Η αγορά αμερικανικών κρατικών ομολόγων έστειλε το μήνυμά της στην Ουάσιγκτον - και αυτή τη φορά το υπουργείο Οικονομικών αποφάσισε να απαντήσει.

Από τον Γ.Δ. | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Μετά από ένα νέο κύμα ισχυρών πιέσεων στα μακροπρόθεσμα αμερικανικά ομόλογα, που οδήγησε την απόδοση του 30ετούς τίτλου στα υψηλότερα επίπεδα από το 2007, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε την Τετάρτη 19 Αυγούστου ότι αυξάνει δραστικά τις επαναγορές κρατικού χρέους στο μακρύ άκρο της καμπύλης.
Το μέγιστο ύψος των συγκεκριμένων πράξεων θα αυξηθεί από τα $2 δισ. σε τουλάχιστον $4 δισ. ανά συναλλαγή.
Η αλλαγή αφορά ομόλογα διάρκειας 10 έως 20 ετών και 20 έως 30 ετών και θα εφαρμοστεί από τις 9 Σεπτεμβρίου έως τις 4 Νοεμβρίου.
Η ανακοίνωση είχε άμεση επίδραση.
Οι τιμές των αμερικανικών ομολόγων ανέκαμψαν, οι αποδόσεις υποχώρησαν απότομα και οι χρηματιστηριακές αγορές αντέδρασαν θετικά.
Πίσω όμως από αυτή την τεχνική κίνηση του Treasury βρίσκεται ένα πολύ μεγαλύτερο ζήτημα: το αυξανόμενο κόστος με το οποίο η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου χρηματοδοτεί το τεράστιο δημόσιο χρέος της.
Το 30ετές είχε φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο από το 2007
Η παρέμβαση δεν ήρθε σε μια συνηθισμένη συνεδρίαση της αγοράς ομολόγων. Μία ημέρα νωρίτερα, η απόδοση του αμερικανικού 30ετούς Treasury είχε φτάσει στο 5,327%, στο υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούνιο του 2007.
Το 10ετές είχε φτάσει έως περίπου το 4,747%, επίπεδο που είχε να καταγραφεί από τις αρχές του 2025.
Για μια οικονομία που πρέπει να αναχρηματοδοτεί τεράστιους όγκους χρέους, τέτοιες αποδόσεις δεν αποτελούν απλώς χρηματιστηριακή λεπτομέρεια. Μεταφράζονται σταδιακά σε υψηλότερες δαπάνες τόκων για το αμερικανικό Δημόσιο.
Παράλληλα, επηρεάζουν ολόκληρη την οικονομία.
Τα Treasury αποτελούν ουσιαστικά τη βάση πάνω στην οποία τιμολογείται μεγάλο μέρος του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Όταν ανεβαίνει η απόδοση του 10ετούς ή του 30ετούς, αυξάνεται το απαιτούμενο κόστος απόδοσης για στεγαστικά δάνεια, εταιρικά ομόλογα, επιχειρηματικό δανεισμό και πολλές άλλες μορφές χρηματοδότησης.
Και αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους η Wall Street παρακολουθεί πλέον την αγορά ομολόγων σχεδόν με την ίδια αγωνία με την Federal Reserve.
Τι ακριβώς ανακοίνωσε το αμερικανικό ΥΠΟΙΚ
Η ανακοίνωση του Treasury είναι συγκεκριμένη.
Το υπουργείο αυξάνει "τουλάχιστον κατά το διπλάσιο" το μέγεθος των πράξεων επαναγοράς που πραγματοποιούνται για την υποστήριξη της ρευστότητας στα μακροπρόθεσμα nominal coupon securities.
Μέχρι σήμερα, το ανώτατο όριο ήταν:
- 2 δισ. δολάρια ανά πράξη.
Πλέον γίνεται:
- τουλάχιστον 4 δισ. δολάρια ανά πράξη.
Η αύξηση αφορά δύο περιοχές της καμπύλης:
- τίτλους διάρκειας 10 έως 20 ετών
- τίτλους διάρκειας 20 έως 30 ετών
Το νέο καθεστώς ξεκινά στις 9 Σεπτεμβρίου 2026 και θα παραμείνει σε ισχύ έως τις 4 Νοεμβρίου 2026.
Η επιλογή αυτών των λήξεων έχει ιδιαίτερη σημασία. Είναι ακριβώς το τμήμα της αγοράς στο οποίο οι επενδυτές απαιτούν το τελευταίο διάστημα σημαντικά υψηλότερη απόδοση για να αναλάβουν τον κίνδυνο κατοχής αμερικανικού χρέους για δεκαετίες.
Τι είναι οι επαναγορές κρατικού χρέους
Η λέξη "επαναγορά" μπορεί εύκολα να δημιουργήσει λάθος εντύπωση. Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών δεν αγοράζει ομόλογα με τον ίδιο τρόπο που αγοράζει τίτλους η Federal Reserve όταν εφαρμόζει ποσοτική χαλάρωση.
Το Treasury εκδίδει κρατικό χρέος.
Μέσω του προγράμματος buybacks μπορεί παράλληλα να αγοράζει στην αγορά παλαιότερους τίτλους που βρίσκονται ήδη στα χαρτοφυλάκια επενδυτών.
Ένας βασικός στόχος είναι η βελτίωση της ρευστότητας.
Καθώς περνά ο χρόνος, οι παλαιότερες σειρές ομολόγων - τα λεγόμενα off-the-run Treasuries - μπορούν να γίνουν λιγότερο εμπορεύσιμες από τις νεότερες εκδόσεις.
Το Treasury αγοράζοντας μέρος αυτών των τίτλων μπορεί να μειώσει τις δυσλειτουργίες και να βοηθήσει τη λειτουργία της δευτερογενούς αγοράς. Το πρόγραμμα επαναγορών επανήλθε το 2024, έπειτα από περισσότερες από δύο δεκαετίες.
Και αυτό έχει σημασία: οι επαναγορές δεν δημιουργήθηκαν τώρα ως έκτακτη απάντηση στην άνοδο των αποδόσεων.
Αυτό που αλλάζει τώρα είναι το μέγεθος της παρέμβασης ειδικά στους μακροπρόθεσμους τίτλους.
Γιατί το Treasury ανησυχεί για το μακρύ άκρο
Το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στο λεγόμενο long end της καμπύλης αποδόσεων. Η Federal Reserve μπορεί να επηρεάσει σχετικά άμεσα τα πολύ βραχυπρόθεσμα επιτόκια μέσω του βασικού επιτοκίου της.
Δεν ελέγχει όμως άμεσα την απόδοση του 20ετούς ή του 30ετούς Treasury.
Εκεί η αγορά τιμολογεί μια σειρά από μακροπρόθεσμους κινδύνους:
- τον πληθωρισμό,
- το δημόσιο χρέος,
- τα δημοσιονομικά ελλείμματα,
- τις μελλοντικές εκδόσεις ομολόγων,
- τη μελλοντική πολιτική της Fed,
- αλλά και το λεγόμενο term premium, δηλαδή την πρόσθετη απόδοση που ζητούν οι επενδυτές για να δεσμεύσουν τα χρήματά τους για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Όσο περισσότερο αμφιβάλλουν οι επενδυτές για τη μακροπρόθεσμη δημοσιονομική και πληθωριστική πορεία των ΗΠΑ, τόσο μεγαλύτερο premium μπορούν να απαιτούν.
Χρέος, ελλείμματα και τεράστιες ανάγκες χρηματοδότησης
Εδώ βρίσκεται και ο "ελέφαντας στο δωμάτιο".
Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να εμφανίζουν πολύ μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα, ενώ το ομοσπονδιακό χρέος έχει αυξηθεί δραματικά. Αυτό σημαίνει ότι το Treasury πρέπει συνεχώς να αντλεί τεράστια ποσά από τις αγορές: τόσο για να καλύπτει το νέο έλλειμμα όσο και για να αναχρηματοδοτεί τίτλους που λήγουν.
Όταν η προσφορά κρατικού χρέους αυξάνεται, η αγορά πρέπει να βρει αρκετούς επενδυτές πρόθυμους να το απορροφήσουν. Και αν η ζήτηση δεν επαρκεί στις υπάρχουσες τιμές, συμβαίνει το αυτονόητο: οι τιμές των ομολόγων πέφτουν και οι αποδόσεις ανεβαίνουν.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο η δημοσιονομική πολιτική αρχίζει να συναντά την αγορά.
Ο πόλεμος, το πετρέλαιο και ο πληθωρισμός
Στο ήδη δύσκολο δημοσιονομικό περιβάλλον προστέθηκε και ένας νέος παράγοντας: η γεωπολιτική ένταση και η άνοδος των ενεργειακών τιμών.
Οι ανησυχίες γύρω από τη σύγκρουση με το Ιράν και τις εξελίξεις στο Στενό του Ορμούζ έχουν οδηγήσει το πετρέλαιο ξανά πάνω από τα $90 το βαρέλι. Το Brent κινήθηκε την Τετάρτη κοντά στα $92.
Για την αγορά ομολόγων, ακριβότερο πετρέλαιο σημαίνει έναν πρόσθετο πληθωριστικό κίνδυνο. Και υψηλότερος αναμενόμενος πληθωρισμός σημαίνει ότι ένας επενδυτής θα ζητήσει μεγαλύτερη ονομαστική απόδοση για να κρατήσει ένα ομόλογο για 20 ή 30 χρόνια.
Έτσι δημιουργείται ένας επικίνδυνος συνδυασμός: μεγάλα ελλείμματα + τεράστια προσφορά χρέους + γεωπολιτικός κίνδυνος + ακριβότερη ενέργεια + φόβος πληθωρισμού.
Και ένας νέος ανταγωνιστής για το διαθέσιμο κεφάλαιο: η AI
Υπάρχει όμως και ένας λιγότερο προφανής παράγοντας. Οι τεράστιες επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη απαιτούν πρωτοφανή κεφάλαια.
Data centers, ενεργειακές υποδομές, chips και δίκτυα χρηματοδοτούνται εν μέρει μέσω τεράστιων επενδυτικών προγραμμάτων και εταιρικού δανεισμού. Αυτό σημαίνει ότι το αμερικανικό Δημόσιο δεν αναζητά κεφάλαια σε κενό.
Ανταγωνίζεται μια ιδιωτική οικονομία που επίσης χρειάζεται τεράστια χρηματοδότηση.
Όσο μεγαλύτερη είναι συνολικά η ζήτηση για κεφάλαια, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να γίνει η πίεση στις μακροπρόθεσμες αποδόσεις.
Η αγορά αντέδρασε μέσα σε λίγα λεπτά
Η αντίδραση στην ανακοίνωση ήταν άμεση. Η απόδοση του 10ετούς Treasury υποχώρησε περίπου στο 4,64% - 4,65%, ενώ η απόδοση του 30ετούς κινήθηκε κοντά στο 5,20%.
Σε σχέση με τα επίπεδα της προηγούμενης ημέρας, η αποκλιμάκωση ήταν σημαντική. Και επειδή οι τιμές των ομολόγων κινούνται αντίστροφα από τις αποδόσεις, αυτό σημαίνει ότι οι τιμές ανέκαμψαν.
Η αντίδραση πέρασε αμέσως και στη Wall Street.
Ο Dow Jones ενισχύθηκε περίπου 200 μονάδες μετά την ανακοίνωση, ενώ S&P 500 και Nasdaq κινήθηκαν επίσης περίπου 0,4% υψηλότερα στις πρώτες συναλλαγές.
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί.
Γιατί πανηγυρίζουν οι μετοχές όταν πέφτει το 10ετές
Μια μετοχή αντιπροσωπεύει ουσιαστικά την αξία των μελλοντικών κερδών μιας εταιρείας. Όσο υψηλότερο είναι το επιτόκιο με το οποίο προεξοφλούνται αυτά τα μελλοντικά κέρδη, τόσο μικρότερη είναι η σημερινή τους αξία.
Γι’ αυτό η άνοδος των αποδόσεων των Treasury αποτελεί συχνά πρόβλημα για τις μετοχές - και ιδιαίτερα για τις εταιρείες ανάπτυξης και τεχνολογίας.
Υπάρχει και ένας δεύτερος μηχανισμός. Εάν ένα σχεδόν χωρίς πιστωτικό κίνδυνο αμερικανικό κρατικό ομόλογο προσφέρει πάνω από 5%, ο επενδυτής έχει λιγότερους λόγους να αναλάβει μεγάλο κίνδυνο στις μετοχές.
Όταν λοιπόν οι αποδόσεις υποχωρούν, ένα μέρος αυτής της πίεσης εξαφανίζεται.
Είναι αυτό QE από την πίσω πόρτα;
Εδώ χρειάζεται προσοχή. Οι επαναγορές του Treasury δεν είναι quantitative easing.
Στο QE η Federal Reserve δημιουργεί αποθεματικά και αγοράζει τίτλους, διευρύνοντας τον ισολογισμό της και επηρεάζοντας τις χρηματοπιστωτικές συνθήκες μέσω της νομισματικής πολιτικής.
Στην περίπτωση των Treasury buybacks, το υπουργείο Οικονομικών διαχειρίζεται τη σύνθεση του υφιστάμενου χρέους και τη ρευστότητα της αγοράς.
Ούτε σημαίνει απαραίτητα ότι το συνολικό αμερικανικό χρέος μειώνεται. Το Treasury μπορεί να επαναγοράζει παλαιότερους μακροπρόθεσμους τίτλους ενώ ταυτόχρονα χρηματοδοτεί τις ανάγκες του εκδίδοντας νέο χρέος, συμπεριλαμβανομένων βραχυπρόθεσμων τίτλων.
Ορισμένοι αναλυτές βλέπουν πάντως στην απόφαση ένα σαφές μήνυμα: η Ουάσιγκτον δεν θέλει να αφήσει μια δυσλειτουργική άνοδο των μακροπρόθεσμων αποδόσεων να εξελιχθεί ανεξέλεγκτα.
Το φάντασμα των «bond vigilantes»
Τα τελευταία χρόνια επέστρεψε στο λεξιλόγιο των αγορών ένας παλιός όρος: bond vigilantes.
Περιγράφει τους επενδυτές που "τιμωρούν" κυβερνήσεις όταν θεωρούν ότι η δημοσιονομική πολιτική γίνεται υπερβολικά χαλαρή.
Δεν χρειάζεται να πουλήσουν συντονισμένα. Αρκεί να απαιτήσουν υψηλότερη απόδοση για να αγοράσουν το νέο χρέος. Και αυτή είναι μια εξαιρετικά ισχυρή μορφή πειθαρχίας.
Μια κυβέρνηση μπορεί να αγνοήσει για ένα διάστημα τις προειδοποιήσεις οικονομολόγων ή πολιτικών αντιπάλων.Είναι πολύ δυσκολότερο να αγνοήσει μια αγορά που αυξάνει καθημερινά το κόστος χρηματοδότησής της.
Το μεγάλο ερώτημα: Ποιος θα αγοράσει όλο αυτό το χρέος;
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο ερώτημα της επόμενης δεκαετίας για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Για δεκαετίες, τα Treasury αποτελούσαν το κατεξοχήν ασφαλές περιουσιακό στοιχείο του παγκόσμιου συστήματος.
Κεντρικές τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, συνταξιοδοτικά ταμεία, τράπεζες και ιδιώτες επενδυτές απορροφούσαν τεράστιες ποσότητες αμερικανικού χρέους.
Αυτό εξακολουθεί να ισχύει. Όμως η ποσότητα που πρέπει να απορροφηθεί γίνεται όλο και μεγαλύτερη.
Και όταν οι επενδυτές γνωρίζουν ότι τα επόμενα χρόνια θα έρθουν νέες τεράστιες εκδόσεις, έχουν λιγότερο κίνητρο να αγοράσουν σήμερα ένα 30ετές ομόλογο με χαμηλή απόδοση.
Μπορούν απλώς να περιμένουν υψηλότερη.
Αυτός ο μηχανισμός μπορεί από μόνος του να δημιουργήσει ανοδική πίεση στις αποδόσεις.
Η παγίδα των τόκων
Υπάρχει και ένας δεύτερος φαύλος κύκλος. Όσο αυξάνεται το επιτόκιο με το οποίο αναχρηματοδοτείται το χρέος, τόσο αυξάνονται οι δαπάνες τόκων. Όσο αυξάνονται οι τόκοι, τόσο μεγαλύτερο μπορεί να γίνεται το δημοσιονομικό έλλειμμα.
Και όσο μεγαλύτερο γίνεται το έλλειμμα, τόσο περισσότερο νέο χρέος πρέπει να εκδοθεί.
Δηλαδή: υψηλότερες αποδόσεις → περισσότεροι τόκοι → μεγαλύτερο έλλειμμα → περισσότερες εκδόσεις → πιθανή νέα πίεση στις αποδόσεις.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται μπροστά σε κρίση χρέους.
Διαθέτουν το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, τη βαθύτερη κεφαλαιαγορά του κόσμου και μια οικονομία τεράστιας παραγωγικής δυναμικότητας.
Σημαίνει όμως ότι το κόστος της δημοσιονομικής πολιτικής γίνεται πλέον πολύ πιο ορατό στις αγορές.
Μπορούν οι επαναγορές των 4 δισ. να αλλάξουν την εικόνα;
Μόνες τους, όχι.Η αγορά των αμερικανικών Treasury είναι τεράστια. Η αύξηση μιας πράξης επαναγοράς από $2 σε τουλάχιστον $4 δισ. δεν μπορεί να αντισταθμίσει τις συνολικές ανάγκες χρηματοδότησης της αμερικανικής κυβέρνησης.
Η σημασία της ανακοίνωσης βρίσκεται περισσότερο στο σήμα πολιτικής που εκπέμπει.
Το Treasury δείχνει ότι παρακολουθεί στενά τις συνθήκες στο μακρύ άκρο της αγοράς και είναι διατεθειμένο να χρησιμοποιήσει ενεργότερα το πρόγραμμα buybacks για να ενισχύσει τη ρευστότητα.
Γι’ αυτό και η αντίδραση των αγορών ήταν πολύ μεγαλύτερη από ό,τι θα δικαιολογούσε ίσως το απόλυτο ποσό των επαναγορών.
Το μήνυμα της αγοράς προς την Ουάσιγκτον
Η μεγάλη εικόνα, επομένως, δεν αφορά τα $2 ή τα $4 δισ..
Αφορά το γεγονός ότι το 30ετές αμερικανικό ομόλογο έφτασε πάνω από το 5,3% και σε υψηλό σχεδόν δύο δεκαετιών, αναγκάζοντας την Ουάσιγκτον να αυξήσει την παρέμβασή της ακριβώς στο πιο πιεσμένο τμήμα της αγοράς.
- Η σημερινή κίνηση μπορεί να προσφέρει ανακούφιση.
- Μπορεί να βελτιώσει τη ρευστότητα.
- Μπορεί ακόμη και να περιορίσει προσωρινά το premium που απαιτούν οι επενδυτές για τα παλαιότερα μακροπρόθεσμα ομόλογα.
- Δεν μπορεί όμως να λύσει το θεμελιώδες πρόβλημα.
Αν τα δημοσιονομικά ελλείμματα παραμείνουν τεράστια, αν ο πληθωρισμός παραμένει επίμονος και αν η αγορά γνωρίζει ότι πρέπει να απορροφήσει ολοένα μεγαλύτερη προσφορά χρέους, η πίεση στο κόστος δανεισμού μπορεί να επιστρέψει.
Και αυτό είναι το πραγματικό μήνυμα της σημερινής ημέρας. Για χρόνια το ερώτημα στην Ουάσιγκτον ήταν πόσο χρέος μπορούν να εκδώσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Η αγορά αρχίζει να θέτει ένα διαφορετικό ερώτημα: με ποια απόδοση θα είναι διατεθειμένος ο κόσμος να συνεχίσει να το αγοράζει;
Add comment
Comments