Τα βρετανικά πανεπιστήμια βρίσκονται αντιμέτωπα με μια από τις σοβαρότερες οικονομικές κρίσεις των τελευταίων ετών, καθώς η απότομη μείωση των διεθνών φοιτητών στερεί από τον κλάδο μια κρίσιμη πηγή εσόδων και αυξάνει τον κίνδυνο περικοπών σε προσωπικό, προγράμματα σπουδών και πανεπιστημιακές υποδομές.
Η νέα εικόνα προκαλεί έντονη ανησυχία στους πρυτάνεις και στους επικεφαλής των μεγαλύτερων πανεπιστημιακών οργανισμών της χώρας, οι οποίοι καλούν την κυβέρνηση να επανεξετάσει την επιβάρυνση που έχει επιβληθεί στα δίδακτρα των ξένων φοιτητών.
Η προειδοποίηση είναι πλέον σαφής: εάν η πτώση των διεθνών εγγραφών συνεχιστεί, ορισμένα ιδρύματα μπορεί να οδηγηθούν ακόμη και σε οικονομική κατάρρευση.
Πτώση 11% στις αιτήσεις φοιτητικής βίζας
Σύμφωνα με στοιχεία του βρετανικού υπουργείου Εσωτερικών, οι αιτήσεις για φοιτητική βίζα μέχρι το τέλος Ιουλίου μειώθηκαν κατά 11% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Η εξέλιξη θεωρείται ιδιαίτερα ανησυχητική, καθώς οι καλοκαιρινοί μήνες αποτελούν κρίσιμη περίοδο για την έκδοση θεωρήσεων ενόψει της έναρξης του νέου ακαδημαϊκού έτους το φθινόπωρο.
Εάν η τάση συνεχιστεί, πολλά βρετανικά πανεπιστήμια αναμένεται να χάσουν σημαντικό μέρος των εσόδων τους.
Ορισμένα ιδρύματα φοβούνται ότι οι διεθνείς εγγραφές θα μπορούσαν να μειωθούν ακόμη και κατά 30%.
«Κάθε πέντε ξένοι φοιτητές αντιστοιχούν σε μία πανεπιστημιακή θέση εργασίας»
Ο καθηγητής Shitij Kapur, πρύτανης του King’s College London, προειδοποίησε ότι η πτώση των ξένων φοιτητών κινείται "σύμφωνα με τις πιο απαισιόδοξες προβλέψεις".
Όπως εξήγησε, η πραγματική εικόνα θα γίνει σαφέστερη τον Οκτώβριο, όταν ολοκληρωθούν οι εγγραφές του νέου ακαδημαϊκού έτους.
Ωστόσο, έδωσε μια ιδιαίτερα χαρακτηριστική αναλογία: για κάθε πέντε διεθνείς φοιτητές που χάνονται, κινδυνεύει περίπου μία θέση εργασίας σε πανεπιστήμιο.
Η μείωση των ξένων φοιτητών, σύμφωνα με τον ίδιο, θα επηρεάσει άμεσα τόσο τη χρηματοοικονομική κατάσταση των ιδρυμάτων όσο και τον αριθμό του προσωπικού τους.
Οι Βρετανοί μαθητές εξακολουθούν να θέλουν πανεπιστήμιο
Η εικόνα είναι πάντως εντελώς διαφορετική όσον αφορά τους εγχώριους φοιτητές.
Παρά τις ανησυχίες γύρω από τα φοιτητικά δάνεια, το κόστος ζωής και τις προοπτικές απασχόλησης των αποφοίτων, η επιθυμία των νέων Βρετανών να σπουδάσουν παραμένει ιδιαίτερα ισχυρή.
Φέτος, αριθμός-ρεκόρ 194.800 δεκαοκτάχρονων στην Αγγλία εξασφάλισαν θέση στην πρώτη τους επιλογή πανεπιστημίου.
Αυτό όμως δεν αρκεί για να κλείσει τη χρηματοδοτική τρύπα.
Ο λόγος είναι απλός: οι Βρετανοί φοιτητές πληρώνουν πολύ χαμηλότερα δίδακτρα από τους διεθνείς.
Οκτώ χρόνια παγωμένων διδάκτρων
Η οικονομική πίεση δεν ξεκίνησε φέτος.
Τα δίδακτρα για τους Βρετανούς προπτυχιακούς φοιτητές παρέμειναν παγωμένα στις 9.250 λίρες τον χρόνο από το 2017 έως το 2025.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο πληθωρισμός μείωσε την πραγματική αξία αυτών των εσόδων κατά περίπου ένα τρίτο.
Με απλά λόγια, τα πανεπιστήμια λάμβαναν το ίδιο ονομαστικό ποσό, αλλά μπορούσαν να αγοράσουν πολύ λιγότερα με αυτό.
Οι αυξήσεις που ακολούθησαν δεν αναμένεται να λύσουν το πρόβλημα, καθώς ένα σημαντικό μέρος τους θα εξανεμιστεί από νέα επιβάρυνση ύψους 925 λιρών ανά διεθνή φοιτητή.
«Υπάρχει κίνδυνος να κλείσει πανεπιστήμιο»
Ο David Willetts, πρώην υπουργός Πανεπιστημίων των Συντηρητικών και ένας από τους βασικούς αρχιτέκτονες του συστήματος υψηλότερων διδάκτρων, προειδοποίησε ότι η κατάσταση έχει γίνει ιδιαίτερα σοβαρή.
Κατά τον ίδιο, υπάρχει πλέον πραγματικός κίνδυνος ένα πανεπιστήμιο να "βρεθεί εκτός λειτουργίας" λόγω οικονομικής κρίσης.
Ωστόσο, επισήμανε ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος μπορεί να μην είναι καν το κλείσιμο ενός ιδρύματος.
Είναι η σταδιακή υποβάθμιση της ποιότητας.
- Λιγότερο προσωπικό.
- Λιγότερα μαθήματα.
- Λιγότερα προγράμματα.
- Περισσότεροι φοιτητές ανά διδάσκοντα.
- Χειρότερες υποδομές.
Αυτό, σύμφωνα με τον Willetts, είναι το πραγματικό κόστος μιας χρόνιας υποχρηματοδότησης.
Ακόμη και τα μεγάλα πανεπιστήμια πιέζονται
Η κρίση δεν αφορά μόνο μικρότερα ή λιγότερο γνωστά πανεπιστήμια.
Ακόμη και μέλη του Russell Group, που περιλαμβάνει ορισμένα από τα σημαντικότερα και πιο ερευνητικά πανεπιστήμια του Ηνωμένου Βασιλείου, αντιμετωπίζουν αυξανόμενες πιέσεις.
Το University of Exeter ανακοίνωσε ότι καταργεί άμεσα προγράμματα Γεωγραφίας στο campus του Penryn στην Κορνουάλη.
Η απόφαση αφορά ακόμη και μαθητές που είχαν υποβάλει αίτηση για εισαγωγή φέτος.
Το πανεπιστήμιο αναγνώρισε ότι η εξέλιξη είναι απογοητευτική τόσο για τους υποψηφίους όσο και για τους εργαζομένους που συνδέονται με τα συγκεκριμένα προγράμματα.
Η κίνηση δείχνει ότι η οικονομική κρίση έχει ήδη αρχίσει να μετατρέπεται σε πραγματικές περικοπές σπουδών.
Τα διεθνή δίδακτρα έγιναν «σωσίβιο»
Τα τελευταία χρόνια, τα βρετανικά πανεπιστήμια στηρίχθηκαν σε μεγάλο βαθμό στους διεθνείς φοιτητές για να αντισταθμίσουν τη στασιμότητα των εγχώριων διδάκτρων.
Οι ξένοι φοιτητές πληρώνουν συχνά πολλαπλάσια ποσά σε σχέση με τους Βρετανούς.
Σε ορισμένα μεταπτυχιακά ή εξειδικευμένα προγράμματα, τα ετήσια δίδακτρα μπορούν να φτάσουν δεκάδες χιλιάδες λίρες.
Τα έσοδα αυτά ουσιαστικά επιδοτούν μεγάλο μέρος της υπόλοιπης πανεπιστημιακής λειτουργίας.
Χρηματοδοτούν:
- έρευνα,
- ακαδημαϊκές θέσεις,
- εργαστήρια,
- βιβλιοθήκες,
- υποτροφίες
και σε σημαντικό βαθμό τη διδασκαλία των ίδιων των Βρετανών φοιτητών.
Γι’ αυτό η μείωση των διεθνών φοιτητών έχει τόσο μεγάλο οικονομικό αντίκτυπο.
Το Ηνωμένο Βασίλειο έχασε ήδη σχεδόν £3 δισ.
Η Libby Hackett, διευθύνουσα σύμβουλος του Russell Group, υποστήριξε ότι τα βρετανικά πανεπιστήμια εξακολουθούν να προσελκύουν εξαιρετικούς φοιτητές από όλο τον κόσμο, αλλά προειδοποίησε ότι διαδοχικές κυβερνητικές αποφάσεις υπονομεύουν αυτή την επιτυχία.
Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση που επικαλείται ο κλάδος, η πτώση των διεθνών φοιτητών έχει ήδη στερήσει από τη βρετανική οικονομία καθαρό οικονομικό όφελος σχεδόν 3 δισ. λιρών.
Και το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τα πανεπιστήμια.
Οι διεθνείς φοιτητές δαπανούν χρήματα σε:
- στέγαση,
- εστίαση,
- μεταφορές,
- λιανεμπόριο,
- τουρισμό
- και τοπικές υπηρεσίες.
Έτσι, η μείωση των εγγραφών επηρεάζει ολόκληρες τοπικές οικονομίες.
Η Βρετανία χάνει έδαφος στον διεθνή ανταγωνισμό
Τα βρετανικά πανεπιστήμια ανταγωνίζονται άμεσα ιδρύματα στις ΗΠΑ, στον Καναδά, στην Αυστραλία και σε όλο και περισσότερες ευρωπαϊκές και ασιατικές χώρες.
Για δεκαετίες, το Ηνωμένο Βασίλειο διέθετε ένα τεράστιο πλεονέκτημα:
- την αγγλική γλώσσα,
- πανεπιστήμια παγκόσμιας φήμης,
- ισχυρή ερευνητική παράδοση
- και σημαντική διεθνή αναγνωρισιμότητα.
Όμως η μεταναστευτική πολιτική, οι αυστηρότεροι κανόνες και το αυξανόμενο κόστος δημιουργούν ένα λιγότερο φιλικό περιβάλλον για ξένους φοιτητές.
Και όταν ένας φοιτητής αποφασίζει να πάει στον Καναδά, στην Αυστραλία ή στις ΗΠΑ αντί στη Βρετανία, δεν χάνεται μόνο ένα έτος διδάκτρων.
Χάνεται πιθανώς ένα ολόκληρο ακαδημαϊκό και οικονομικό οικοσύστημα.
«Οι αριθμοί είναι καμπανάκι για την κυβέρνηση»
Η Vivienne Stern, επικεφαλής της Universities UK, χαρακτήρισε τα στοιχεία για τις φοιτητικές βίζες "wake-up call" για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής.
Υποστήριξε ότι η κυβέρνηση θα μπορούσε να προσφέρει άμεση ανακούφιση απλώς εγκαταλείποντας την ιδέα πρόσθετης φορολόγησης των διδάκτρων των διεθνών φοιτητών.
Αναγνώρισε ότι υπάρχει πολιτική πίεση γύρω από τη μετανάστευση και ότι τα πανεπιστήμια πρέπει να συνεργάζονται με την κυβέρνηση ώστε να αποφεύγονται καταχρήσεις του συστήματος.
Ωστόσο, θεωρεί ότι η πολιτική έχει πλέον οδηγηθεί πολύ μακριά.
Με άλλα λόγια: στην προσπάθειά της να μειώσει τη μετανάστευση, η Βρετανία κινδυνεύει να πλήξει μία από τις σημαντικότερες εξαγωγικές βιομηχανίες της.
Το οικονομικό παράδοξο των ξένων φοιτητών
Εδώ βρίσκεται και το κεντρικό πολιτικό παράδοξο.
Οι διεθνείς φοιτητές καταγράφονται στις μεταναστευτικές στατιστικές.
Για μια κυβέρνηση που θέλει να εμφανίσει μείωση της καθαρής μετανάστευσης, η πτώση τους μπορεί επομένως να θεωρηθεί πολιτική επιτυχία.
Από οικονομική άποψη όμως, αποτελούν μία από τις πιο πολύτιμες ομάδες μεταναστών.
- Έρχονται στη χώρα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
- Καταβάλλουν υψηλά δίδακτρα.
- Καταναλώνουν.
- Στηρίζουν τοπικές οικονομίες.
- Χρηματοδοτούν εμμέσως το βρετανικό εκπαιδευτικό σύστημα.
- Και πολλοί επιστρέφουν στη χώρα τους μετά την ολοκλήρωση των σπουδών τους.
Η μείωσή τους επομένως μπορεί να βελτιώνει έναν πολιτικό δείκτη αλλά να επιδεινώνει έναν οικονομικό.
Η κρίση μπορεί να αλλάξει ολόκληρο τον πανεπιστημιακό χάρτη
Το πρόβλημα για τη βρετανική ανώτατη εκπαίδευση δεν είναι πλέον θεωρητικό.
- Πανεπιστήμια καταργούν ήδη προγράμματα.
- Θέσεις εργασίας χάνονται.
- Προσλήψεις παγώνουν.
- Μαθήματα συγχωνεύονται.
- Τμήματα με μικρό αριθμό φοιτητών επανεξετάζονται.
Και όσο μειώνονται οι διεθνείς εγγραφές, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η πίεση.
Οι ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες είναι συχνά μεταξύ των πρώτων που αντιμετωπίζουν περικοπές, καθώς θεωρούνται οικονομικά δυσκολότερο να διατηρηθούν σε περιόδους περιορισμένων πόρων.
Έτσι, η σημερινή χρηματοδοτική κρίση ενδέχεται να μεταμορφώσει σταδιακά όχι μόνο τον αριθμό των βρετανικών πανεπιστημίων, αλλά και το είδος των σπουδών που αυτά προσφέρουν.
Το μεγάλο δίλημμα της κυβέρνησης
Η βρετανική κυβέρνηση βρίσκεται τελικά μπροστά σε μια δύσκολη επιλογή.
Μπορεί να επιμείνει σε μια αυστηρότερη πολιτική απέναντι στους διεθνείς φοιτητές, επιτυγχάνοντας χαμηλότερους αριθμούς μετανάστευσης.
Ή μπορεί να αναγνωρίσει ότι η ανώτατη εκπαίδευση αποτελεί μια στρατηγική εξαγωγική βιομηχανία με τεράστια οικονομική, ερευνητική και γεωπολιτική αξία.
Η υπουργός Δεξιοτήτων Jacqui Smith αναγνώρισε ότι η κυβέρνηση ανησυχεί για τη σχέση κόστους και ποιότητας των πανεπιστημιακών σπουδών και άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο μελλοντικές αυξήσεις διδάκτρων να συνδέονται με την ποιότητα της διδασκαλίας.
Ωστόσο, ο χρόνος πιέζει.
Εάν οι διεθνείς εγγραφές συνεχίσουν να υποχωρούν κατά διψήφια ποσοστά, η οικονομική προσαρμογή δεν θα είναι πλέον ένα μελλοντικό πρόβλημα.
Θα συμβαίνει ήδη.
Και οι συνέπειες θα γίνονται ορατές όχι μόνο στους ισολογισμούς των πανεπιστημίων αλλά στις αίθουσες διδασκαλίας, στα προγράμματα σπουδών και στις θέσεις εργασίας.
Το βρετανικό πανεπιστημιακό μοντέλο στηρίχθηκε για χρόνια σε μια εύθραυστη ισορροπία: χαμηλά εγχώρια δίδακτρα, υψηλά διεθνή δίδακτρα και διαρκή εισροή φοιτητών από το εξωτερικό.
Τώρα, ένα από τα τρία στηρίγματα αρχίζει να υποχωρεί.
Και εάν δεν αλλάξει κάτι, το ερώτημα σύντομα δεν θα είναι αν τα βρετανικά πανεπιστήμια θα χρειαστεί να κάνουν περικοπές.
Θα είναι πόσο βαθιές θα είναι αυτές οι περικοπές - και ποια πανεπιστήμια θα μπορέσουν τελικά να τις αντέξουν.
Add comment
Comments