Φόβοι για νέα Credit Suisse: Οι Βρυξέλλες στήνουν γραμμή άμυνας

Published on June 16, 2026 at 11:24 AM

Σχεδόν δύο δεκαετίες μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και τρία χρόνια μετά τη δραματική διάσωση της Credit Suisse, οι Βρυξέλλες εξακολουθούν να αναζητούν έναν αξιόπιστο μηχανισμό που θα αποτρέπει την κατάρρευση μιας μεγάλης τράπεζας χωρίς να επιβαρύνονται οι φορολογούμενοι.

Σύμφωνα με εμπιστευτικό έγγραφο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που αποκάλυψε το Politico, οι ευρωπαϊκές αρχές επεξεργάζονται ένα νέο σχέδιο αντιμετώπισης τραπεζικών κρίσεων, με στόχο να καλύψουν ένα κρίσιμο κενό στο υφιστάμενο σύστημα: τι συμβαίνει όταν μια τράπεζα έχει διασωθεί τυπικά, αλλά δεν διαθέτει τα απαραίτητα μετρητά για να λειτουργήσει την επόμενη ημέρα.

Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να χρηματοδοτήσει τεράστιες επενδύσεις για τον εκσυγχρονισμό των οικονομιών της, την ενίσχυση της άμυνας και την ενεργειακή μετάβαση.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις των Βρυξελλών, οι ανάγκες αυτές ξεπερνούν το €1 τρισ. ετησίως, αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια για νέες κρατικές διασώσεις τραπεζών.

Ο εφιάλτης μιας νέας Credit Suisse στην Ευρώπη

Η κατάρρευση της Credit Suisse το 2023 υπενθύμισε πόσο γρήγορα μπορεί να εξαφανιστεί η εμπιστοσύνη των καταθετών και των αγορών.

Οι ελβετικές αρχές αναγκάστηκαν τότε να κινητοποιήσουν πακέτο στήριξης ύψους περίπου 260 δισ. ελβετικών φράγκων - ποσό που αντιστοιχούσε σχεδόν στο ένα τρίτο του ΑΕΠ της χώρας - προκειμένου να διατηρήσουν τη λειτουργία της τράπεζας μέχρι την απορρόφησή της από την UBS.

Το πρόβλημα για την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ότι δεν διαθέτει έναν ενιαίο κρατικό προϋπολογισμό ή ένα κοινό υπουργείο Οικονομικών που να μπορεί να παρέμβει άμεσα σε μια αντίστοιχη κρίση.

Και αυτό δημιουργεί ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο σενάριο: τι θα συνέβαινε αν μια τράπεζα του μεγέθους της Deutsche Bank, της UniCredit ή της BNP Paribas βρισκόταν ξαφνικά στο χείλος της κατάρρευσης;

Το «πρόβλημα της Δευτέρας το πρωί»

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χαρακτηρίζει το ζήτημα ως το “Monday morning problem”.

Ακόμη και αν μια τράπεζα διασωθεί μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο μέσω των μηχανισμών εξυγίανσης, μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με μαζική φυγή καταθέσεων όταν ανοίξουν οι αγορές τη Δευτέρα.

Με άλλα λόγια, μπορεί να θεωρείται φερέγγυα στα χαρτιά, αλλά να μην διαθέτει την αναγκαία ρευστότητα για να συνεχίσει τη λειτουργία της.

Στο έγγραφο της Επιτροπής επισημαίνεται ότι η απουσία ενός επαρκούς ευρωπαϊκού μηχανισμού δημιουργεί σοβαρά κενά στο πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων, υπονομεύοντας την αξιοπιστία και την εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα.

Παράλληλα, η αβεβαιότητα αυτή μεταφράζεται σε δυνητικούς κινδύνους τόσο για τους εθνικούς προϋπολογισμούς όσο και για τη συνολική οικονομία της ΕΕ.


Το σχέδιο των Βρυξελλών

Η λύση που εξετάζεται θυμίζει ένα “καταρράκτη ευθυνών”, όπου κάθε θεσμός αναλαμβάνει συγκεκριμένο ρόλο σε περίπτωση κρίσης.

Στο πρώτο στάδιο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα παρέχει έκτακτη χρηματοδότηση στην προβληματική τράπεζα.

Ως εγγύηση, η τράπεζα θα εκδίδει ειδικά ομόλογα, τα οποία θα καλύπτονται από το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης (Single Resolution Board - SRB).

Εάν η διάσωση αποτύχει και τα ομόλογα χάσουν την αξία τους, το SRB θα χρησιμοποιεί το Ταμείο Εξυγίανσης ύψους €81 δισ. που έχει ήδη δημιουργηθεί και χρηματοδοτείται από τον τραπεζικό κλάδο.

Αν απαιτηθούν επιπλέον κεφάλαια, το SRB θα μπορεί να δανείζεται από τις ίδιες τις τράπεζες ή να ζητά στήριξη από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM).

Μόνο εφόσον εξαντληθούν όλες οι προηγούμενες επιλογές, η ευθύνη θα μεταφέρεται στο κράτος που φιλοξενεί την προβληματική τράπεζα. Ακόμη και τότε, το κράτος θα μπορεί να αντλήσει πιστωτική γραμμή από τον ESM, περιορίζοντας την άμεση επιβάρυνση των φορολογουμένων.

Οι τράπεζες θα πληρώνουν τον λογαριασμό

Η βασική φιλοσοφία του σχεδίου είναι ότι το τελικό κόστος θα βαραίνει τον τραπεζικό τομέα και όχι τους πολίτες.

Οι μεταρρυθμίσεις που ακολούθησαν την κρίση του 2008 υποχρεώνουν ήδη τις τράπεζες να διαθέτουν ειδικά “μαξιλάρια” κεφαλαίων και μηχανισμούς απορρόφησης ζημιών, ώστε οι μέτοχοι και οι πιστωτές να αναλαμβάνουν πρώτοι το κόστος μιας αποτυχίας.

Ωστόσο, η εμπειρία της Credit Suisse έδειξε ότι η κεφαλαιακή επάρκεια δεν αρκεί όταν χάνεται η εμπιστοσύνη των καταθετών και των αγορών.

Αυτό ακριβώς το κενό επιχειρεί τώρα να καλύψει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Στο τραπέζι των G20

Οι διαβουλεύσεις βρίσκονται ακόμη σε τεχνικό επίπεδο και δεν αναμένεται να φτάσουν στους υπουργούς Οικονομικών εντός του 2026.

Ωστόσο, το θέμα έχει ήδη συζητηθεί από τους αναπληρωτές υπουργούς Οικονομικών της Ευρωζώνης και αποτελεί μία από τις βασικές προτεραιότητες της αμερικανικής προεδρίας των G20.

Οι συζητήσεις αναμένεται να ενταθούν το φθινόπωρο, όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσιάσει τη νέα στρατηγική της για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος.

Μια νέα ασπίδα για την Τραπεζική Ένωση

Η συζήτηση για τη λεγόμενη “ρευστότητα κατά την εξυγίανση” αποτελεί το τελευταίο κομμάτι που λείπει από το οικοδόμημα της Τραπεζικής Ένωσης.

Οι Βρυξέλλες γνωρίζουν ότι η επόμενη τραπεζική κρίση δεν είναι θέμα “αν”, αλλά “πότε”. Και σε μια περίοδο δημοσιονομικής στενότητας, η Ευρώπη επιχειρεί να διασφαλίσει ότι όταν έρθει εκείνη η στιγμή, ο λογαριασμός δεν θα καταλήξει ξανά στους φορολογούμενους.

 

Bjarke Smith-Meyer (Politico.eu)

Απόδοση/Προσαρμογή: Γ.Δ.

Add comment

Comments

There are no comments yet.