Η «τρέλα» του εμπορικού πολέμου του Trump με τον Καναδά – Γιατί χτυπά τους συμμάχους ενώ ο πραγματικός αντίπαλος είναι η Κίνα

Published on August 25, 2026 at 7:20 PM

Η μεγαλύτερη απειλή για την αμερικανική μεταποίηση δεν βρίσκεται στον Καναδά αλλά στην Κίνα. Κι όμως, η κυβέρνηση Trump κλιμακώνει έναν εμπορικό πόλεμο με έναν από τους στενότερους συμμάχους των ΗΠΑ, την ώρα που το Πεκίνο κυριαρχεί σε κρίσιμους βιομηχανικούς κλάδους

Από τον  | Unherd

Απόδοση – δημοσιογραφική επιμέλεια: Γ.Π. | Greece2Day

Υπάρχει ένα θεμελιώδες παράδοξο στη σημερινή αμερικανική εμπορική πολιτική. Η μεγαλύτερη πρόκληση για την αμερικανική βιομηχανία και τις εξαγωγές των Ηνωμένων Πολιτειών προέρχεται αναμφισβήτητα από την Κίνα.

Το Πεκίνο έχει ξεπεράσει κατά πολύ τις ΗΠΑ σε συνολική βιομηχανική παραγωγή και ανταγωνίζεται πλέον την Ουάσιγκτον σε έναν νέο, πολυδιάστατο Ψυχρό Πόλεμο: εμπόριο, τεχνολογία, στρατιωτική ισχύς, γεωπολιτικές συγκρούσεις και πλέον ακόμη και στο Διάστημα.

Και όμως, αντί η κυβέρνηση Trump να συγκεντρώνει τις δυνάμεις της στην αντιμετώπιση της κινεζικής βιομηχανικής ισχύος, επιλέγει να ανοίγει εμπορικά μέτωπα με παραδοσιακούς φίλους και συμμάχους των ΗΠΑ - με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον Καναδά. 

Το ερώτημα είναι απλό: γιατί η Ουάσιγκτον πιέζει τους συμμάχους της, διακινδυνεύοντας ταυτόχρονα νέες πληθωριστικές πιέσεις, ενώ εμφανίζεται πολύ πιο διαλλακτική απέναντι στον πραγματικό στρατηγικό ανταγωνιστή της;

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων ΗΠΑ – Καναδά

Οι εμπορικές συνομιλίες ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Οτάβα κατέρρευσαν δραματικά, με τις δύο πλευρές να συγκρούονται για μια σειρά προϊόντων και βιομηχανιών: αυτοκίνητα, ξυλεία, κόντρα πλακέ, ενδύματα, γαλακτοκομικά και αλκοολούχα ποτά.

Το παράδοξο είναι ότι οι περισσότερες από αυτές τις διαφορές δύσκολα μπορούν να χαρακτηριστούν στρατηγικής σημασίας για την αμερικανική ισχύ.

Η αυτοκινητοβιομηχανία αποτελεί ασφαλώς κρίσιμο βιομηχανικό κλάδο. Όμως οι αμερικανοκαναδικές διαφωνίες αφορούν σε μεγάλο βαθμό το πού θα βρίσκονται συγκεκριμένα τμήματα των εφοδιαστικών αλυσίδων μέσα σε μια ήδη βαθιά ενοποιημένη βορειοαμερικανική αγορά.

Γαλακτοκομικά, αλκοολούχα ποτά ή κόντρα πλακέ, από την άλλη, δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν κλάδοι από τους οποίους εξαρτάται η στρατιωτική και τεχνολογική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών. 

Την ίδια στιγμή, η πραγματική βιομηχανική ανατροπή συντελείται στην άλλη πλευρά του Ειρηνικού.

Κίνα: Από το 9% στο 28% της παγκόσμιας μεταποίησης

Οι αριθμοί είναι εντυπωσιακοί. Το 2004 η Κίνα αντιπροσώπευε περίπου 9% της παγκόσμιας μεταποιητικής παραγωγής.

Μέχρι το 2023, το ποσοστό είχε εκτοξευθεί στο: 28%

Η κινεζική μεταποιητική παραγωγή είχε φτάσει έτσι σε μέγεθος μεγαλύτερο από την αντίστοιχη παραγωγή ΗΠΑ, Ιαπωνίας και Γερμανίας μαζί.  Και εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες αλλαγές που έχουν πραγματοποιηθεί στην παγκόσμια οικονομία τις τελευταίες δεκαετίες.

Η Κίνα δεν είναι πλέον απλώς το εργοστάσιο φθηνών καταναλωτικών προϊόντων της Δύσης.

Η εποχή κατά την οποία η κινεζική βιομηχανία ταυτιζόταν με υφάσματα, παιχνίδια και προϊόντα χαμηλής προστιθέμενης αξίας έχει παρέλθει. Με τη βοήθεια μιας επιθετικής κρατικής βιομηχανικής και εμπορικής πολιτικής, το Πεκίνο έχει μετακινηθεί προς υψηλής τεχνολογίας και στρατηγικούς κλάδους.

Η νέα βιομηχανική αυτοκρατορία της Κίνας

Στα ηλεκτρονικά, η Κίνα κατέχει περίπου 32% των παγκόσμιων εξαγωγών, έναντι μόλις 5% των Ηνωμένων Πολιτειών.

Στην αυτοκινητοβιομηχανία έχει εξελιχθεί στον μεγαλύτερο παραγωγό αυτοκινήτων στον κόσμο, αντιπροσωπεύοντας περίπου το ένα τρίτο της παγκόσμιας παραγωγήςΣτη ναυπήγηση πλοίων η κινεζική κυριαρχία είναι ακόμη μεγαλύτερη, με μερίδιο που φτάνει περίπου στο 56% της παγκόσμιας ναυπηγικής παραγωγής.

Και στα dronesέναν κλάδο με προφανή πολιτική αλλά και στρατιωτική σημασία – οι Κινέζοι κατασκευαστές εκτιμάται ότι ελέγχουν περίπου 80%-90% της παγκόσμιας παραγωγής. 

Η αντίθεση είναι εντυπωσιακή. Ενώ η Κίνα δημιουργεί δεσπόζουσα θέση σε τεχνολογίες που θα μπορούσαν να καθορίσουν την οικονομική και στρατιωτική ισορροπία του 21ου αιώνα, η Ουάσιγκτον συγκρούεται με την Οτάβα για ξυλεία και γαλακτοκομικά.

Το πραγματικό «όπλο» της Κίνας: Οι σπάνιες γαίες

Υπάρχει όμως ένας τομέας ακόμη σημαντικότερος. Η Κίνα ελέγχει περίπου 90% της επεξεργασίας σπάνιων γαιών, υλικών απαραίτητων για προηγμένες τεχνολογικές και βιομηχανικές εφαρμογές.

Και το Πεκίνο έχει ήδη δείξει ότι είναι διατεθειμένο να χρησιμοποιήσει αυτή τη δεσπόζουσα θέση ως γεωπολιτικό όπλο.

Μετά τις ανακοινώσεις Trump για τους δασμούς της λεγόμενης "Liberation Day" τον Απρίλιο του 2025, η Κίνα επέβαλε περιορισμούς στις εξαγωγές σειράς κρίσιμων ορυκτών από τα οποία εξαρτώνται αμερικανικές και συμμαχικές βιομηχανίες – ακόμη και στον αμυντικό τομέα. 

Αυτό είναι ακριβώς το είδος οικονομικής εξάρτησης που θα έπρεπε να βρίσκεται στο επίκεντρο της αμερικανικής εμπορικής στρατηγικής.


Η συμφωνία του Trump με το Πεκίνο

Αντί για σκληρή αποσύνδεση, όμως, η κυβέρνηση Trump επέλεξε τη διαπραγμάτευση.

Στη συνάντηση του Αμερικανού προέδρου με τον Xi Jinping στο Πεκίνο, η Κίνα δεσμεύθηκε να αντιμετωπίσει τις αμερικανικές ανησυχίες για τις ελλείψεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες σπάνιων γαιών και κρίσιμων ορυκτών.

Σε αντάλλαγμα, η κινεζική πλευρά δεσμεύθηκε, σύμφωνα με το άρθρο, για αγορά 200 αεροσκαφών Boeing, καθώς και για μεγαλύτερες εισαγωγές αμερικανικού βοδινού και πουλερικών. 

Το πρόβλημα είναι ότι η Κίνα μπορεί να προσφέρει περισσότερες αγορές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων, ενώ παράλληλα διατηρεί ή ενισχύει το πλεονέκτημά της στους πολύ σημαντικότερους βιομηχανικούς και τεχνολογικούς κλάδους.

Το παλιό παιχνίδι: Αγόρασε αμερικανική σόγια, κράτησε την υψηλή τεχνολογία

Το μοντέλο δεν είναι καινούργιο. Παρόμοια στρατηγική ακολούθησαν επί δεκαετίες ασιατικές εμπορικές δυνάμεις.

Γνωρίζοντας την πολιτική ισχύ του αγροτικού λόμπι στις ΗΠΑ και τη συγκριτικά μικρότερη επιρροή της αμερικανικής μεταποίησης, μπορούσαν να προσφέρουν περισσότερες αγορές σόγιας, βοδινού, χοιρινού ή άλλων αγροτικών προϊόντων, εξασφαλίζοντας σε αντάλλαγμα μικρότερη αμερικανική αντίδραση απέναντι στη βιομηχανική πολιτική τους.

Αυτή η ανταλλαγή είναι στρατηγικά λανθασμένη.

Οι ΗΠΑ κινδυνεύουν να πανηγυρίζουν επειδή πουλούν περισσότερα αγροτικά προϊόντα, την ώρα που χάνουν έδαφος στις βιομηχανίες που θα καθορίσουν την τεχνολογική και στρατιωτική ισχύ του μέλλοντος. 

Τι θα έπρεπε να κάνει η Αμερική

Το πρόβλημα συνοψίζεται σε μία βασική αρχή: Στρατηγική σημαίνει επιλογή προτεραιοτήτων.

Οι σημερινές προτεραιότητες της Ουάσιγκτον είναι σχεδόν ανεστραμμένες. Μια συνεκτική αμερικανική εμπορική στρατηγική θα έπρεπε να στηρίζεται σε δύο βασικούς άξονες.

Πρώτον, σε πολύ βαθύτερη οικονομική και βιομηχανική αποσύνδεση από την Κίνα, ιδιαίτερα στους στρατηγικούς κλάδους.

Δεύτερον, στη δημιουργία μιας μεγάλης συμμαχικής βιομηχανικής βάσης μαζί με χώρες της Ευρώπης και της Ασίας, ώστε οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους να αποκτήσουν τις οικονομίες κλίμακας που απαιτούνται για να ανταγωνιστούν την κινεζική παραγωγική μηχανή.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ακόμη και πραγματικές εμπορικές διαφορές με τον Καναδά θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται διακριτικά και να υποτάσσονται στον μεγαλύτερο στρατηγικό στόχο: λιγότερη εξάρτηση από την Κίνα και μεγαλύτερη συνοχή μεταξύ των δυτικών συμμάχων. 

Το πρόβλημα της πολιτικής Trump

Η κριτική δεν στρέφεται εναντίον των δασμών ως οικονομικού εργαλείου. Το αντίθετο.

Οι δασμοί μπορούν να αποτελέσουν νόμιμο εργαλείο οικονομικής στρατηγικής, αρκεί να υπηρετούν έναν συγκεκριμένο και συνεκτικό στόχο. Το πρόβλημα είναι ότι η εμπορική πολιτική του Trump, έχει γίνει προσωποκεντρική, απρόβλεπτη και τελικά αντιφατική.

Αντί να αποκαταστήσει τους δασμούς ως εργαλείο αμερικανικής οικονομικής ισχύος, κινδυνεύει να τους απαξιώσει στα μάτια των ίδιων των Αμερικανών. Και υπάρχουν ήδη ενδείξεις γι’ αυτό.

Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει το UnHerd, το ποσοστό των Αμερικανών που τάσσονται υπέρ του παγκόσμιου ελεύθερου εμπορίου αυξήθηκε από 35% το 2024 σε 55%, ενώ ακόμη και μεταξύ των Ρεπουμπλικανών η υποστήριξη αυξήθηκε από 20% σε 34%. 

Το μεγάλο παράδοξο της στρατηγικής Trump

Η ουσία της κριτικής είναι επομένως βαθύτερη από μια ακόμη διαφωνία για τους δασμούς. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν έναν ιστορικό μετασχηματισμό της παγκόσμιας παραγωγής.

Η Κίνα έχει ήδη αποκτήσει κυρίαρχη θέση στη μεταποίηση, στα ηλεκτρονικά, στη ναυπηγική, στα drones και στην επεξεργασία κρίσιμων ορυκτών. Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η λογική στρατηγική για την Ουάσιγκτον θα ήταν να συσπειρώσει τους συμμάχους της και να περιορίσει τις στρατηγικές εξαρτήσεις από το Πεκίνο.

Η κυβέρνηση Trump κάνει ακριβώς το αντίθετο: ανοίγει μέτωπα με συμμάχους όπως ο Καναδάς, ενώ αναζητά επιμέρους συμβιβασμούς με την Κίνα.

Και αυτό είναι το πραγματικό νόημα της «τρέλας» που περιγράφει ο τίτλος του άρθρου. Δεν είναι ότι η Αμερική χρησιμοποιεί δασμούς.

Είναι ότι κινδυνεύει να χρησιμοποιεί το σωστό όπλο εναντίον του λάθος αντιπάλου. 

Add comment

Comments

There are no comments yet.