρο μάς υποχρεώνει να αμφιβάλλουμε συνεχώς για όσα βλέπουμε. Βλέπει πράγματι ο Ορέστης τις Ερινύες ή αποτελούν την οπτικοποίηση της ενοχής του;

Είναι πραγματικά παράφρων ο Άμλετ ή εξακολουθεί να ελέγχει απόλυτα τον εαυτό του;

Ο Ευαγγελάτος δεν θεωρεί ότι αυτά τα ερωτήματα πρέπει να απαντηθούν οριστικά. Αντίθετα, πιστεύει ότι εκεί βρίσκεται η δύναμη των δύο έργων.

Η αμφισημία δεν αποτελεί αδυναμία του κειμένου. Αποτελεί τη βαθύτερη δραματική του λειτουργία.

Το μεγάλο μάθημα των δύο τραγωδιών

Καθώς ολοκληρώνει την ανάπτυξή του, ο Σπύρος Ευαγγελάτος επιστρέφει σε αυτό που πάντοτε χαρακτήριζε τη δική του θεατρική σκέψη: το μεγάλο θέατρο δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις.

Ανοίγει δύσκολα ερωτήματα.

Ούτε ο Αισχύλος ούτε ο Σαίξπηρ ενδιαφέρονται να δικαιώσουν απόλυτα τους ήρωές τους. Ούτε να τους καταδικάσουν. Τους αντιμετωπίζουν με βαθιά κατανόηση.

Γνωρίζουν ότι ο άνθρωπος δεν γίνεται τραγικός επειδή είναι κακός.

Γίνεται τραγικός επειδή προσπαθεί να πράξει το σωστό μέσα σε έναν κόσμο όπου το σωστό δεν είναι ποτέ αυτονόητο.

Μια διάλεξη που υπερασπίστηκε τη δύναμη του κλασικού θεάτρου

Η ομιλία του Σπύρου Ευαγγελάτου στην κατάμεστη αίθουσα τελετών της Ακαδημίας δεν αποτέλεσε απλώς μια συγκριτική φιλολογική ανάλυση δύο κορυφαίων έργων της παγκόσμιας δραματουργίας.

Υπήρξε μια υπενθύμιση ότι τα μεγάλα κείμενα της ανθρωπότητας εξακολουθούν να συνομιλούν μεταξύ τους, αλλά και μαζί μας.

Ο Ορέστης και ο Άμλετ, δύο ήρωες που γεννήθηκαν σε διαφορετικές εποχές, εξακολουθούν να θέτουν τα ίδια ερωτήματα που βασανίζουν τον σύγχρονο άνθρωπο: μέχρι πού φτάνει το καθήκον; Ποιο είναι το τίμημα της δικαιοσύνης; Πώς επιβιώνει η συνείδηση όταν καλείται να αποφασίσει ανάμεσα σε δύο κακά;

Με τη γνωστή του ευρυμάθεια, τη βαθιά γνώση τόσο του αρχαίου όσο και του σαιξπηρικού θεάτρου και την εξαιρετική αφηγηματική του δεινότητα, ο Ευαγγελάτος απέδειξε για ακόμη μία φορά ότι οι πραγματικά μεγάλες τραγωδίες δεν ανήκουν στο παρελθόν.

Ανήκουν σε κάθε εποχή που εξακολουθεί να αναζητά, μέσα από το θέατρο, μια βαθύτερη κατανόηση του ανθρώπου.

Ο σκηνοθέτης που διάβαζε τα κείμενα πριν τα ανεβάσει

Ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της διάλεξης δεν ήταν οι ίδιες οι συγκρίσεις ανάμεσα στον Ορέστη και τον Άμλετ, αλλά ο τρόπος με τον οποίο ο Σπύρος Ευαγγελάτος τις προσέγγιζε.

Δεν μιλούσε ως φιλόλογος που αναλύει δύο αριστουργήματα ούτε ως ιστορικός της λογοτεχνίας που απαριθμεί επιρροές και παραλληλισμούς.

Μιλούσε ως άνθρωπος του θεάτρου.

Ως σκηνοθέτης που είχε ανεβάσει επανειλημμένα αρχαία τραγωδία και Σαίξπηρ, έχοντας δοκιμάσει τις ιδέες του πάνω στη σκηνή, μπροστά σε ηθοποιούς και θεατές.

Αυτό ακριβώς έδινε στη σκέψη του μια σπάνια αμεσότητα. Κάθε παρατήρηση γεννιόταν από τη σκηνική εμπειρία. Πώς βαδίζει ο Ορέστης όταν αρχίζει να βλέπει τις Ερινύες; Πώς αλλάζει το βλέμμα του Άμλετ όταν αντιλαμβάνεται ότι κανείς πλέον δεν τον εμπιστεύεται; Πόσο πρέπει να δείξει ο ηθοποιός και πόσο να αφήσει στη φαντασία του θεατή;

Για τον Ευαγγελάτο, τα ερωτήματα αυτά δεν ήταν δευτερεύοντα. Αποτελούσαν την ουσία του θεάτρου.

Η τραγωδία δεν είναι ψυχολογία

Σε μια εποχή όπου οι κλασικοί ήρωες συχνά αντιμετωπίζονται ως ψυχιατρικές περιπτώσεις, ο Ευαγγελάτος προειδοποιούσε ότι μια τέτοια ανάγνωση φτωχαίνει τα έργα.

Ο Ορέστης δεν είναι απλώς ένας άνθρωπος με μετατραυματικό στρες.

Ο Άμλετ δεν είναι απλώς ένας καταθλιπτικός πρίγκιπας.

Αυτές οι ερμηνείες μπορεί να διαθέτουν επιστημονικό ενδιαφέρον, όμως αδυνατούν να εξηγήσουν γιατί τα δύο έργα εξακολουθούν να συγκινούν επί αιώνες.

Η τραγωδία, υποστήριζε, δεν γεννήθηκε για να περιγράψει ψυχικές παθήσεις. Γεννήθηκε για να φωτίσει τα μεγάλα ηθικά αδιέξοδα του ανθρώπου.

Η "τρέλα" λειτουργεί ως θεατρική γλώσσα. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η σκηνή καθιστά ορατό εκείνο που δεν μπορεί να αποδοθεί με τη λογική.

Το μέτρο του μεγάλου θεάτρου

Μία ακόμη παρατήρηση του Ευαγγελάτου αφορά το μέτρο με το οποίο οι δύο συγγραφείς διαχειρίζονται το πάθος.

Παρότι και η Ορέστεια και ο Άμλετ κορυφώνονται σε ακραίες στιγμές βίας, κανείς από τους δύο δημιουργούς δεν επιδιώκει τον εντυπωσιασμό. Η ένταση γεννιέται όχι από την υπερβολή, αλλά από την εσωτερική οικονομία.

Στον Αισχύλο, ακόμη και οι πιο σπαρακτικές σκηνές διατηρούν την αυστηρότητα του τελετουργικού.

Στον Σαίξπηρ, ακόμη και οι πιο εκρηκτικοί μονόλογοι παραμένουν απολύτως ελεγχόμενοι από τη δραματουργική τους λειτουργία.

Αυτό είναι, κατά τον Ευαγγελάτο, το γνώρισμα κάθε μεγάλου θεάτρου.

Δεν φωνάζει, δεν κραυγάζει, δεν επιβάλλεται στον θεατή. Τον οδηγεί μόνο του στην ανακάλυψη.

Ένα μάθημα ερμηνείας των κλασικών

Όσοι παρακολούθησαν εκείνη τη διάλεξη δεν άκουσαν απλώς μια ανάλυση δύο έργων.

Παρακολούθησαν έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες σκηνοθέτες να ξεδιπλώνει τη μέθοδό του απέναντι στα μεγάλα κείμενα.

Ο Ευαγγελάτος δεν αναζητούσε ποτέ εύκολους συμβολισμούς ούτε επιδίωκε να "εκσυγχρονίσει" τεχνητά τους κλασικούς.

Πίστευε ότι τα μεγάλα έργα δεν χρειάζονται επικαιροποίηση.Χρειάζονται κατανόηση.

Όσο βαθύτερα εισχωρεί κανείς στον Αισχύλο ή στον Σαίξπηρ, τόσο περισσότερο ανακαλύπτει ότι οι άνθρωποι αλλάζουν πολύ λιγότερο απ’ όσο πιστεύουν.

Οι εποχές αλλάζουν. Τα κοστούμια αλλάζουν. Οι πολιτείες αλλάζουν.

Η ανθρώπινη αγωνία όμως παραμένει εντυπωσιακά ίδια.

Ίσως αυτή να ήταν και η ουσιαστικότερη παρακαταθήκη εκείνης της βραδιάς στην Ακαδημία: η υπενθύμιση ότι το κλασικό θέατρο δεν αποτελεί μουσειακό απολίθωμα, αλλά έναν ζωντανό διάλογο που συνεχίζεται αδιάκοπα ανάμεσα στους μεγάλους δημιουργούς, στους ανθρώπους του θεάτρου και στους θεατές κάθε νέας εποχής.

Add comment

Comments

There are no comments yet.