Υπάρχουν πίνακες που θαυμάζεις για την τεχνική τους, άλλοι που σε εντυπωσιάζουν για τη θεματολογία τους και ελάχιστοι που σε ακολουθούν για χρόνια, σαν μια εικόνα που αρνείται να εγκαταλείψει τη μνήμη.
Ο “Πληγωμένος Άγγελος” (The Wounded Angel, 1903) του Φινλανδού συμβολιστή ζωγράφου Hugo Simberg ανήκει αδιαμφισβήτητα σε αυτή τη σπάνια κατηγορία. Με δύο σιωπηλά αγόρια να μεταφέρουν έναν τραυματισμένο άγγελο μέσα σε ένα γυμνό ανοιξιάτικο τοπίο, το έργο μοιάζει να αφηγείται μια ιστορία που όλοι αναγνωρίζουμε, χωρίς όμως να μπορεί κανείς να την εξηγήσει οριστικά.
Από τη στιγμή που παρουσιάστηκε στο κοινό στις αρχές του 20ού αιώνα, ο πίνακας απέκτησε σχεδόν μυθική υπόσταση στη Φινλανδία. Έχει χαρακτηριστεί το πλέον αγαπητό έργο της φινλανδικής ζωγραφικής, έχει εμπνεύσει συγγραφείς, μουσικούς και κινηματογραφιστές, ενώ εξακολουθεί να προκαλεί το ίδιο ερώτημα σε κάθε νέο θεατή: τι ακριβώς συνέβη στον άγγελο;
Η δύναμη του έργου δεν βρίσκεται στην απάντηση, αλλά στην άρνησή του να προσφέρει μία. Είναι ταυτόχρονα μια αλληγορία για την ανθρώπινη ευαλωτότητα, ένας στοχασμός πάνω στον πόνο και την απώλεια, μια εικόνα ελπίδας και μια υπενθύμιση ότι ακόμη και το πιο αγνό, το πιο φωτεινό και το πιο ιερό μπορεί να πληγωθεί.
Ο Simberg δεν ζωγραφίζει μια θρησκευτική σκηνή ούτε ένα παραμύθι· ζωγραφίζει την ίδια την ανθρώπινη εμπειρία, μεταμορφώνοντάς την σε ένα σύμβολο διαχρονικής ισχύος.
Ο ζωγράφος, η εποχή και η γέννηση ενός αριστουργήματος
Υπάρχουν πίνακες που γοητεύουν με την τεχνική τους. Άλλοι που εντυπωσιάζουν με τη σύνθεσή τους ή με το ιστορικό τους βάρος. Και υπάρχουν ελάχιστα έργα που μοιάζουν να διαθέτουν μια παράξενη, σχεδόν μεταφυσική δύναμη: όσο περισσότερο τα παρατηρεί κανείς, τόσο λιγότερο αισθάνεται ότι τα κατανοεί, αλλά τόσο περισσότερο τον ακολουθούν.
Ένας από αυτούς τους πίνακες είναι και ο “Πληγωμένος Άγγελος”.
Δεν πρόκειται απλώς για το γνωστότερο έργο ενός σημαντικού Φινλανδού ζωγράφου. Πρόκειται για τον πίνακα που οι ίδιοι οι Φινλανδοί επέλεξαν, έναν αιώνα αργότερα, ως το σημαντικότερο έργο της εθνικής τους ζωγραφικής. Το γεγονός είναι αξιοσημείωτο.
Η χώρα που γέννησε τον Akseli Gallen-Kallela, τον Eero Järnefelt και τόσους ακόμη μεγάλους καλλιτέχνες, επέλεξε ως συλλογικό της σύμβολο όχι μια σκηνή ηρωισμού, ούτε ένα επικό τοπίο, αλλά έναν τραυματισμένο άγγελο που μεταφέρεται σιωπηλά από δύο παιδιά μέσα σε ένα παγωμένο ανοιξιάτικο τοπίο.
Ίσως αυτή ακριβώς η επιλογή να αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο για τη φινλανδική ψυχή.
Ο πίνακας δεν αφηγείται μια ιστορία. Δεν παρουσιάζει κάποιο βιβλικό επεισόδιο ούτε εικονογραφεί κάποιο λογοτεχνικό κείμενο. Δεν γνωρίζουμε ποιος τραυμάτισε τον άγγελο, ούτε πού τον μεταφέρουν τα παιδιά, ούτε αν πρόκειται να σωθεί. Το έργο αφήνει όλα τα κρίσιμα ερωτήματα αναπάντητα.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η διαχρονική του δύναμη.
Η Ευρώπη που έχανε τις βεβαιότητές της
Για να κατανοήσει κανείς τον “Πληγωμένο Άγγελο”, πρέπει πρώτα να επιστρέψει στην Ευρώπη των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα.
Η ήπειρος βρισκόταν στο απόγειο της επιστημονικής προόδου. Ο ηλεκτρισμός άλλαζε τις πόλεις. Η βιομηχανική επανάσταση μεταμόρφωνε την οικονομία. Ο Δαρβίνος είχε ήδη κλονίσει τις παραδοσιακές θρησκευτικές αντιλήψεις. Ο Φρόιντ ετοιμαζόταν να ανοίξει το σκοτεινό υπόγειο της ανθρώπινης ψυχής. Ο Νίτσε είχε διακηρύξει ότι “ο Θεός πέθανε”.
Η τέχνη δεν μπορούσε πλέον να παραμένει η ίδια. Ο Ρεαλισμός και ο Ακαδημαϊσμός, που κυριαρχούσαν μέχρι τότε, άρχισαν να φαίνονται ανεπαρκείς για να εκφράσουν έναν κόσμο γεμάτο υπαρξιακές αμφιβολίες.
Έτσι γεννήθηκε ο Συμβολισμός.
Οι συμβολιστές ζωγράφοι δεν ενδιαφέρονταν να απεικονίσουν αυτό που βλέπει το μάτι. Επιθυμούσαν να ζωγραφίσουν αυτό που αισθάνεται η ψυχή. Οι πίνακές τους γέμισαν όνειρα, θανάτους, αγγέλους, μάσκες, λουλούδια, ερείπια, μυθολογικά πλάσματα και σιωπηλές αλληγορίες.
Ο Arnold Böcklin δημιούργησε τη μυστηριώδη “Νήσο των Νεκρών”.
Ο Odilon Redon γέμισε τους καμβάδες του με οράματα που έμοιαζαν να γεννιούνται μέσα από το υποσυνείδητο.
Ο Fernand Khnopff ζωγράφισε πρόσωπα παγωμένα ανάμεσα στον ύπνο και στην αφύπνιση.
Ο Edvard Munch απέδωσε την αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου με την “Κραυγή”.
Και στη βόρεια Ευρώπη, σχεδόν αθόρυβα, ένας νεαρός Φινλανδός θα δημιουργούσε έναν από τους πιο αινιγματικούς πίνακες αυτής της ολόκληρης καλλιτεχνικής εποχής.
Ένας διαφορετικός συμβολιστής
Ο Hugo Simberg γεννήθηκε το 1873 στο Hamina της Φινλανδίας.
Σε αντίθεση με πολλούς συμβολιστές της εποχής του, δεν τον ενδιέφερε η επιτήδευση ούτε η μεγαλοπρέπεια. Δεν ζωγράφιζε βασιλιάδες. Δεν ζωγράφιζε θεούς. Δεν ζωγράφιζε ιστορικές μάχες.Οι ήρωές του ήταν σχεδόν πάντα παράξενα πλάσματα που συνυπήρχαν φυσικά με τους ανθρώπους.
Ο Θάνατος μπορούσε να ποτίζει έναν κήπο. Οι διάβολοι να παίζουν σαν παιδιά. Οι άγγελοι να κουράζονται. Τα δέντρα να μοιάζουν με ζωντανές υπάρξεις.
Η μεταφυσική, στον κόσμο του Simberg, δεν κατοικούσε σε κάποιον ουρανό. Ζούσε δίπλα στους ανθρώπους.
Η επιρροή του μεγάλου Φινλανδού ζωγράφου Akseli Gallen-Kallela, κοντά στον οποίο μαθήτευσε, υπήρξε καθοριστική ως προς την τεχνική του κατάρτιση. Ωστόσο, πολύ γρήγορα ο Simberg ακολούθησε έναν εντελώς προσωπικό δρόμο.
Δεν ενδιαφερόταν για τον εθνικό ρομαντισμό.Τον απασχολούσε περισσότερο η ανθρώπινη ευαλωτότητα.
Η ασθένεια που άλλαξε τα πάντα
Το 1902, έναν μόλις χρόνο πριν δημιουργήσει τον “Πληγωμένο Άγγελο”, ο Simberg αρρώστησε σοβαρά. Πέρασε μήνες καθηλωμένος στο κρεβάτι, δίνοντας μια δύσκολη μάχη για τη ζωή του. Οι βιογράφοι του θεωρούν ότι αυτή η περίοδος υπήρξε καταλυτική.
Η εμπειρία της σωματικής αδυναμίας, της εξάρτησης από τους άλλους και της μακράς ανάρρωσης φαίνεται πως μεταμόρφωσε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν πλέον την ανθρώπινη ύπαρξη.
Μέχρι τότε οι πίνακές του περιείχαν ήδη συμβολικά στοιχεία. Μετά την ασθένεια, όμως, αποκτούν μια νέα, πολύ βαθύτερη υπαρξιακή διάσταση. Ο θάνατος δεν εμφανίζεται πλέον ως απειλή. Εμφανίζεται σχεδόν ως συνομιλητής. Ο πόνος δεν λειτουργεί ως τιμωρία. Γίνεται μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας.
Και οι άγγελοι...
…οι άγγελοι παύουν να είναι άτρωτοι.
Η γέννηση ενός αδύνατου πίνακα
Το 1903 ο Simberg αρχίζει να εργάζεται πάνω σε έναν πίνακα που δεν μοιάζει με τίποτε από όσα είχαν προηγηθεί. Η βασική ιδέα μοιάζει σχεδόν παράλογη. Ένας άγγελος έχει τραυματιστεί. Κάποιος πρέπει να τον μεταφέρει.
Η αντιστροφή είναι απόλυτη.
Στη δυτική εικονογραφία οι άγγελοι είναι εκείνοι που σώζουν τους ανθρώπους. Στον Simberg συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Οι άνθρωποι σώζουν τον άγγελο. Δεν γνωρίζουμε αν αυτή η ανατροπή υπήρξε συνειδητά θεολογική ή αποκλειστικά ποιητική. Γνωρίζουμε όμως ότι ήταν πρωτοφανής.
Η μεγάλη σιωπή του δημιουργού
Ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ιστορίας του έργου να είναι η στάση του ίδιου του Simberg. Σε όλη του τη ζωή απέφυγε να εξηγήσει τον πίνακα. Δημοσιογράφοι, συλλέκτες, ιστορικοί τέχνης και φίλοι τον ρωτούσαν συνεχώς:
“Τι σημαίνει ο Πληγωμένος Άγγελος;”
Εκείνος απαντούσε πάντοτε σχεδόν το ίδιο: “Ο πίνακας ανήκει πλέον στον θεατή”.
Αν του έδινε μία συγκεκριμένη ερμηνεία, θα αφαιρούσε από όλους τους άλλους τη δυνατότητα να ανακαλύψουν τη δική τους. Είναι μια εξαιρετικά σύγχρονη αντίληψη για την τέχνη.
Στην πραγματικότητα, ο Simberg προηγήθηκε κατά πολλές δεκαετίες θεωριών που θα διατυπώνονταν αργότερα από στοχαστές όπως ο Roland Barthes και ο Umberto Eco, σύμφωνα με τις οποίες ένα μεγάλο έργο τέχνης δεν έχει μία μοναδική σημασία αλλά ενεργοποιείται κάθε φορά διαφορετικά από τον θεατή.
Ο “Πληγωμένος Άγγελος”, ως αίνιγμα δεν ζητά να λυθεί.
Ζητά να βιωθεί.
Η ανατομία ενός αριστουργήματος: κάθε λεπτομέρεια είναι ένας συμβολισμός
Υπάρχουν πίνακες που αποκαλύπτονται με την πρώτη ματιά και άλλοι που λειτουργούν σαν μουσική. Δεν εξηγούνται· βιώνονται.
Ο “Πληγωμένος Άγγελος” του Hugo Simberg ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Όσο περισσότερο τον παρατηρεί κανείς, τόσο περισσότερο διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει ούτε μία τυχαία λεπτομέρεια. Κάθε μορφή, κάθε βλέμμα, κάθε αντικείμενο μοιάζει να συμμετέχει σε μια αλληγορία που ο δημιουργός επέλεξε να αφήσει ανοιχτή σε αμέτρητες αναγνώσεις.
Η ιδιοφυΐα του έργου δεν βρίσκεται μόνο σε αυτό που απεικονίζει, αλλά κυρίως σε όσα επιλέγει να αποκρύψει.
Ο τραυματισμένος άγγελος
Το βλέμμα του θεατή οδηγείται αμέσως στην κεντρική μορφή. Ο άγγελος είναι σχεδόν παιδί. Δεν διαθέτει την επιβλητικότητα των αρχαγγέλων της Αναγέννησης ούτε τη θριαμβευτική παρουσία των βυζαντινών αγγέλων. Είναι εύθραυστος, αδύναμος, σχεδόν ανθρώπινος.
Το πρόσωπό του είναι ωχρό. Τα μάτια του δεν στρέφονται προς τον ουρανό. Δεν κοιτά ούτε τα παιδιά που τον μεταφέρουν. Το βλέμμα του χάνεται χαμηλά, σαν να βρίσκεται σε κατάσταση βαθιάς εσωτερικής περισυλλογής. Δεν γνωρίζουμε αν υποφέρει. Δεν γνωρίζουμε αν φοβάται. Δεν γνωρίζουμε καν αν πρόκειται να επιζήσει. Αυτό ακριβώς είναι που κάνει τη μορφή τόσο συγκλονιστική.
Ο Simberg δεν ζωγραφίζει τον πόνο. Ζωγραφίζει την αξιοπρέπεια μέσα στον πόνο.
Τα φτερά
Το πρώτο στοιχείο που τραβά την προσοχή είναι φυσικά τα φτερά. Στη δυτική τέχνη τα φτερά αποτελούν το κατεξοχήν σύμβολο της ελευθερίας, της υπέρβασης και της θεϊκής φύσης. Εδώ όμως συμβαίνει κάτι σχεδόν βλάσφημο. Το αριστερό φτερό φαίνεται τραυματισμένο. Δεν μπορεί πλέον να υπηρετήσει τον σκοπό του.
Ένας άγγελος χωρίς τη δυνατότητα να πετά είναι μια αντίφαση.
Ο Simberg δημιουργεί έτσι μια εικόνα όπου ακόμη και το υπερφυσικό υπόκειται στους ίδιους νόμους της φθοράς που διέπουν τον άνθρωπο.
Οι επίδεσμοι
Ο λευκός επίδεσμος γύρω από το κεφάλι αποτελεί μία από τις πιο αινιγματικές λεπτομέρειες του έργου. Δεν γνωρίζουμε ποιο τραύμα καλύπτει. Δεν υπάρχει αίμα. Δεν υπάρχει πληγή. Μόνο ο επίδεσμος. Σαν να υπονοείται ότι ορισμένα τραύματα δεν μπορούν να αποδοθούν οπτικά.
Είναι τραύματα της ψυχής.
Η επιλογή αυτή αποδεικνύει τη λεπτότητα του Simberg. Δεν επιδιώκει να σοκάρει. Προτιμά να αφήσει τον θεατή να φανταστεί το τραύμα. Και η φαντασία είναι πάντοτε ισχυρότερη από την κυριολεξία.
Τα λευκά λουλούδια
Στα χέρια του αγγέλου υπάρχουν λίγα μικρά λευκά άνθη. Πρόκειται πιθανότατα για snowdrops (Galanthus nivalis), τα πρώτα λουλούδια που εμφανίζονται αμέσως μετά τον χειμώνα. Στην ευρωπαϊκή λαϊκή παράδοση συμβολίζουν:
- την ελπίδα,
- την ανάσταση,
- τη νέα αρχή,
- την επιστροφή της ζωής.
Το παράδοξο είναι ότι τα κρατά ένας τραυματισμένος άγγελος.Η εικόνα μοιάζει σχεδόν αντιφατική. Ο φορέας της ελπίδας είναι ο ίδιος πληγωμένος. Ίσως όμως αυτό να είναι και το βαθύτερο μήνυμα. Η ελπίδα δεν γεννιέται όταν όλα είναι καλά.
Η ελπίδα γεννιέται όταν συνεχίζουμε να την κρατάμε ακόμη και μέσα στον πόνο.
Τα δύο αγόρια
Εάν ο άγγελος αποτελεί την ψυχή του πίνακα, τα δύο αγόρια είναι η συνείδησή του. Δεν έχουν ονόματα. Δεν διαθέτουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Θα μπορούσαν να είναι οποιαδήποτε παιδιά. Και ακριβώς γι' αυτό αποκτούν οικουμενική διάσταση.
Το πρώτο παιδί
Το αγόρι που προηγείται κρατά το μπροστινό μέρος του φορείου. Είναι ίσως η πιο συγκλονιστική μορφή μετά τον άγγελο. Σε αντίθεση με όλους τους υπόλοιπους, κοιτάζει ευθεία προς τον θεατή. Το βλέμμα του δεν είναι θλιμμένο. Δεν είναι φοβισμένο. Δεν είναι καν δραματικό. Είναι σχεδόν αυστηρό. Σαν να μας αιφνιδιάζει μέσα στην ίδια μας την παρατήρηση.
Δεν κοιτά τον άγγελο. Κοιτά εμάς.
Αυτό το βλέμμα έχει απασχολήσει δεκάδες ιστορικούς τέχνης. Πολλοί θεωρούν ότι αποτελεί τη γέφυρα ανάμεσα στον κόσμο του πίνακα και στον πραγματικό κόσμο. Δεν επιτρέπει στον θεατή να μείνει ουδέτερος.
Τον εμπλέκει.
Το δεύτερο παιδί
Το δεύτερο αγόρι είναι σχεδόν το αντίθετο. Δεν κοιτάζει ούτε τον θεατή ούτε τον άγγελο. Έχει στραμμένο το βλέμμα μπροστά. Συνεχίζει τη διαδρομή. Είναι η προσωποποίηση του καθήκοντος. Δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί μεταφέρει έναν άγγελο. Απλώς το κάνει.
Η σιωπηλή αυτή στάση ίσως είναι μία από τις πιο ανθρώπινες στιγμές ολόκληρου του έργου.
Το φορείο
Ο Simberg θα μπορούσε να είχε ζωγραφίσει τον άγγελο να περπατά. Ή να τον κρατούν στην αγκαλιά τους. Επέλεξε όμως φορείο. Το φορείο παραπέμπει σε νοσοκομείο. Σε τραυματία. Σε ασθένεια. Σε πόλεμο. Σε ανθρώπινη ευαλωτότητα.
Με μία μόνο επιλογή, ο ζωγράφος μεταφέρει το υπερφυσικό μέσα στον κόσμο της καθημερινής ανθρώπινης εμπειρίας.
Η πορεία
Τα παιδιά δεν τρέχουν. Δεν υπάρχει πανικός. Ολόκληρη η σύνθεση χαρακτηρίζεται από έναν αργό, σχεδόν τελετουργικό ρυθμό. Θυμίζει πομπή. Ή ακόμη περισσότερο...λιτανεία.
Κάποιοι ιστορικοί τέχνης έχουν επισημάνει ότι η σύνθεση θυμίζει μεσαιωνικές πομπές μεταφοράς λειψάνων αγίων. Μόνο που εδώ δεν μεταφέρεται λείψανο. Μεταφέρεται μια ακόμη ζωντανή ελπίδα.
Το τοπίο
Η πρώτη εντύπωση είναι ότι πρόκειται για ένα ψυχρό, σχεδόν άδειο τοπίο. Όμως δεν είναι. Βρισκόμαστε στην περιοχή Eläintarha, έξω από το Ελσίνκι. Ο Simberg επιλέγει έναν πραγματικό δρόμο. Η μεταφυσική εισβάλλει έτσι μέσα στον απολύτως αναγνωρίσιμο κόσμο.
Η επιλογή δεν είναι τυχαία. Ο συμβολισμός του δεν επιδιώκει να αποδράσει από την πραγματικότητα. Θέλει να δείξει ότι το θαυμαστό συνυπάρχει με το καθημερινό.
Η εποχή του χρόνου
Το τοπίο βρίσκεται ανάμεσα στον χειμώνα και στην άνοιξη. Το χιόνι δεν έχει εξαφανιστεί. Η γη δεν έχει ακόμη πρασινίσει. Είναι μια εποχή μετάβασης. Ούτε θάνατος. Ούτε ζωή. Ούτε χειμώνας. Ούτε άνοιξη.
Αυτό το “ανάμεσα” χαρακτηρίζει ολόκληρο τον πίνακα.
Ο άγγελος δεν είναι ούτε υγιής ούτε νεκρός. Τα παιδιά δεν γνωρίζουν αν σώζουν ή αποχαιρετούν. Ο θεατής δεν γνωρίζει αν παρακολουθεί την αρχή ή το τέλος μιας ιστορίας.
Η σύνθεση
Η γεωμετρία του έργου είναι υποδειγματική. Οι τρεις μορφές σχηματίζουν μία ήρεμη διαγώνιο που οδηγεί το βλέμμα προς τα δεξιά. Δεν υπάρχουν έντονες κινήσεις. Δεν υπάρχουν θεατρικές χειρονομίες. Όλη η ένταση δημιουργείται από την ακινησία. Αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο στη ζωγραφική.
Οι περισσότεροι καλλιτέχνες δημιουργούν δραματικότητα μέσω της δράσης. Ο Simberg επιτυγχάνει το ακριβώς αντίθετο.
Η σιωπή γίνεται το ισχυρότερο δραματουργικό εργαλείο.
Το βλέμμα που επιστρέφει
Ίσως το σημαντικότερο επίτευγμα του πίνακα να είναι ότι δεν αρκείται στο να τον κοιτάζουμε. Με κάποιον παράξενο τρόπο, μοιάζει να μας κοιτάζει εκείνος.
Το παιδί στο μπροστινό μέρος του φορείου λειτουργεί σαν μεσολαβητής. Δεν μας επιτρέπει να παραμείνουμε ασφαλείς παρατηρητές. Μας θέτει ένα ανομολόγητο ερώτημα.
Αν συναντούσες έναν τραυματισμένο άγγελο στον δρόμο, θα τον προσπερνούσες ή θα βοηθούσες να τον μεταφέρουν;
Και αυτή είναι ίσως η πιο ιδιοφυής σύλληψη του Simberg. Ο πίνακας δεν ζητά να αποκωδικοποιηθεί.
Ζητά να μας αλλάξει.
Οι μεγάλες ερμηνείες: Γιατί ένας πληγωμένος άγγελος έγινε το μεγαλύτερο αίνιγμα της ευρωπαϊκής ζωγραφικής
Ο Hugo Simberg δεν έδωσε ποτέ το “κλειδί” του έργου του. Δεν άφησε σημειώσεις που να εξηγούν τον πίνακα. Δεν αποκάλυψε ποτέ ποιος είναι ο άγγελος. Δεν είπε γιατί τραυματίστηκε. Δεν εξήγησε πού τον μεταφέρουν τα δύο παιδιά.
Η στάση αυτή υπήρξε συνειδητή.
Σε αντίθεση με πολλούς συμβολιστές που συνόδευαν τα έργα τους με ολόκληρα φιλοσοφικά μανιφέστα, ο Simberg πίστευε ότι η τέχνη δεν υπάρχει για να απαντά στις ερωτήσεις του θεατή.
Υπάρχει για να γεννά καινούριες.
Ακριβώς γι' αυτό, περισσότερο από έναν αιώνα μετά, ο “Πληγωμένος Άγγελος” εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο αμέτρητων ερμηνειών.
Και το εντυπωσιακό είναι ότι σχεδόν όλες μπορούν να σταθούν.
Η χριστιανική ανάγνωση
Η πρώτη και πιο προφανής ερμηνεία είναι φυσικά η θρησκευτική. Ο άγγελος αποτελεί τον παραδοσιακό αγγελιοφόρο του Θεού. Στην εικονογραφία της Δύσης είναι πάντοτε εκείνος που προστατεύει. Είναι αυτός που σώζει. Είναι αυτός που μεταφέρει την ελπίδα. Στον Simberg όμως όλα ανατρέπονται.
Ο άγγελος δεν σώζει. Σώζεται. Η εικόνα προκαλεί σχεδόν θεολογικό σοκ. Μπορεί το θείο να τραυματιστεί; Μπορεί η ελπίδα να αιμορραγήσει; Μπορεί η αθωότητα να χρειάζεται ανθρώπινη προστασία;
Οι θεολόγοι που μελέτησαν το έργο παρατήρησαν ότι ο Simberg δεν παρουσιάζει έναν νικηφόρο ουράνιο αγγελιοφόρο αλλά μια μορφή που θυμίζει περισσότερο τον πάσχοντα Χριστό.
- Ο επίδεσμος στο κεφάλι.
- Η σιωπηλή υπομονή.
- Η απουσία κάθε αντίδρασης.
Όλα παραπέμπουν περισσότερο στο Πάθος παρά στη Δόξα.
Ο άγγελος γίνεται έτσι μια εικόνα της ίδιας της θείας ευαλωτότητας.
Ο άγγελος ως η ίδια η ανθρώπινη ψυχή
Η πιο διαδεδομένη όμως ερμηνεία δεν είναι θεολογική. Είναι υπαρξιακή. Πολλοί ιστορικοί τέχνης θεωρούν ότι ο άγγελος δεν συμβολίζει κάποιο υπερφυσικό ον. Συμβολίζει την ανθρώπινη ψυχή. Όλοι οι άνθρωποι, κάποια στιγμή στη ζωή τους, γίνονται αυτός ο άγγελος.
Τραυματίζονται. Χάνουν την εμπιστοσύνη τους. Χάνουν την πίστη τους. Χάνουν ανθρώπους.Χάνουν την υγεία τους.
Και τότε χρειάζονται κάποιον να τους μεταφέρει μέχρι να μπορέσουν ξανά να σταθούν όρθιοι.
Ο πίνακας παύει έτσι να είναι θρησκευτικός.
Γίνεται βαθιά ανθρώπινος.
Η αυτοπροσωπογραφία που δεν μοιάζει με αυτοπροσωπογραφία
Η σοβαρή ασθένεια του Simberg το 1902 άλλαξε ριζικά τη ζωή του. Για εβδομάδες δεν μπορούσε να εργαστεί. Δεν ήξερε αν θα επιζήσει. Οι βιογράφοι του επισημαίνουν ότι μετά την ανάρρωσή του ολόκληρη η ζωγραφική του αποκτά έναν διαφορετικό τόνο.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο “Πληγωμένος Άγγελος” δημιουργείται αμέσως μετά.
Έτσι γεννήθηκε μια από τις πιο πειστικές ερμηνείες. Ο άγγελος είναι ο ίδιος ο Simberg. Όχι το σώμα του. Η ψυχή του. Ο ζωγράφος δεν απεικονίζει το πρόσωπό του. Απεικονίζει την εμπειρία της εύθραυστης ύπαρξης. Η ανάρρωση γίνεται μεταφορά.
Το φορείο γίνεται ο δρόμος της επιστροφής στη ζωή.
Η γιουνγκιανή ανάγνωση
Μετά τον Carl Gustav Jung, αρκετοί μελετητές είδαν στον πίνακα ένα αρχέτυπο του συλλογικού ασυνείδητου. Ο άγγελος αντιπροσωπεύει τον Εσωτερικό Εαυτό. Το πιο αγνό κομμάτι της προσωπικότητας. Εκείνο που τραυματίζεται πρώτο όταν ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με τον πόνο.
Τα δύο παιδιά συμβολίζουν το Εγώ.
Είναι εκείνα που προσπαθούν να προστατεύσουν αυτό το εύθραυστο εσωτερικό κέντρο μέχρι να επουλωθεί. Η διαδρομή δεν είναι γεωγραφική. Είναι ψυχική. Και ο θεατής γίνεται μάρτυρας μιας εσωτερικής θεραπείας.
Η φροϋδική προσέγγιση
Άλλοι ιστορικοί τέχνης, επηρεασμένοι από τη φροϋδική ψυχανάλυση, είδαν στον πίνακα μια εικόνα του τραύματος. Το τραύμα δεν εμφανίζεται ποτέ άμεσα. Εμφανίζεται πάντοτε μεταμφιεσμένο. Γι' αυτό και δεν βλέπουμε την πληγή. Βλέπουμε μόνο τον επίδεσμο. Ο Simberg, συνειδητά ή ασυνείδητα, ζωγραφίζει αυτό που αργότερα η ψυχανάλυση θα περιγράψει ως την αδυναμία του ανθρώπου να αντικρίσει κατάματα το πραγματικό του τραύμα.
Η φινλανδική ψυχή
Υπάρχει όμως ακόμη μία ερμηνεία. Ίσως η πιο ενδιαφέρουσα. Η εθνική.
Το 1903 η Φινλανδία δεν ήταν ακόμη ανεξάρτητο κράτος. Αποτελούσε Μεγάλο Δουκάτο της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Οι πολιτικές πιέσεις της Αγίας Πετρούπολης αυξάνονταν συνεχώς. Η λογοκρισία εντεινόταν. Η φινλανδική γλώσσα προσπαθούσε ακόμη να κατοχυρώσει τη θέση της. Οι καλλιτέχνες αναζητούσαν εικόνες που να εκφράζουν την ιδιαίτερη ταυτότητα του έθνους τους χωρίς να προκαλούν άμεσα τη ρωσική εξουσία.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αρκετοί ερευνητές υποστήριξαν ότι ο τραυματισμένος άγγελος συμβολίζει την ίδια τη Φινλανδία. Όχι μια ηρωική Φινλανδία. Αλλά μια χώρα πληγωμένη, που συνεχίζει να επιβιώνει χάρη στους απλούς ανθρώπους της. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Simberg ουδέποτε επιβεβαίωσε αυτή την ερμηνεία.
Δεν την αρνήθηκε όμως ποτέ.
Γιατί ο άγγελος είναι παιδί;
Ένα από τα πιο συζητημένα ερωτήματα αφορά την ηλικία του αγγέλου.
Γιατί δεν είναι ενήλικος; Γιατί μοιάζει σχεδόν έφηβος; Οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούν ότι η επιλογή αυτή ενισχύει την αίσθηση της αθωότητας. Ένας ηλικιωμένος άγγελος θα συμβόλιζε τη σοφία. Ένας πολεμιστής άγγελος τη δύναμη. Ένα παιδί όμως συμβολίζει κάτι διαφορετικό:
Την ευαλωτότητα. Την ελπίδα. Το μέλλον. Η εικόνα γίνεται έτσι ακόμη πιο οδυνηρή. Δεν έχει τραυματιστεί απλώς ένας άγγελος. Έχει τραυματιστεί η ίδια η αθωότητα.
Η απουσία του δράστη
Ίσως το πιο ιδιοφυές στοιχείο του πίνακα είναι αυτό που... λείπει.
Δεν υπάρχει ο τραυματίας. Δεν υπάρχει ο θύτης. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη για το τι συνέβη. Η ιστορία αρχίζει αφού έχει ήδη συμβεί το γεγονός. Ο Simberg αφαιρεί κάθε δυνατότητα ηθικής κρίσης. Δεν αναζητούμε τον ένοχο. Ασχολούμαστε μόνο με τη φροντίδα του τραυματισμένου.
Και αυτή είναι ίσως η πιο βαθιά ανθρωπιστική διάσταση του έργου.
Η μεγάλη δύναμη της αμφισημίας
Οι περισσότεροι μεγάλοι πίνακες έχουν μία κυρίαρχη ερμηνεία.
- Η “Γκουέρνικα” είναι αντιπολεμική.
- Η “Κραυγή” αφορά το υπαρξιακό άγχος.
- Η “Νήσος των Νεκρών” σχετίζεται με τον θάνατο.
- Ο “Πληγωμένος Άγγελος” αντιστέκεται σε κάθε κατηγοριοποίηση.
Είναι συγχρόνως θρησκευτικός, ψυχολογικός, φιλοσοφικός, υπαρξιακός, εθνικός, προσωπικός.
Κάθε νέα ανάγνωση δεν αναιρεί την προηγούμενη. Την εμπλουτίζει. Αυτό ακριβώς χαρακτηρίζει τα αληθινά αριστουργήματα.
Δεν εξαντλούνται ποτέ.
Ένας πίνακας που θεραπεύει αντί να εξηγεί
Ίσως τελικά αυτό να ήταν και το βαθύτερο όραμα του Simberg. Όχι να προσφέρει απαντήσεις. Αλλά να δημιουργήσει έναν πίνακα που λειτουργεί όπως λειτουργεί η ίδια η τέχνη. Δεν καταργεί τον πόνο. Τον μεταμορφώνει. Δεν εξαφανίζει το τραύμα.
Του δίνει νόημα.
Και ίσως γι' αυτό, περισσότερο από εκατό χρόνια μετά, ο “Πληγωμένος Άγγελος” εξακολουθεί να συγκινεί ανθρώπους εντελώς διαφορετικών πολιτισμών, ηλικιών και θρησκειών.
Γιατί ο καθένας αναγνωρίζει μέσα του έναν διαφορετικό άγγελο. Και όλοι, κάποια στιγμή, έχουμε χρειαστεί κάποιον να μας μεταφέρει μέχρι να μπορέσουμε να ξαναπετάξουμε.
Η κληρονομιά ενός αριστουργήματος: Από τη Φινλανδία στην παγκόσμια ιστορία της τέχνης
Υπάρχουν έργα που αγαπήθηκαν αμέσως. Υπάρχουν έργα που απορρίφθηκαν και χρειάστηκαν δεκαετίες για να αναγνωριστούν. Και υπάρχουν ελάχιστα έργα που ξεπέρασαν την ίδια την ιστορία τους και έγιναν μέρος της συλλογικής μνήμης ενός ολόκληρου λαού.
Ο “Πληγωμένος Άγγελος” ανήκει στην τρίτη κατηγορία.
Σήμερα θεωρείται σχεδόν καθολικά το σημαντικότερο έργο της φινλανδικής ζωγραφικής. Δεν είναι απλώς ο πιο γνωστός πίνακας του Hugo Simberg. Είναι η εικόνα που οι ίδιοι οι Φινλανδοί αναγνωρίζουν ως ένα από τα ισχυρότερα πολιτιστικά τους σύμβολα.
Και αυτό είναι αξιοσημείωτο. Διότι δεν απεικονίζει ούτε κάποιον εθνικό ήρωα, ούτε μια ένδοξη μάχη, ούτε κάποιο ιστορικό γεγονός. Απεικονίζει έναν τραυματισμένο άγγελο.
Η θέση του στον ευρωπαϊκό Συμβολισμό
Ο Simberg ανήκει στον μεγάλο ευρωπαϊκό Συμβολισμό, όμως ποτέ δεν υπήρξε τυπικός εκπρόσωπός του. Την εποχή που ο Arnold Böcklin ζωγράφιζε τη μυστηριώδη “Νήσο των Νεκρών” και ο Odilon Redon δημιουργούσε ονειρικά σύμπαντα γεμάτα μάτια, λουλούδια και φανταστικά πλάσματα, ο Simberg ακολούθησε διαφορετικό δρόμο.
Δεν ενδιαφερόταν να εντυπωσιάσει. Δεν επιδίωκε το μεγαλειώδες. Δεν ζωγράφιζε κοσμικά οράματα. Έφερνε το μεταφυσικό μέσα στην καθημερινότητα.
Ο διάλογος με τον Munch
Δεν είναι λίγοι όσοι συγκρίνουν τον Simberg με τον Edvard Munch. Οι δύο καλλιτέχνες ήταν σχεδόν σύγχρονοι. Και οι δύο ασχολήθηκαν με τον ανθρώπινο πόνο. Και οι δύο δημιούργησαν εικόνες που ξεπερνούν τον ρεαλισμό. Υπάρχει όμως μια ουσιαστική διαφορά.
Στον Munch κυριαρχεί το υπαρξιακό άγχος. Στον Simberg κυριαρχεί η σιωπηλή συμπόνια.
Η “Κραυγή” είναι μια έκρηξη.
Ο “Πληγωμένος Άγγελος” είναι ένας ψίθυρος.
Ο ένας ζωγράφος εκφράζει τον πανικό.
Ο άλλος την αποδοχή.
Add comment
Comments