ΗΠΑ: Το κόστος δανεισμού εκτοξεύθηκε σε υψηλό 25ετίας

Published on June 15, 2026 at 2:24 AM

Το αμερικανικό Δημόσιο βρίσκεται αντιμέτωπο με το υψηλότερο κόστος μακροπρόθεσμου δανεισμού εδώ και ένα τέταρτο του αιώνα, καθώς οι επενδυτές απαιτούν ολοένα υψηλότερες αποδόσεις για να χρηματοδοτήσουν ένα ομοσπονδιακό χρέος που πλησιάζει πλέον τα $40 τρισ..

Η εξέλιξη επαναφέρει στο επίκεντρο ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της αμερικανικής οικονομίας: όχι μόνο το τεράστιο ύψος του χρέους, αλλά και το πόσο ακριβή γίνεται πλέον η εξυπηρέτησή του.

Στην τελευταία δημοπρασία 30ετών αμερικανικών κρατικών ομολόγων, η Ουάσιγκτον αναγκάστηκε να προσφέρει απόδοση έως 5,22%, το υψηλότερο επίπεδο από τον Αύγουστο του 2001. Στην προηγούμενη αντίστοιχη δημοπρασία, τον Ιούλιο, η απόδοση είχε διαμορφωθεί στο 5,06%. 

Η εξέλιξη αποτελεί ένα ακόμη προειδοποιητικό σήμα για τη δημοσιονομική κατάσταση των ΗΠΑ, σε μια περίοδο κατά την οποία οι αγορές εμφανίζονται όλο και περισσότερο προβληματισμένες για τον συνδυασμό υψηλού χρέους, επίμονου πληθωρισμού και τεράστιων χρηματοδοτικών αναγκών.

Οι επενδυτές ζητούν μεγαλύτερο «ασφάλιστρο»

Για δεκαετίες, τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα αποτελούσαν το κατεξοχήν ασφαλές καταφύγιο του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Αυτό δεν έχει αλλάξει θεμελιωδώς. Αλλά κάτι σημαντικό μεταβάλλεται: οι επενδυτές ζητούν πλέον μεγαλύτερη ανταμοιβή για να δεσμεύσουν τα κεφάλαιά τους στην αμερικανική κυβέρνηση για 20 ή 30 χρόνια.

Ένας επενδυτής που αγοράζει σήμερα ένα 30ετές Treasury αναλαμβάνει τον κίνδυνο ότι, μέσα στις επόμενες τρεις δεκαετίες, ο πληθωρισμός θα παραμείνει υψηλότερος, τα επιτόκια θα κινηθούν ανοδικά ή η δημοσιονομική κατάσταση των ΗΠΑ θα επιδεινωθεί περαιτέρω.

Και για αυτούς τους κινδύνους ζητά υψηλότερη απόδοση.

Το πρόβλημα για την Ουάσιγκτον είναι ότι αυτή η μεταβολή έρχεται ακριβώς τη στιγμή που πρέπει να δανείζεται τεράστια ποσά.

Το χρέος πλησιάζει τα $40 τρισ.

Το συνολικό ομοσπονδιακό χρέος των ΗΠΑ βρίσκεται πλέον κοντά στο ψυχολογικό όριο των $40 τρισ., ενώ το χρέος που βρίσκεται στα χέρια του κοινού ξεπέρασε το μέγεθος της αμερικανικής οικονομίας κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026. 

Οι μακροπρόθεσμες προβλέψεις είναι ακόμη πιο ανησυχητικές.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Congressional Budget Office που επικαλούνται τα δημοσιεύματα, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αναμένεται να ξεπεράσει μέχρι το τέλος της δεκαετίας το μεταπολεμικό ιστορικό υψηλό του 106%, ενώ έως το 2036 θα μπορούσε να φθάσει περίπου στο 120% του ΑΕΠ. 

Όμως το πραγματικό πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στο μέγεθος του χρέους.

Βρίσκεται στο επιτόκιο με το οποίο αυτό αναχρηματοδοτείται.

Η εποχή του φθηνού χρήματος τελείωσε

Για πολλά χρόνια μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, η αμερικανική κυβέρνηση μπορούσε να χρηματοδοτεί τεράστια ελλείμματα με εξαιρετικά χαμηλό κόστος.

Αυτό επέτρεψε στην Ουάσιγκτον να αυξάνει το χρέος χωρίς οι τόκοι να προκαλούν άμεσα ασφυκτικές πιέσεις στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό.

Η κατάσταση πλέον έχει αντιστραφεί.

Καθώς παλαιότερα ομόλογα με χαμηλά κουπόνια λήγουν, πρέπει να αντικατασταθούν από νέα, τα οποία εκδίδονται με σημαντικά υψηλότερα επιτόκια.

Έτσι, ακόμη και εάν το χρέος σταματούσε υποθετικά να αυξάνεται με τον σημερινό ρυθμό, το κόστος εξυπηρέτησής του θα μπορούσε να συνεχίσει να ανεβαίνει.

Οι ΗΠΑ δαπανούν ήδη περισσότερα για τόκους του δημοσίου χρέους απ’ ό,τι για την εθνική άμυνα. 

Και αυτό δημιουργεί έναν ιδιαίτερα επικίνδυνο μηχανισμό:

μεγαλύτερο χρέος → περισσότεροι τόκοι → μεγαλύτερα ελλείμματα → περισσότερος δανεισμός → ακόμη μεγαλύτερο χρέος.

Ο πληθωρισμός δυσκολεύει τη Fed

Υπό φυσιολογικές συνθήκες, η Federal Reserve θα μπορούσε να απαντήσει στην αύξηση του κόστους χρήματος μειώνοντας τα επιτόκια.

Σήμερα, όμως, τα περιθώριά της είναι περιορισμένα.

Ο πληθωρισμός εξακολουθεί να βρίσκεται πάνω από τον στόχο του 2%, γεγονός που καθιστά δύσκολη μια επιθετική χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής χωρίς τον κίνδυνο μιας νέας αναζωπύρωσης των πληθωριστικών πιέσεων. 

Η Fed βρίσκεται έτσι μπροστά σε μια δύσκολη ισορροπία.

Εάν κρατήσει τα επιτόκια ψηλά, αυξάνει την πίεση στην οικονομία, στην αγορά κατοικίας, στις επιχειρήσεις και - έμμεσα - στα δημόσια οικονομικά.

Εάν τα μειώσει πολύ γρήγορα, κινδυνεύει να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό.

Η αγορά εξακολουθεί να αγοράζει αμερικανικό χρέος

Υπάρχει, ωστόσο, μια σημαντική λεπτομέρεια που αποτρέπει - τουλάχιστον προς το παρόν - τις δραματικές ερμηνείες περί άμεσης κρίσης.

Η τελευταία δημοπρασία των 30ετών ομολόγων εξακολουθούσε να παρουσιάζει σημαντική ζήτηση.

Ο δείκτης bid-to-cover διαμορφώθηκε στο 2,39, δηλαδή για κάθε $1 χρέους που προσέφερε το αμερικανικό Δημόσιο υπήρχαν προσφορές ύψους $2,39. Τον Ιούλιο ο αντίστοιχος δείκτης ήταν 2,44. 

Με άλλα λόγια, οι επενδυτές δεν εγκαταλείπουν τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα.

Απλώς ζητούν περισσότερα χρήματα για να τα αγοράσουν.

Και αυτή η διαφορά είναι κρίσιμη.

Δεν πρόκειται ακόμη για κρίση εμπιστοσύνης στο αμερικανικό Δημόσιο. Πρόκειται όμως για σαφή ανατιμολόγηση του μακροπρόθεσμου δημοσιονομικού κινδύνου.

Γιατί αφορά ολόκληρο τον κόσμο

Οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων δεν αποτελούν απλώς το κόστος χρηματοδότησης της Ουάσιγκτον.

Λειτουργούν ως παγκόσμιο σημείο αναφοράς για την τιμολόγηση του χρήματος και του κινδύνου.

Όταν ένα θεωρητικά ασφαλές 30ετές αμερικανικό ομόλογο προσφέρει πάνω από 5%, ένας επενδυτής χρειάζεται πολύ ισχυρότερο κίνητρο για να αναλάβει μεγαλύτερο κίνδυνο αγοράζοντας εταιρικά ομόλογα, μετοχές ή τίτλους αναδυόμενων οικονομιών.

Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερο κόστος κεφαλαίου διεθνώς, ενίσχυση του δολαρίου και μεγαλύτερη επιλεκτικότητα στις παγκόσμιες ροές κεφαλαίων. 

Οι επιπτώσεις μπορούν επομένως να περάσουν από την αγορά ομολόγων στις μετοχές, στα στεγαστικά δάνεια, στις επιχειρηματικές επενδύσεις και τελικά στην πραγματική οικονομία.

Το πραγματικό πρόβλημα της Ουάσιγκτον

Η άνοδος της απόδοσης στο 5,22% δεν σημαίνει από μόνη της ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται μπροστά σε μια δημοσιονομική κρίση.

Αποτελεί όμως ακόμη μία ένδειξη ότι το οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο η Αμερική συσσώρευσε το τεράστιο χρέος της έχει αλλάξει.

Το χρέος μπορούσε να αυξάνεται σχετικά ανώδυνα όταν το χρήμα ήταν σχεδόν δωρεάν.

Με τις μακροπρόθεσμες αποδόσεις πάνω από το 5%, η αριθμητική γίνεται πολύ διαφορετική.

Και όσο μεγαλύτερο μέρος του παλαιού αμερικανικού χρέους αναχρηματοδοτείται με τα σημερινά υψηλότερα επιτόκια, τόσο μεγαλύτερο κομμάτι των φορολογικών εσόδων θα πρέπει να κατευθύνεται στην πληρωμή τόκων αντί σε άλλες δημόσιες δαπάνες.

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα πίσω από το νέο υψηλό 25ετίας: οι αγορές εξακολουθούν να χρηματοδοτούν την Αμερική - αλλά πλέον της στέλνουν τον λογαριασμό.

Το εκλογικό σύστημα της Σαξονίας-Άνχαλτ προβλέπει ότι για να συμμετάσχει ένα κόμμα στην αναλογική κατανομή των εδρών πρέπει να συγκεντρώσει τουλάχιστον 5% των έγκυρων δεύτερων ψήφων.

Και στη συγκεκριμένη δημοσκόπηση:

  • FDP: 4%
  • Πράσινοι: 4%
  • BSW: 5%
  • SPD: 6%

Τρία κόμματα βρίσκονται επομένως πάνω ή κάτω από το όριο μέσα σε απόσταση μόλις δύο μονάδων. Αυτό μπορεί να αλλάξει ολόκληρη την αριθμητική του επόμενου κοινοβουλίου.

Το σενάριο που τρομάζει το γερμανικό πολιτικό σύστημα

Ας υποθέσουμε ότι επιβεβαιώνεται ακριβώς η μέτρηση της INSA.

Τα κόμματα που περνούν το 5% είναι:

  • AfD 42%
  • CDU 22%
  • Die Linke 13%
  • SPD 6%
  • BSW 5%.

Το άθροισμά τους είναι 88%.

Επειδή όμως οι ψήφοι των κομμάτων που μένουν κάτω από το όριο δεν συμμετέχουν στην αναλογική κατανομή, το πραγματικό κοινοβουλευτικό βάρος του AfD γίνεται πολύ μεγαλύτερο από το ονομαστικό 42%.

Σε αυτή την απλουστευμένη αναγωγή, το 42% αντιστοιχεί περίπου στο 47,7% των ψήφων των κομμάτων που εκπροσωπούνται στο κοινοβούλιο.

Με άλλα λόγια, το AfD θα βρισκόταν πολύ κοντά στην απόλυτη πλειοψηφία των εδρών.

Και τώρα ας αλλάξουμε μόνο μία μεταβλητή.

Αν το BSW πάρει 4,9%, όλα αλλάζουν

Το BSW βρίσκεται σήμερα ακριβώς στο 5%. Εάν στις εκλογές πάρει έστω 4,9%, δεν συμμετέχει στην κατανομή των αναλογικών εδρών.

Τότε, με τα υπόλοιπα ποσοστά αμετάβλητα, τα κόμματα που περνούν το όριο συγκεντρώνουν συνολικά περίπου 83%.

Και το 42% του AfD αντιστοιχεί πλέον σε περίπου 50,6% της ψήφου που εκπροσωπείται αναλογικά στο Landtag.

Δεν πρόκειται για επίσημη πρόβλεψη εδρών - το γερμανικό σύστημα περιλαμβάνει απευθείας εκλεγμένους βουλευτές, υπεράριθμες και εξισορροπητικές έδρες και επομένως η τελική κατανομή είναι πιο σύνθετη.

Αλλά η πολιτική ουσία είναι ξεκάθαρη: η τύχη ενός κόμματος που βρίσκεται γύρω στο 5% μπορεί να χωρίζει το AfD από την κοινοβουλευτική αυτοδυναμία.

Γι’ αυτό η μάχη του 4%, 5% και 6% μπορεί να αποδειχθεί εξίσου σημαντική με τη μάχη της πρώτης θέσης.

Ένα Landtag χωρίς Πράσινους και FDP;

Στο σημερινό κοινοβούλιο εκπροσωπούνται CDU, AfD, Die Linke, SPD, FDP και Πράσινοι.

Με τα σημερινά δεδομένα όμως, δύο από αυτά τα κόμματα κινδυνεύουν να εξαφανιστούν.

  • Οι Πράσινοι βρίσκονται στο 4%, από 5,9% στις εκλογές του 2021.
  • Το FDP επίσης στο 4%, από 6,4%.

Και αυτό έχει μία πρόσθετη σημασία.

Το FDP δεν είναι απλώς ένα μικρό κόμμα του κρατιδίου.

Συμμετέχει σήμερα στην κυβέρνηση της Σαξονίας-Άνχαλτ μαζί με CDU και SPD. Η σημερινή κυβέρνηση είναι τρικομματικός συνασπισμός CDU–SPD–FDP

Με βάση τη μέτρηση της INSA, η κυβερνητική συμμαχία συγκεντρώνει:

CDU 22%

SPD 6%

FDP 4%.

Σύνολο μόλις 32%.

Από εκεί που κυβερνά σήμερα το κρατίδιο, ο συνασπισμός κινδυνεύει όχι απλώς να χάσει την πλειοψηφία αλλά να βρεθεί περισσότερο από δέκα μονάδες πίσω από το AfD μόνο του.

Η κατάρρευση του SPD

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η εικόνα των Σοσιαλδημοκρατών.

Το SPD συγκέντρωσε 8,4% στις εκλογές του 2021. Σήμερα καταγράφεται στο 6%.

Μόλις μία ποσοστιαία μονάδα πάνω από το όριο εισόδου.

Για ένα κόμμα που για περισσότερο από έναν αιώνα αποτελεί έναν από τους δύο μεγάλους πυλώνες του γερμανικού πολιτικού συστήματος, το γεγονός ότι σε ένα κρατίδιο βρίσκεται να αγωνίζεται ουσιαστικά για την κοινοβουλευτική του επιβίωση είναι εξαιρετικά συμβολικό.

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη Σαξονία-Άνχαλτ.

Οι περιφερειακές εκλογές του 2026 έχουν ήδη αναδείξει σημαντικές απώλειες για το SPD, δημιουργώντας ευρύτερες δυσκολίες για το παραδοσιακό γερμανικό κομματικό σύστημα.

Die Linke: Η άλλη πλευρά της ανατολικογερμανικής ιδιαιτερότητας

Η Αριστερά εμφανίζει εντελώς διαφορετική εικόνα.

Η Die Linke βρίσκεται στο 13%, έναντι 11% το 2021.

Όχι μόνο επιβιώνει αλλά ενισχύεται.

Και αυτό αποτυπώνει μία από τις ιδιαιτερότητες της πολιτικής γεωγραφίας της πρώην Ανατολικής Γερμανίας.

Στη Σαξονία-Άνχαλτ, όπως και σε άλλα ανατολικά κρατίδια, η παραδοσιακή κομματική διάταξη της παλιάς Δυτικής Γερμανίας έχει διαλυθεί πολύ περισσότερο.

Στις δύο πλευρές του πολιτικού συστήματος ισχυροποιούνται κόμματα που αμφισβητούν το παλιό κέντρο.

  • Το AfD κυριαρχεί στα δεξιά.
  • Η Die Linke διατηρεί σημαντική δύναμη στα αριστερά.

Και στο ενδιάμεσο εμφανίζεται πλέον και το BSW της Sahra Wagenknecht.

Η μεγάλη παραδοξότητα του BSW

Το Bündnis Sahra Wagenknecht βρίσκεται ακριβώς στο 5%.

Και μπορεί να γίνει ο απρόβλεπτος παράγοντας της επόμενης ημέρας.

Το BSW συνδυάζει οικονομικές θέσεις που παραπέμπουν στην παραδοσιακή Αριστερά με πολύ πιο περιοριστικές θέσεις στο μεταναστευτικό και έντονα διαφορετική προσέγγιση από τα mainstream κόμματα στη Ρωσία και στην Ουκρανία.

Αυτό του επιτρέπει να διεκδικεί ψηφοφόρους τόσο από την Die Linke όσο και από τμήματα του αντισυστημικού εκλογικού σώματος.

Αλλά το 5% το τοποθετεί σε μια εξαιρετικά ευαίσθητη θέση.

Αν μπει στο κοινοβούλιο, μπορεί να περιορίσει σημαντικά το ποσοστό εδρών του AfD.

Αν μείνει εκτός, μπορεί ακούσια να το φέρει ακόμη πιο κοντά στην απόλυτη πλειοψηφία.

Γιατί το AfD είναι τόσο ισχυρό στην Ανατολή;

Η άνοδος του AfD στην ανατολική Γερμανία δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά με το μεταναστευτικό.

Το Reuters καταγράφει μια πολύ βαθύτερη οικονομική και κοινωνική δυσαρέσκεια στις περιοχές της πρώην Ανατολικής Γερμανίας: δημογραφική συρρίκνωση, γήρανση, χαμηλότερους μισθούς, μικρότερη προσφορά καλών θέσεων εργασίας και μια επίμονη αίσθηση ότι οι περιοχές αυτές δεν απέκτησαν ποτέ ισότιμη θέση μετά την επανένωση. 

Περισσότερα από 35 χρόνια μετά την πτώση του Τείχους, η οικονομική και ψυχολογική διαίρεση μεταξύ Ανατολής και Δύσης δεν έχει εξαφανιστεί.

Για σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος, το AfD λειτουργεί πλέον ως όχημα διαμαρτυρίας απέναντι σε ολόκληρο το πολιτικό establishment.

Αυτό εξηγεί και ένα εκ πρώτης όψεως παράδοξο.

Οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι πολιτικές που υποστηρίζει το AfD - ιδιαίτερα η σύγκρουση με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και ο δραστικός περιορισμός της μετανάστευσης - θα μπορούσαν να πλήξουν δυσανάλογα τα ίδια ανατολικά κρατίδια όπου το κόμμα είναι ισχυρότερο.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις που επικαλείται το Reuters, συγκεκριμένες πολιτικές θα μπορούσαν να κοστίσουν στη Σαξονία-Άνχαλτ περίπου €1.600  ανά κάτοικο ετησίως και περίπου 10.000 θέσεις εργασίας. 

Οι οικονομικές προειδοποιήσεις, όμως, δεν φαίνεται μέχρι στιγμής να ανακόπτουν τη δημοσκοπική δυναμική του.

Ο άνθρωπος που θέλει να γίνει πρωθυπουργός

Επικεφαλής του AfD στη συγκεκριμένη αναμέτρηση είναι ο Ulrich Siegmund.

Απέναντί του βρίσκεται ο σημερινός πρωθυπουργός Sven Schulze του CDU, ο οποίος ανέλαβε τον Ιανουάριο του 2026, διαδεχόμενος τον επί χρόνια πρωθυπουργό Reiner Haseloff.

Ο Schulze έχει αποκλείσει συνεργασία με το AfD.

Και αυτό μας φέρνει στο μεγαλύτερο πολιτικό πρόβλημα της επόμενης ημέρας.

Αν το AfD πάρει 42%, ποιος θα κυβερνήσει;

Η πολιτική απομόνωση του AfD - η περίφημη γερμανική Brandmauer, το "τείχος προστασίας" των mainstream κομμάτων - στηρίζεται μέχρι σήμερα στην άρνηση CDU, SPD, Πρασίνων και άλλων κομμάτων να συγκυβερνήσουν μαζί του.

Όσο όμως αυξάνεται το ποσοστό του AfD, τόσο δυσκολότερη γίνεται η κοινοβουλευτική αριθμητική.

  • Με AfD στο 20%, μπορείς σχετικά εύκολα να δημιουργήσεις κυβέρνηση χωρίς αυτό.
  • Με AfD στο 30%, γίνεται δυσκολότερο.
  • Με AfD στο 42%, η κατάσταση αλλάζει ποιοτικά.

Και εάν δύο ή τρία μικρότερα κόμματα μείνουν εκτός Landtag, μπορεί να απαιτείται ένας εξαιρετικά ανομοιογενής συνασπισμός σχεδόν όλων των υπόλοιπων δυνάμεων μόνο και μόνο για να μην κυβερνήσει το πρώτο κόμμα.

Αυτό είναι πολιτικά δυνατό. Αλλά έχει κόστος.

Διότι το AfD θα μπορεί να παρουσιάζει τον εαυτό του ως το κόμμα που κερδίζει με τεράστια διαφορά τις εκλογές και παρ’ όλα αυτά αποκλείεται από τη διακυβέρνηση.

Το δίλημμα του CDU

Και εδώ βρίσκεται η πραγματική γερμανική βόμβα.

Το ζήτημα δεν είναι μόνο τι θα συμβεί στη Σαξονία-Άνχαλτ.

Είναι τι θα συμβεί μέσα στο CDU.

Ο Schulze επανέλαβε ακόμη και αυτή την εβδομάδα ότι δεν πρόκειται να συνεργαστεί με το AfD. Παράλληλα, όμως, αναγνωρίζει ότι αρκετά από τα ζητήματα που θέτουν οι ψηφοφόροι του AfD είναι πραγματικά και ότι τα παραδοσιακά κόμματα τα αγνόησαν στο παρελθόν.

Εάν το AfD κερδίσει με 42% ή 43% και το CDU περιοριστεί περίπου στο 22%-23%, η πίεση στη Χριστιανοδημοκρατία θα γίνει τεράστια.

Ιδιαίτερα στην Ανατολή.

Μπορεί ένα κόμμα που βρίσκεται 20 μονάδες πίσω να οικοδομήσει κυβέρνηση με τρίτους, τέταρτους και πέμπτους για να αποκλείσει επ’ αόριστον τον ξεκάθαρο νικητή;

Ή θα αρχίσουν να εμφανίζονται στελέχη της ανατολικής CDU που θα ζητούν επανεξέταση της Brandmauer;

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο ερώτημα της 7ης Σεπτεμβρίου.

Το αποτέλεσμα θα φτάσει μέχρι το Βερολίνο

Η Σαξονία-Άνχαλτ αντιπροσωπεύει μικρό μέρος του γερμανικού πληθυσμού.

Αλλά μια σαρωτική νίκη του AfD θα αποκτήσει εθνική σημασία.

Το 2026 είναι ήδη ένα "σούπερ εκλογικό έτος" για τη Γερμανία, με σειρά περιφερειακών αναμετρήσεων που αποτελούν τεστ για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση και για το ίδιο το γερμανικό κομματικό σύστημα.

Μια νίκη του AfD με περισσότερο από 40% θα ενισχύσει την πίεση προς τη Χριστιανοδημοκρατία να κινηθεί δεξιότερα σε θέματα όπως:

  • μετανάστευση,
  • ασφάλεια,
  • ενέργεια,
  • ευρωπαϊκή πολιτική,
  • σχέσεις με τη Ρωσία,
  • και πολιτισμικά ζητήματα.

Ταυτόχρονα θα ενισχύσει το επιχείρημα του AfD ότι δεν αποτελεί πλέον κόμμα διαμαρτυρίας αλλά κόμμα εξουσίας.

Από το 20,8% στο κατώφλι της εξουσίας

Και ίσως αυτό να είναι το πραγματικά ιστορικό στοιχείο. Το AfD έχει ήδη υπάρξει ισχυρό στην ανατολική Γερμανία.

Αλλά άλλο πράγμα είναι ένα κόμμα να συγκεντρώνει 20%-25% και να αποτελεί μεγάλη αντιπολίτευση.

Και εντελώς άλλο να συγκεντρώνει 42%-43%, αφήνοντας τον δεύτερο στο 22%-23%.

Σε αυτό το επίπεδο, δεν μιλάμε πλέον για "άνοδο της ακροδεξιάς". Μιλάμε για αναδιάταξη του κομματικού συστήματος ενός ολόκληρου γερμανικού κρατιδίου.

Το παλιό πολιτικό κέντρο κινδυνεύει να πάψει να είναι κέντρο επειδή παύει να αντιπροσωπεύει την πλειοψηφία.

Και υπάρχει πλέον μέτρηση στο 43%

Η εικόνα της INSA δεν αποτελεί μεμονωμένο εύρημα.

Νεότερη δημοσκόπηση της Pollytix, που πραγματοποιήθηκε μεταξύ 3 και 8 Αυγούστου σε 2.604 ψηφοφόρους, καταγράφει το AfD στο 43%.

  • Το CDU βρίσκεται στο 23%.
  • Η Die Linke στο 13%.
  • Το SPD στο 7%.
  • Οι Πράσινοι στο 5%.
  • Το BSW στο 4%.
  • Το FDP μόλις στο 2%.

Η συγκεκριμένη μέτρηση αλλάζει μεν τη σύνθεση των μικρών κομμάτων που περνούν το 5%, αλλά επιβεβαιώνει το βασικό στοιχείο: το AfD κινείται σταθερά πάνω από το 40% και περίπου 20 μονάδες μπροστά από το CDU.

Άρα πλέον δεν συζητάμε για ένα δημοσκοπικό ατύχημα. Συζητάμε για μια εδραιωμένη τάση.

Η 6η Σεπτεμβρίου μπορεί να αλλάξει τη γερμανική πολιτική

Οι περιφερειακές εκλογές σπάνια αλλάζουν από μόνες τους την πορεία μιας μεγάλης χώρας.

Μερικές φορές όμως λειτουργούν ως σημείο καμπής.

Η Σαξονία-Άνχαλτ μπορεί να είναι μία τέτοια περίπτωση.

Εάν το AfD κερδίσει περίπου 42%-43%, θα έχει πετύχει κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια ακόμη πρωτιά στην ανατολική Γερμανία.

Θα έχει αποδείξει ότι μπορεί να προσεγγίσει επίπεδα εκλογικής κυριαρχίας που μέχρι πρόσφατα ανήκαν αποκλειστικά στα μεγάλα λαϊκά κόμματα της μεταπολεμικής Γερμανίας.

Και αν τα FDP, Πράσινοι ή BSW μείνουν κάτω από το 5%, η εκλογική αριθμητική μπορεί να γίνει ακόμη πιο εκρηκτική.

Τότε η Γερμανία θα βρεθεί μπροστά σε ένα ερώτημα που προσπαθεί επί χρόνια να αναβάλει: Τι συμβαίνει όταν το πολιτικό "τείχος" απέναντι στο AfD συναντά ένα AfD που πλησιάζει μόνο του τη μισή κοινοβουλευτική δύναμη;

Μέχρι σήμερα, η γερμανική πολιτική είχε την πολυτέλεια να απαντά ότι το AfD μπορεί να είναι ισχυρό, αλλά οι υπόλοιποι μπορούν να κυβερνήσουν χωρίς αυτό.

Στις 6 Σεπτεμβρίου 2026, η Σαξονία-Άνχαλτ μπορεί να δοκιμάσει για πρώτη φορά τα πραγματικά όρια αυτής της απάντησης.


Add comment

Comments

There are no comments yet.