Στη Βρετανία κυβερνά η κάλπη ή οι αγορές;

Published on June 25, 2026 at 5:07 PM

Η δημοκρατία υπαγορεύει ότι οι κυβερνήσεις λογοδοτούν στους πολίτες που τις εκλέγουν. Ωστόσο, στη σύγχρονη Βρετανία φαίνεται πως υπάρχει ένα ακόμη εκλογικό σώμα, εξίσου - αν όχι περισσότερο - ισχυρό: οι αγορές ομολόγων.

Όποιος αναλάβει την πρωθυπουργία μετά τον Κιρ Στάρμερ δεν θα χρειαστεί μόνο να εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη των βουλευτών, του εκλογικού σώματος ή των διεθνών συμμάχων της χώρας.

Θα πρέπει πρωτίστως να πείσει τους επενδυτές που χρηματοδοτούν το σχεδόν 3 τρισ. λιρών δημόσιο χρέος του Ηνωμένου Βασιλείου.

Η περίπτωση του φαβορί για τη διαδοχή στην ηγεσία των Εργατικών, Άντι Μπέρναμ, αποτυπώνει καλύτερα από κάθε άλλη τη νέα πραγματικότητα.

Από την αντιπαράθεση με τις αγορές… στον πολιτικό ρεαλισμό

Ως δήμαρχος του Μάντσεστερ, ο Μπέρναμ είχε υιοθετήσει έντονα επικριτική στάση απέναντι στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Σε συνέντευξή του στο New Statesman τον περασμένο Σεπτέμβριο είχε δηλώσει ότι επιθυμεί μια Βρετανία που θα πάψει να βρίσκεται “όμηρος των αγορών ομολόγων”, υποστηρίζοντας πως οι κυβερνήσεις δεν θα έπρεπε να διαμορφώνουν τη δημοσιονομική πολιτική τους με γνώμονα τις διαθέσεις των επενδυτών.

Σήμερα, όμως, καθώς βρίσκεται ένα βήμα πριν από την πρωθυπουργία, η ρητορική του έχει αλλάξει αισθητά.

Μιλώντας πρόσφατα στο ITV News, διαβεβαίωσε ότι στηρίζει πλήρως τους δημοσιονομικούς κανόνες που έχει υιοθετήσει η κυβέρνηση των Εργατικών και ότι στόχος του είναι η σταδιακή μείωση του δημόσιου χρέους.

Ποτέ δεν είπα ότι μπορείς απλώς να αγνοήσεις τις αγορές ομολόγων”, δήλωσε χαρακτηριστικά.

Η μεταστροφή αυτή δεν θεωρείται τυχαία.


Οι αγορές ομολόγων επιβάλλουν πλέον τους κανόνες

Τα τελευταία χρόνια έχει ενισχυθεί η αίσθηση ότι οι πραγματικοί περιορισμοί της οικονομικής πολιτικής δεν τίθενται τόσο από τους εκλογικούς συσχετισμούς όσο από τις αγορές κρατικών ομολόγων.

Ο μηχανισμός είναι απλός. Όταν οι επενδυτές θεωρούν ότι μια κυβέρνηση ακολουθεί υπερβολικά δαπανηρή ή δημοσιονομικά επικίνδυνη πολιτική, αρχίζουν να πωλούν τα κρατικά της ομόλογα.

Η πτώση των τιμών των ομολόγων οδηγεί αυτομάτως σε αύξηση των αποδόσεών τους, δηλαδή του επιτοκίου που πρέπει να πληρώσει το κράτος για να δανειστεί νέα κεφάλαια.

Οι αυξημένες αποδόσεις δεν επηρεάζουν μόνο το Δημόσιο.

Μεταφέρονται σε ολόκληρη την οικονομία, αυξάνοντας το κόστος χρηματοδότησης επιχειρήσεων και νοικοκυριών, ενώ συχνά συμπαρασύρουν ανοδικά και τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων.

Με άλλα λόγια, οι αγορές μπορούν μέσα σε λίγες ώρες να ακυρώσουν έναν κυβερνητικό σχεδιασμό που χρειάστηκε μήνες για να καταρτιστεί.

Η «τιμωρία» της Λιζ Τρας παραμένει νωπή

Η Βρετανία διαθέτει πλέον ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο γρήγορα μπορούν να αντιδράσουν οι επενδυτές. Το φθινόπωρο του 2022, η τότε πρωθυπουργός Λιζ Τρας παρουσίασε ένα φιλόδοξο σχέδιο μεγάλων φορολογικών μειώσεων χωρίς αντίστοιχα μέτρα χρηματοδότησης.

Οι αγορές αντέδρασαν άμεσα. Τα βρετανικά ομόλογα κατέρρευσαν, οι αποδόσεις εκτινάχθηκαν και η κυβέρνηση υποχρεώθηκε μέσα σε λίγες ημέρες σε πλήρη αναδίπλωση.

Η πολιτική ζημιά αποδείχθηκε μη αναστρέψιμη.

Η Τρας παραιτήθηκε έπειτα από μόλις 49 ημέρες στην πρωθυπουργία, καταγράφοντας τη συντομότερη θητεία στην ιστορία του Ηνωμένου Βασιλείου.

Από τότε, κάθε κυβέρνηση γνωρίζει ότι η εμπιστοσύνη των αγορών αποτελεί προϋπόθεση πολιτικής επιβίωσης.

Το τεράστιο βάρος του δημόσιου χρέους

Το δημόσιο χρέος του Ηνωμένου Βασιλείου ανέρχεται πλέον στα 2,98 τρισ. λίρες, επίπεδο που αντιστοιχεί περίπου στο 95% του ΑΕΠ.

Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του χρέους δημιουργήθηκε μέσα από τρεις διαδοχικές κρίσεις:

  • τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση του 2008,
  • την πανδημία της Covid-19,
  • την ενεργειακή κρίση που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Παρότι το ποσοστό του χρέους είναι χαμηλότερο από εκείνο της Γαλλίας ή των Ηνωμένων Πολιτειών, η Βρετανία πληρώνει σήμερα υψηλότερο επιτόκιο για τον δεκαετή δανεισμό της.

Το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους έχει φθάσει τα 110 δισ. λίρες ετησίως, ποσό μεγαλύτερο ακόμη και από τις συνολικές αμυντικές δαπάνες της χώρας.

Η κρίση στη Μέση Ανατολή επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση

Οι αποδόσεις των βρετανικών ομολόγων αυξήθηκαν σημαντικά μέσα στο 2026.

Η απόδοση του δεκαετούς τίτλου ξεπέρασε προσωρινά το 4,9%, το υψηλότερο επίπεδο από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.

Οι οικονομολόγοι αποδίδουν μεγάλο μέρος της ανόδου στον πόλεμο μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ισραήλ και Ιράν. Η αύξηση των τιμών της ενέργειας ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις, αυξάνοντας την πιθανότητα νέων αυξήσεων επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες.

Οι επενδυτές, αναμένοντας υψηλότερες αποδόσεις στο μέλλον, εγκαταλείπουν τα παλαιότερα ομόλογα, πιέζοντας ακόμη περισσότερο το κόστος δανεισμού.

Η Βρετανία θεωρείται ιδιαίτερα ευάλωτη στις ενεργειακές αναταράξεις, καθώς παραμένει μεγάλος εισαγωγέας φυσικού αερίου, το οποίο εξακολουθεί να επηρεάζει καθοριστικά τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.

Τα φιλόδοξα σχέδια του Μπέρναμ προκαλούν ανησυχία

Παρά τη στροφή του προς πιο μετριοπαθή δημοσιονομική ρητορική, ο Μπέρναμ εξακολουθεί να υποστηρίζει σημαντικές κρατικές παρεμβάσεις.

Μεταξύ άλλων έχει ταχθεί υπέρ της μεγαλύτερης δημόσιας συμμετοχής σε κρίσιμους τομείς όπως:

  • η ύδρευση,
  • η στέγαση,
  • η ενέργεια.

Μόνο η επαναφορά της βιομηχανίας ύδρευσης υπό δημόσιο έλεγχο εκτιμάται ότι θα απαιτούσε περίπου 100 δισ. λίρες, σύμφωνα με υπολογισμούς του βρετανικού Υπουργείου Περιβάλλοντος.

Το πώς θα χρηματοδοτηθούν τέτοιες πολιτικές χωρίς να διαταραχθεί η δημοσιονομική ισορροπία παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα που απασχολούν σήμερα τις αγορές.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ποιος θα αναλάβει το Υπουργείο Οικονομικών, καθώς οι επενδυτές θεωρούν σχεδόν βέβαιη την αντικατάσταση της Ρέιτσελ Ριβς σε περίπτωση ανάληψης της πρωθυπουργίας από τον Μπέρναμ.

Οι αγορές έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη ισχύ από τους δημοσιονομικούς κανόνες

Οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι η σχέση πολιτικής και χρηματοπιστωτικών αγορών έχει αλλάξει δραματικά μετά την κρίση του 2022.

Σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομολόγο αγορών της Capital Economics, Γιόνας Γκόλτερμαν, οι αγορές ομολόγων αποτελούν πλέον τον βασικότερο περιορισμό κάθε κυβέρνησης.

Όπως σημειώνει, όταν ένα κράτος χρωστά σχεδόν 3 τρισ. λίρες, είναι αναπόφευκτο να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από εκείνους που χρηματοδοτούν αυτό το χρέος.

Η πραγματικότητα αυτή σημαίνει ότι κάθε νέα κυβέρνηση μπορεί να εκλέγεται από τους πολίτες, αλλά η αξιοπιστία της κρίνεται καθημερινά από τις αγορές.

Η νέα εποχή της οικονομικής πολιτικής

Η περίπτωση της Βρετανίας αναδεικνύει μια ευρύτερη μεταβολή που αφορά όλες σχεδόν τις ανεπτυγμένες οικονομίες.

Τα υψηλά δημόσια χρέη, τα αυξημένα επιτόκια και οι γεωπολιτικές εντάσεις έχουν περιορίσει σημαντικά τα περιθώρια άσκησης επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής.

Στην πράξη, κάθε κυβέρνηση που επιθυμεί να εφαρμόσει δαπανηρά προγράμματα κοινωνικής πολιτικής ή μεγάλες φορολογικές μειώσεις καλείται πλέον να εξασφαλίσει πρώτα τη συγκατάθεση των επενδυτών.

Με άλλα λόγια, η πολιτική νομιμοποίηση εξακολουθεί να παρέχεται από την κάλπη.

Η οικονομική, όμως, εξακολουθεί να περνά από την αγορά ομολόγων.

 

 

Anna Cooban (CNN)

Απόδοση/Προσαρμογή: Μ.Κ.

Add comment

Comments

There are no comments yet.