Από τη δημόσια πολιτική συζήτηση στην Ελλάδα και τους όρους με τους οποίους αυτή διεξάγεται, προκύπτει για μία ακόμη φορά η διαπίστωση: εδώ καράβια χάνονται, βαρκούλες αρμενίζουν.
Όσα εξελίσσονται στο διεθνές πεδίο, κάποια από αυτά όχι πολύ μακριά μας, άλλα απειλητικά κοντά, έχουν χαρακτήρα κοσμογονίας, η οποία, ενώ συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας, δεν γίνεται κατανοητή όπως και όσο θα έπρεπε.
Δεν είναι μόνο οι γεωπολιτικές ανατροπές και η ματαίωση των βεβαιοτήτων, δεν είναι απλώς οι βραχυπρόθεσμες οικονομικές και όποιες άλλες επιπτώσεις, ούτε καν οι πληθωριστικές πιέσεις και η ενεργειακή ανασφάλεια.
Αυτά που συμβαίνουν και όσα θα προκύψουν ως αλυσιδωτές αντιδράσεις στη διαδικασία διαμόρφωσης του “θαυμαστού νέου κόσμου” απαιτούν και προϋποθέτουν γενναίες αναθεωρήσεις, προσαρμογές πολιτικής σκέψης και στρατηγικής, αναπροσανατολισμούς εθνικών προτεραιοτήτων, πιθανώς και ανατροπές δογμάτων και παγιωμένων θέσεων.
Στον βαθμό που όλα αυτά αφορούν την Ελλάδα - και την αφορούν - το πρώτο πεδίο δοκιμασίας είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση. Και σε αυτό έχει ήδη ξεκινήσει μια διαδικασία που ελάχιστα απασχολεί την άτσαλη και εκτός θέματος δημόσια συζήτηση.
Διαβάστε ακόμα: Ποιος ψηφίζει για τζάμπα εισιτήρια στο λεωφορείο;
Ενόψει των προκλήσεων της νέας, αβέβαιης και (σίγουρα) ταραγμένης περιόδου, έχει ξεκινήσει επισήμως η ευρωπαϊκή συζήτηση για τον προϋπολογισμό της Ένωσης για την περίοδο 2028-2034. Η εσωτερική διαπραγμάτευση προμηνύεται δυσκολότερη από ποτέ, έχει υπαρξιακά χαρακτηριστικά και θα κρίνει ουσιαστικά την δυνατότητα της ΕΕ να συνεχίσει να υπάρχει, έστω και με τα γνωστά της προβλήματα, στο διάστημα των προσεχών, όχι πολύ μακρινών, δεκαετιών.
Διπλωμάτες και πολιτικοί παράγοντες το προεξοφλούν: η συζήτηση που ξεκίνησε στη Σύνοδο Κορυφής της Πέμπτης (18/6) δεν θα ολοκληρωθεί ούτε σύντομα ούτε εύκολα. Θα διχάσει, θα προκαλέσει εντάσεις, θα δείξει ποιος είναι με ποιον και θα επηρεαστεί από τους επιμέρους εσωτερικούς συσχετισμούς και τις εκλογικές αναμετρήσεις στα κράτη -μέλη.
Και μόνο να σκεφτεί κανείς ότι για το 2027 είναι προγραμματισμένες κρίσιμες εκλογές στη Γαλλία, στην Ιταλία, στην Ισπανία, στην Πολωνία και (πιθανώς) στην Ελλάδα, αποκτά μια εικόνα για το πώς αυτές οι εκκρεμότητες είναι πιθανό, έως και βέβαιο, να επιδράσουν στην συζήτηση για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της ΕΕ - μιλάμε για περίπου €2 τρισ.
Οι εκλογικές εκκρεμότητες των μεγάλων χωρών ομολογείται ότι ήδη επηρεάζουν την ατμόσφαιρα της συζήτησης, ειδικά αν σκεφτεί κανείς την προοπτική επικράτησης της Ακροδεξιάς στη Γαλλία, στις εκλογές της άνοιξης του 2027. Υπό αυτό το πρίσμα, προφανώς και έχει νόημα να αναλογιστεί κανείς πώς είναι δυνατόν να μην αφορά αυτή η συζήτηση την Ελλάδα.
Όχι μόνο ως προς το ποιος θα μετέχει εκ μέρους της χώρας στην ευρωπαϊκή διαπραγμάτευση, αλλά και για το ποιος τελικά θα ασκήσει ως Πρωθυπουργός την προεδρία του Συμβουλίου στο δεύτερο εξάμηνο του 2027, που πιθανολογείται βάσιμα ότι θα είναι και το πιο κρίσιμο.
Θα έχουν προηγηθεί οι προεδρίες της Ιρλανδίας (β’ εξάμηνο 2026) και της Λιθουανίας (α’ εξάμηνο 2027). Το παράδοξο είναι ότι, ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ήδη αναδείξει το συγκεκριμένο ζήτημα ως ένα από τα διλήμματα των εκλογών, δεν το έχει κάνει κανένας άλλος από όσους διεκδικούν, έστω και με κάποια υπερβολική αισιοδοξία, την εκλογική νίκη.
Δεν διεκδικεί την εκλογική νίκη με την προεδρία ή κάποιον ρόλο σε αυτήν ως επίδικο, ούτε ο Τσίπρας ούτε ο Ανδρουλάκης. Την ίδια στιγμή, το σίγουρο είναι (και ομολογείται παρασκηνιακώς) ότι και την Ένωση την ενδιαφέρει ποιοι θα είναι οι συνομιλητές στα τραπέζια των δύσκολων συζητήσεων των επόμενων μηνών και τι θα εκπροσωπούν, τι θα διεκδικούν και με ποια διάθεση θα προσέλθουν.
Μπορεί αυτή η παράμετρος να επηρεάσει εκλογικά αποτελέσματα και ειδικά στην Ελλάδα; Ενδεχομένως όχι, ή πάντως όχι για κάποια σαρωτική πλειοψηφία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν έχει σημασία - το αντίθετο: έχει περισσότερη από όση νομίζουμε.
Add comment
Comments