ΗΠΑ: Το πλουσιότερο 20% κινεί το 60% της κατανάλωσης – Η Moody’s προειδοποιεί για νέο κίνδυνο «φούσκας»

Published on June 26, 2026 at 4:52 PM

Η αμερικανική οικονομία εμφανίζει ανθεκτικότητα, όμως πίσω από τους θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες κρύβεται μια ολοένα και πιο άνιση πραγματικότητα.

Σύμφωνα με νέα ανάλυση του επικεφαλής οικονομολόγου της Moody’s Analytics, Μαρκ Ζάντι, η ανάπτυξη εξαρτάται πλέον σε πρωτοφανή βαθμό από τις δαπάνες των πιο εύπορων νοικοκυριών, γεγονός που αυξάνει σημαντικά την ευπάθεια της οικονομίας σε περίπτωση αναταράξεων στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Οι πλούσιοι κινούν πλέον το 60% της κατανάλωσης

Λίγο πριν από τη "φούσκα" των εταιρειών του διαδικτύου στα τέλη της δεκαετίας του 1990, το πλουσιότερο 20% των Αμερικανών ευθυνόταν για περίπου το 50% της ιδιωτικής κατανάλωσης, καθώς η εκτόξευση των χρηματιστηριακών αποτιμήσεων αύξανε τον πλούτο τους.

Σήμερα, στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, το φαινόμενο επανέρχεται ακόμη πιο έντονο.

Το ανώτερο 20% των νοικοκυριών πραγματοποιεί πλέον περίπου το 60% του συνόλου των καταναλωτικών δαπανών, γεγονός που σημαίνει ότι η αμερικανική οικονομία εξαρτάται περισσότερο από ποτέ από μια σχετικά μικρή ομάδα εύπορων πολιτών.

Για τον Ζάντι, αυτό δεν αποτελεί από μόνο του πρόβλημα. Δημιουργεί όμως μια οικονομία που ισορροπεί πάνω σε πολύ πιο εύθραυστες βάσεις.

Η ανάπτυξη αφορά σχεδόν αποκλειστικά τα υψηλά εισοδήματα

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Moody’s, τα νοικοκυριά με ετήσιο εισόδημα άνω των 200.000 δολαρίων αύξησαν τις καταναλωτικές τους δαπάνες κατά 6,5% κατά το δωδεκάμηνο που ολοκληρώθηκε το πρώτο τρίμηνο του 2026.

Ακόμη και μετά την αφαίρεση του πληθωρισμού, η πραγματική αύξηση διαμορφώθηκε περίπου στο 4%.

Η εικόνα για την υπόλοιπη κοινωνία είναι εντελώς διαφορετική.

Οι δαπάνες του υπόλοιπου 80% των Αμερικανών παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες σε πραγματικούς όρους, καθώς ο πληθωρισμός απορρόφησε σχεδόν κάθε αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος.

Όπως επισημαίνει ο Ζάντι, αυτή η απόκλιση παραμένει σταθερή από την περίοδο της πανδημίας και εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί οι περισσότεροι Αμερικανοί δηλώνουν δυσαρεστημένοι με την προσωπική οικονομική τους κατάσταση, παρά τους σχετικά θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες.

Γιατί οι πολίτες αισθάνονται ότι η οικονομία δεν τους αφορά

Η αντίθεση ανάμεσα στα επίσημα οικονομικά στοιχεία και στην καθημερινή εμπειρία των πολιτών γίνεται ολοένα πιο εμφανής.

Η ανεργία παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, το αμερικανικό ΑΕΠ αυξήθηκε με ετήσιο ρυθμό 2,1% το πρώτο τρίμηνο του 2026 και η ιδιωτική κατανάλωση εξακολουθεί να στηρίζει την ανάπτυξη.

Ωστόσο, η αγοραστική δύναμη της μεγάλης πλειονότητας των νοικοκυριών παραμένει στάσιμη, με αποτέλεσμα το κόστος ζωής να κυριαρχεί στην πολιτική ατζέντα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.

Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Moody’s χαρακτηρίζει την αμερικανική οικονομία "K-shaped", όπου οι εύποροι συνεχίζουν να ευημερούν, ενώ τα μεσαία και χαμηλότερα εισοδήματα δυσκολεύονται να ακολουθήσουν.


Το χρηματιστήριο τροφοδοτεί την κατανάλωση

Η αυξημένη κατανάλωση των εύπορων νοικοκυριών συνδέεται άμεσα με τη μεγάλη άνοδο των χρηματιστηριακών αγορών.

Πρόκειται για το λεγόμενο wealth effect (φαινόμενο πλούτου): όταν αυξάνεται η αξία των επενδυτικών χαρτοφυλακίων, οι ιδιοκτήτες τους αισθάνονται οικονομικά ασφαλέστεροι και καταναλώνουν περισσότερο, ακόμη κι αν το εισόδημά τους δεν έχει μεταβληθεί αντίστοιχα.

Το πρόβλημα είναι ότι σχεδόν ολόκληρο αυτό το επενδυτικό κεφάλαιο βρίσκεται συγκεντρωμένο στα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Federal Reserve που επικαλείται η Moody’s, σχεδόν το 90% των μετοχών και των αμοιβαίων κεφαλαίων στις Ηνωμένες Πολιτείες ανήκει στο πλουσιότερο 20% των νοικοκυριών, ενώ η συγκέντρωση αυτή έχει ενισχυθεί ακόμη περισσότερο τα τελευταία χρόνια.

Υπάρχουν ενδείξεις υπερτίμησης των αγορών

Ο Ζάντι αποφεύγει να χαρακτηρίσει τη σημερινή χρηματιστηριακή αγορά ως "φούσκα". Ωστόσο, σημειώνει ότι τα προειδοποιητικά σημάδια πληθαίνουν.

Όπως εξηγεί, αρκετοί τίτλοι εμφανίζουν αποτιμήσεις που κινούνται στα όρια της κερδοσκοπίας, ενώ οι βασικοί δείκτες αποτίμησης εκπέμπουν ήδη προειδοποιητικά σήματα.

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στον δείκτη τιμής προς κέρδη (P/E), ο οποίος διαμορφώνεται περίπου στις 19 φορές τα κέρδη, επίπεδο που θεωρείται απαιτητικό με βάση τα ιστορικά δεδομένα.

"Θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η αγορά βρίσκεται ήδη σε φούσκα", σημειώνει χαρακτηριστικά. "Ωστόσο, οι ενδείξεις που δικαιολογούν αυξημένη προσοχή συσσωρεύονται".

Μια οικονομία περισσότερο ευάλωτη από ποτέ

Η μεγαλύτερη ανησυχία δεν αφορά μόνο το ύψος των αποτιμήσεων, αλλά τη δομή της ίδιας της αμερικανικής οικονομίας.

Όσο μεγαλύτερο μέρος της ανάπτυξης στηρίζεται στην κατανάλωση των πλουσιότερων νοικοκυριών, τόσο περισσότερο η οικονομική δραστηριότητα εξαρτάται από την πορεία των χρηματιστηριακών αγορών.

Εάν οι τιμές των μετοχών υποχωρήσουν σημαντικά, το φαινόμενο πλούτου μπορεί να λειτουργήσει αντίστροφα: οι εύποροι θα περιορίσουν τις δαπάνες τους, στερώντας από την οικονομία τον βασικό κινητήριο μοχλό της ανάπτυξης.

Και επειδή σήμερα οι δαπάνες του ανώτερου 20% αντιστοιχούν σχεδόν στα δύο τρίτα της συνολικής κατανάλωσης, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να έχει πολύ μεγαλύτερες επιπτώσεις από ό,τι σε προηγούμενους οικονομικούς κύκλους.

 


Eleanor Pringle (Fortune)

Απόδοση/Προσαρμογή: Μ.Κ.

 

Add comment

Comments

There are no comments yet.