Μια κίνηση που πριν από μερικά χρόνια θα έμοιαζε σχεδόν αδιανόητη εξετάζει η Αθήνα: να κλείσει το 2026 έχοντας προχωρήσει σε πρόωρες αποπληρωμές δημόσιου χρέους συνολικού ύψους περίπου €13 δισ..
Το σχέδιο αποκαλύπτει το Bloomberg, επικαλούμενο πρόσωπο με γνώση των σχετικών συζητήσεων, και αποτελεί την τελευταία - και μέχρι στιγμής μία από τις μεγαλύτερες - κινήσεις στην επιθετική στρατηγική αποκλιμάκωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους.
Ο στόχος δεν είναι μόνο λογιστικός.
Η Ελλάδα επιδιώκει να επιταχύνει τόσο πολύ τη μείωση του χρέους της ώστε ήδη στο τέλος του 2026 ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ να βρίσκεται χαμηλότερα από τον αντίστοιχο της Ιταλίας.
Και αυτό έχει ιδιαίτερο συμβολισμό.
Η χώρα που πριν από μία δεκαετία βρισκόταν στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους, αποκλεισμένη από τις αγορές και εξαρτημένη από τρία προγράμματα διάσωσης, μπορεί μέσα σε λίγους μήνες να πάψει να είναι η περισσότερο χρεωμένη οικονομία της Ευρωζώνης.
Τι ακριβώς σημαίνουν τα €13 δισ.
Το πρώτο στοιχείο που χρειάζεται διευκρίνιση είναι ότι τα περίπου €13 δισ. δεν αποτελούν μία καινούργια εφάπαξ πληρωμή που θα γίνει από σήμερα έως τον Δεκέμβριο.
Πρόκειται για το συνολικό ύψος των πρόωρων αποπληρωμών και της πρόσθετης μείωσης του βραχυπρόθεσμου χρέους που σχεδιάζεται για ολόκληρο το 2026.
Ήδη τον Ιούνιο η Ελλάδα προχώρησε σε πρόωρη αποπληρωμή €6,9 δισ. δανείων της περιόδου των προγραμμάτων διάσωσης.
Στο νέο σκέλος του σχεδιασμού, σύμφωνα με τις πληροφορίες που μεταδίδει το Bloomberg, περιλαμβάνονται:
- περίπου €2,5 δισ. δανείων του EFSF,
- ομόλογο ύψους €2,2 δισ. που κανονικά λήγει το 2027,
- και μείωση κατά περίπου €1,2 δισ. του υπολοίπου των εντόκων γραμματίων έως τις 31 Δεκεμβρίου.
Μαζί με τα €6,9 δισ. του Ιουνίου, οι κινήσεις αυτές ανεβάζουν το συνολικό ποσό κοντά στα 12,8-13 δισ..
Το Bloomberg επισημαίνει πάντως ότι οι νέες αποφάσεις δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί και επομένως το τελικό μείγμα μπορεί να μεταβληθεί. (
Γιατί η Ελλάδα πληρώνει χρέος πριν από τη λήξη του;
Η πρόωρη εξόφληση χρέους δεν έχει νόημα μόνο επειδή μειώνει τον ονομαστικό όγκο των υποχρεώσεων του Δημοσίου.
Αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής διαχείρισης του χρέους.
Με την εξόφληση υποχρεώσεων πριν αυτές ωριμάσουν, το Δημόσιο μειώνει τις μελλοντικές χρηματοδοτικές του ανάγκες και απελευθερώνεται από ένα μέρος των πληρωμών που διαφορετικά θα έπρεπε να πραγματοποιήσει τα επόμενα χρόνια.
Παράλληλα, στέλνει στις αγορές ένα ισχυρό μήνυμα: ότι η χώρα διαθέτει επαρκή ρευστότητα ώστε όχι απλώς να εξυπηρετεί κανονικά τις υποχρεώσεις της, αλλά να τις εξοφλεί νωρίτερα.
Ακριβώς αυτό το στοιχείο υπογραμμίζει το Bloomberg, σημειώνοντας ότι η Αθήνα αξιοποιεί τόσο τα σημαντικά δημοσιονομικά πλεονάσματα όσο και την υψηλή υπερβάλλουσα ρευστότητα που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια.
Τα ταμειακά διαθέσιμα παραμένουν πάνω από €30 δισ.
Ίσως το εντυπωσιακότερο μέρος της στρατηγικής είναι ότι οι μεγάλες πρόωρες αποπληρωμές δεν αναμένεται να εξαντλήσουν το "μαξιλάρι" ασφαλείας της χώρας.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που επικαλείται το Bloomberg, τα ταμειακά διαθέσιμα της Ελλάδας εκτιμάται ότι θα εξακολουθούν να υπερβαίνουν τα €30 δισ. στο τέλος του 2026, ακόμη και μετά τις σχεδιαζόμενες κινήσεις.
Αυτό είναι κρίσιμο.
Η πρόωρη αποπληρωμή χρέους θα ήταν πολύ λιγότερο ελκυστική εάν άφηνε το Δημόσιο χωρίς σημαντικό απόθεμα ρευστότητας. Η διατήρηση ενός μεγάλου ταμειακού αποθέματος λειτουργεί ως ασφάλεια απέναντι σε διαταραχές των αγορών, γεωπολιτικές κρίσεις ή μια ξαφνική άνοδο του κόστους δανεισμού.
Στην πράξη, η στρατηγική επιχειρεί να συνδυάσει δύο στόχους που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν ανταγωνιστικοί: ταχεία μείωση του χρέους και ταυτόχρονα διατήρηση ισχυρού αποθέματος ασφαλείας.
Από το 209,4% στο 137% του ΑΕΠ
Για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος της μεταβολής, αρκεί μία σύγκριση.
Το ελληνικό δημόσιο χρέος κορυφώθηκε το 2020 στο 209,4% του ΑΕΠ.
Το 2025 είχε ήδη υποχωρήσει στο 145,9%.
Τώρα, σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις που επικαλούνται τόσο το Bloomberg όσο και προηγούμενο ρεπορτάζ του Reuters, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αναμένεται να διαμορφωθεί περίπου στο 137% το 2026.
Μιλάμε δηλαδή για πτώση άνω των 70 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ σε σύγκριση με την κορύφωση της πανδημίας.
Πρόκειται για μία από τις ταχύτερες αποκλιμακώσεις δημόσιου χρέους στην Ευρώπη.
Η πτώση δεν προέρχεται μόνο από αποπληρωμές. Τροφοδοτείται από έναν συνδυασμό: οικονομικής ανάπτυξης, πληθωρισμού που αυξάνει το ονομαστικό ΑΕΠ, πρωτογενών πλεονασμάτων και ενεργητικής διαχείρισης του ίδιου του αποθέματος χρέους.
Η «προσπέραση» της Ιταλίας
Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη πολιτική και οικονομική σημασία εξαιτίας της Ιταλίας.
Η Ρώμη αναμένει ότι ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ θα κορυφωθεί περίπου στο 138,6% το 2026, από 137,1% το 2025.
Εάν η Ελλάδα βρεθεί πράγματι στο 137%, τότε στο τέλος της χρονιάς θα έχει χαμηλότερο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ από την Ιταλία.
Η διαφορά είναι μικρή αριθμητικά. Η σημασία της, όμως, είναι τεράστια.
Επί περίπου δύο δεκαετίες το ελληνικό δημόσιο χρέος ήταν συνώνυμο στην Ευρώπη με τον ακραίο δημοσιονομικό κίνδυνο.
Τώρα η Ελλάδα βρίσκεται κοντά στο σημείο όπου δεν θα κατέχει πλέον την αρνητική πρωτιά.
Μάλιστα, το Bloomberg σημειώνει ότι αυτή η αλλαγή μπορεί να πραγματοποιηθεί νωρίτερα από ό,τι εκτιμούσε μέχρι σήμερα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Η μεγάλη διαφορά Ελλάδας και Ιταλίας
Πίσω από την αλλαγή των θέσεων κρύβονται δύο εντελώς διαφορετικές δυναμικές.
Η Ελλάδα μειώνει σταθερά τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ.
Η Ιταλία δυσκολεύεται να κάνει το ίδιο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που είχε συγκεντρώσει το Reuters τον Απρίλιο, η Ελλάδα είχε μειώσει το χρέος της πάνω από 60 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ μεταξύ της κορύφωσης του 2020 και του 2025, ενώ η αντίστοιχη μείωση στην Ιταλία ήταν περίπου 17 ποσοστιαίες μονάδες.
Παράλληλα, η ελληνική οικονομία είχε αναπτυχθεί με ρυθμούς άνω του 2% επί τρία συνεχόμενα χρόνια, ξεπερνώντας τον μέσο ευρωπαϊκό ρυθμό, ενώ η Ιταλία είχε καταγράψει τρία συνεχόμενα χρόνια ανάπτυξης χαμηλότερης του 1% από το 2023 έως το 2025.
Αυτό αναδεικνύει μια βασική αρχή της δυναμικής του δημόσιου χρέους: Δεν αρκεί μόνο να αποπληρώνεται χρέος. Χρειάζεται παράλληλα να αυξάνεται ο παρονομαστής, δηλαδή το ΑΕΠ.
Όσο ταχύτερα αυξάνεται η οικονομία σε ονομαστικούς όρους, τόσο ευκολότερα μειώνεται το βάρος ενός δεδομένου αποθέματος χρέους.
Το πρωτογενές πλεόνασμα ξεπερνά τον στόχο
Η νέα κίνηση δεν εμφανίζεται σε δημοσιονομικό κενό.
Τα προκαταρκτικά στοιχεία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού για το επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2026 δείχνουν πρωτογενές πλεόνασμα €5,725 δισ., έναντι στόχου €4,417 δισ. με βάση την τροποποιημένη ταμειακή μέθοδο.
Το υπουργείο Οικονομικών διευκρινίζει ότι ένα μεγάλο μέρος της φαινομενικής υπέρβασης σχετίζεται με χρονικές μετατοπίσεις πληρωμών και άλλες λογιστικές διαφοροποιήσεις. Μετά τις σχετικές προσαρμογές, η υπερεκτέλεση έναντι του στόχου περιορίζεται περίπου στα €256 εκατ..
Αυτό έχει σημασία, επειδή αποτρέπει μια υπεραπλουστευμένη ανάγνωση των αριθμών.
Το γεγονός ότι το ταμειακό πρωτογενές πλεόνασμα εμφανίζεται €1,3 δισ. υψηλότερο από τον στόχο δεν σημαίνει ότι υπάρχουν αυτομάτως €1,3 δισ. "ελεύθερα χρήματα" προς διάθεση.
Παρόλα αυτά, οι πληροφορίες του Bloomberg αναφέρουν ότι η συνολική δημοσιονομική εικόνα εξακολουθεί να είναι καλύτερη από τις αρχικές προβλέψεις και ότι το πρωτογενές αποτέλεσμα αναμένεται να υπερβεί και φέτος τον ετήσιο στόχο.
Το σχέδιο είχε ξεκινήσει πολύ πριν από τα €13 δισ.
Η κίνηση του 2026 δεν είναι μεμονωμένο γεγονός.
Η Ελλάδα έχει ακολουθήσει συστηματική πολιτική πρόωρων αποπληρωμών εδώ και αρκετά χρόνια.
Το 2022 εξόφλησε πλήρως και πρόωρα τα δάνεια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
Παράλληλα, επιτάχυνε την αποπληρωμή των διμερών δανείων του πρώτου προγράμματος διάσωσης.
Στα τέλη του 2024 είχε ήδη αποπληρώσει περίπου €22 δισ. από τα συνολικά €53 δισ. των δανείων του πρώτου πακέτου διάσωσης, σύμφωνα με το Reuters.
Ο ευρύτερος στόχος είναι αυτά τα δάνεια να έχουν εξοφληθεί πλήρως μέχρι το 2031, περίπου δέκα χρόνια πριν από την κανονική λήξη τους.
Η αρχική στρατηγική προέβλεπε ετήσιες πρόωρες αποπληρωμές περίπου €5 δισ., όμως οι καλύτερες δημοσιονομικές συνθήκες επιτρέπουν πλέον πιο επιθετικές κινήσεις.
Από τα δάνεια του πρώτου Μνημονίου στον EFSF
Υπάρχει όμως μία ακόμη ενδιαφέρουσα διάσταση στο νέο σχέδιο.
Μέχρι τώρα, μεγάλο μέρος των πρόωρων πληρωμών επικεντρωνόταν στα διμερή δάνεια του Greek Loan Facility, δηλαδή του πρώτου προγράμματος στήριξης.
Το νέο σχέδιο που περιγράφει το Bloomberg περιλαμβάνει και περίπου €2,5 δισ. δανείων του EFSF.
Εφόσον υλοποιηθεί, αυτό δείχνει ότι η ενεργητική διαχείριση του ελληνικού χρέους αρχίζει να περνά σε επόμενο στάδιο: όχι μόνο στην επιτάχυνση της εξόφλησης των πρώτων μνημονιακών δανείων, αλλά και στη σταδιακή παρέμβαση σε μεγαλύτερα τμήματα του επίσημου χρέους.
Γιατί εξοφλείται και ομόλογο που λήγει το 2027
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η σχεδιαζόμενη πρόωρη εξόφληση ομολόγου €2,2 δισ., το οποίο κανονικά λήγει το 2027.
Η κίνηση μεταφέρει ουσιαστικά μέρος των χρηματοδοτικών αναγκών του επόμενου έτους στο 2026.
Έτσι, το ελληνικό Δημόσιο μπαίνει στο 2027 με μικρότερο όγκο λήξεων.
Αυτό μπορεί να προσφέρει στον ΟΔΔΗΧ μεγαλύτερη ευελιξία ως προς το πότε θα βγει στις αγορές και πόσα χρήματα θα χρειαστεί να αντλήσει.
Το ίδιο ισχύει με διαφορετικό τρόπο για τη μείωση κατά €1,2 δισ. των εντόκων γραμματίων.
Τα έντοκα αποτελούν βραχυπρόθεσμο χρέος και απαιτούν συχνή αναχρηματοδότηση. Η μείωσή τους περιορίζει την ανάγκη συνεχούς ανακύκλωσης βραχυπρόθεσμου δανεισμού.
Σύμφωνα με την πηγή του Bloomberg, ακριβώς επειδή μειώνονται οι μελλοντικές χρηματοδοτικές ανάγκες, η χρηματοδοτική στρατηγική του 2027 αναμένεται να παραμείνει περίπου στα ίδια επίπεδα με εκείνη του 2026.
Οι αγορές έχουν ήδη αλλάξει τον τρόπο που βλέπουν την Ελλάδα
Η μεταμόρφωση είναι ορατή και στις αγορές κρατικών ομολόγων.
Μετά την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, το κόστος χρηματοδότησης της Ελλάδας έχει αποκλιμακωθεί σημαντικά σε σχέση με την εποχή της κρίσης.
Το Bloomberg επισημαίνει ότι μετά την αποπληρωμή των €6,9 δισ. τον Ιούνιο, οι αποδόσεις των ελληνικών δεκαετών τίτλων βρέθηκαν χαμηλότερα όχι μόνο από τις ιταλικές αλλά και από τις αντίστοιχες αποδόσεις της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου.
Δεν σημαίνει βεβαίως ότι η Ελλάδα έχει μικρότερο συνολικό δημοσιονομικό κίνδυνο από όλες αυτές τις οικονομίες.
Οι αγορές αξιολογούν ένα ευρύ φάσμα παραγόντων - από τη ρευστότητα και την προσφορά τίτλων μέχρι τη διάρκεια και τη σύνθεση του χρέους.
Ωστόσο, η αντιστροφή σε σχέση με την περίοδο 2010-2015 είναι εντυπωσιακή.
Τότε το ερώτημα ήταν εάν το ελληνικό Δημόσιο θα μπορούσε να συνεχίσει να χρηματοδοτείται.
Σήμερα το ερώτημα είναι πόσο γρήγορα μπορεί να αποπληρώσει υφιστάμενες υποχρεώσεις πριν από τη λήξη τους.
Γιατί το ελληνικό χρέος είναι διαφορετικό από το ιταλικό
Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ είναι ο πιο γνωστός δείκτης, αλλά δεν περιγράφει από μόνος του όλη την εικόνα.
Το ελληνικό δημόσιο χρέος έχει μία ιδιαιτερότητα που αποτελεί κληρονομιά των μνημονίων: πολύ μεγάλο μέρος του βρίσκεται στα χέρια των ευρωπαϊκών θεσμών και συνοδεύεται από εξαιρετικά μεγάλες διάρκειες αποπληρωμής.
Αυτό περιορίζει τις ετήσιες ανάγκες αναχρηματοδότησης σε σχέση με εκείνες που θα είχε μια χώρα εάν το ίδιο ποσοστό χρέους αποτελούνταν κυρίως από ομόλογα μικρότερης διάρκειας που πρέπει διαρκώς να ανανεώνονται.
Γι’ αυτό και η σύγκριση Ελλάδας-Ιταλίας δεν πρέπει να περιορίζεται στο ποια χώρα έχει 137% και ποια 138,6%.
Σημασία έχουν η μέση διάρκεια, το κόστος εξυπηρέτησης, το ποσοστό σταθερού επιτοκίου, οι λήξεις ανά έτος και το ύψος των ταμειακών αποθεμάτων.
Δεν εξαφανίστηκε το πρόβλημα του χρέους
Η θεαματική αποκλιμάκωση δεν σημαίνει ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος έπαψε να αποτελεί σημαντικό μακροοικονομικό περιορισμό.
Ένα χρέος γύρω στο 137% του ΑΕΠ εξακολουθεί να είναι πολύ υψηλό με οποιοδήποτε διεθνές μέτρο σύγκρισης.
Η Ελλάδα παραμένει ευάλωτη σε μια σειρά κινδύνων:
- μια μεγάλη επιβράδυνση της ανάπτυξης,
- μια παρατεταμένη περίοδο υψηλών επιτοκίων,
- μια διεθνή ύφεση,
- γεωπολιτικούς κραδασμούς,
- αλλά και στις μακροπρόθεσμες πιέσεις που δημιουργούν το δημογραφικό και η γήρανση του πληθυσμού.
Γι’ αυτό και η ταχεία αποκλιμάκωση του χρέους τα χρόνια ισχυρότερης ανάπτυξης έχει ιδιαίτερη σημασία: δημιουργεί περιθώριο ασφαλείας πριν εμφανιστεί η επόμενη οικονομική κρίση.
Το άλλο ερώτημα: αποπληρωμή χρέους ή περισσότερες επενδύσεις;
Υπάρχει, πάντως, και ένα απολύτως θεμιτό οικονομικό ερώτημα.
Όταν ένα κράτος διαθέτει δεκάδες δισεκατομμύρια ταμειακών διαθεσίμων, πρέπει να τα χρησιμοποιεί για ταχύτερη αποπληρωμή φθηνού και μακροπρόθεσμου χρέους ή θα μπορούσε να αξιοποιήσει μεγαλύτερο μέρος τους για παραγωγικές επενδύσεις;
Δεν υπάρχει μία απλή απάντηση.
Η πρόωρη εξόφληση μειώνει τον κίνδυνο, τις μελλοντικές χρηματοδοτικές ανάγκες και - ανάλογα με τον τίτλο - τους μελλοντικούς τόκους.
Από την άλλη πλευρά, εάν κεφάλαια μπορούν να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις που αυξάνουν μόνιμα το δυνητικό ΑΕΠ περισσότερο από το κόστος του χρέους που εξοφλείται, το οικονομικό όφελος μπορεί θεωρητικά να είναι μεγαλύτερο.
Η ελληνική στρατηγική μέχρι στιγμής φαίνεται να επιδιώκει ισορροπία: πρόωρες αποπληρωμές, ισχυρό ταμειακό απόθεμα και παράλληλη αξιοποίηση ευρωπαϊκών επενδυτικών πόρων.
Η υπεραπόδοση του προϋπολογισμού και η ΔΕΘ
Το timing του δημοσιεύματος έχει και πολιτική σημασία.
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης αναμένεται στις αρχές Σεπτεμβρίου να παρουσιάσει τις άμεσες κυβερνητικές προτεραιότητες και ένα ευρύτερο σχέδιο έως το 2030.
Σύμφωνα με τις πηγές που επικαλείται το Bloomberg, εάν επιβεβαιωθεί περαιτέρω υπεραπόδοση του προϋπολογισμού, εξετάζεται η δυνατότητα πρόσθετων παρεμβάσεων για ελεύθερους επαγγελματίες και άλλες κοινωνικές ομάδες.
Οι ίδιες πληροφορίες, όμως, επισημαίνουν ότι οι τελικές αποφάσεις δεν έχουν ληφθεί.
Το κρίσιμο ζήτημα εδώ είναι ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να συνδυάσει δύο πολιτικές: να χρησιμοποιήσει ένα μέρος της δημοσιονομικής υπεραπόδοσης για μέτρα στήριξης και ταυτόχρονα να διατηρήσει την πορεία ταχείας μείωσης του δημόσιου χρέους.
Η ισορροπία μεταξύ των δύο θα είναι μία από τις σημαντικότερες παραμέτρους της οικονομικής πολιτικής των επόμενων μηνών.
Από τα €280 δισ. των μνημονίων στη νέα εποχή
Η ιστορική διάσταση είναι δύσκολο να αγνοηθεί.
Από το 2010 έως το 2015 η Ελλάδα έλαβε περίπου €280 δισ. μέσα από τρία προγράμματα χρηματοδοτικής στήριξης από τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς και το ΔΝΤ.
Η χώρα πέρασε από βαθιά ύφεση, αναδιάρθρωση χρέους, κεφαλαιακούς ελέγχους, πολυετή αποκλεισμό από τις αγορές και μία από τις μεγαλύτερες δημοσιονομικές προσαρμογές στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία.
Δεκαέξι χρόνια μετά την έναρξη της κρίσης, η εικόνα έχει αλλάξει ριζικά.
- Η Ελλάδα έχει εξοφλήσει το ΔΝΤ.
- Αποπληρώνει πρόωρα τα δάνεια του πρώτου Μνημονίου.
- Εξετάζει πλέον πληρωμές προς τον EFSF πριν από τη λήξη τους.
- Μειώνει τίτλους που θα έληγαν το 2027.
- Περιορίζει το απόθεμα εντόκων.
- Και διατηρεί παράλληλα ταμειακό απόθεμα που αναμένεται να ξεπερνά τα €30 δισ. στο τέλος της χρονιάς.
Η ουσία πίσω από την «πρωτιά» της Ιταλίας
Θα ήταν εύκολο το νέο δημοσίευμα να παρουσιαστεί απλώς με έναν εντυπωσιακό τίτλο: "Η Ελλάδα παύει να είναι η πιο χρεωμένη χώρα της Ευρώπης".
Όμως η πραγματική οικονομική σημασία βρίσκεται αλλού.
Η αλλαγή θέσης με την Ιταλία δεν μεταβάλλει από μόνη της την καθημερινότητα των πολιτών ούτε εξαφανίζει τις αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.
Αποτελεί, όμως, ένα σημαντικό ορόσημο στην αξιολόγηση της χώρας από τις διεθνείς αγορές.
Δείχνει ότι η σχέση μεταξύ ανάπτυξης, δημοσιονομικών πλεονασμάτων, ρευστότητας και χρέους έχει μεταβληθεί προς μια κατεύθυνση που πριν από δέκα χρόνια φαινόταν εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθεί.
Και το σημαντικότερο είναι η ταχύτητα της μεταβολής.
- Από το 209,4% του ΑΕΠ το 2020 στο περίπου 137% το 2026.
- Από τον φόβο εξόδου από το ευρώ στην επενδυτική βαθμίδα.
- Από την ανάγκη νέων δανείων για να πληρωθούν παλαιότερα δάνεια, στην πρόωρη εξόφληση υποχρεώσεων.
- Από την υψηλότερη απόδοση ομολόγων της Ευρωζώνης, σε αποδόσεις που σε συγκεκριμένες περιόδους έχουν διαμορφωθεί χαμηλότερα από εκείνες πολύ μεγαλύτερων ευρωπαϊκών οικονομιών.
Το επόμενο στοίχημα είναι δυσκολότερο
Η μείωση του λόγου χρέους από τα ακραία επίπεδα της πανδημίας ήταν εντυπωσιακή.
Το επόμενο κομμάτι της διαδρομής, όμως, πιθανότατα θα είναι δυσκολότερο.
Όσο το χρέος μειώνεται, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτά η διατήρηση υψηλών ρυθμών πραγματικής ανάπτυξης και πρωτογενών πλεονασμάτων χωρίς να υπονομεύονται οι δημόσιες επενδύσεις και η κοινωνική συνοχή.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να βασίζεται για πάντα στον πληθωρισμό για να αυξάνει το ονομαστικό ΑΕΠ.
Ούτε μπορεί να θεωρεί δεδομένο ότι οι διεθνείς αγορές θα παραμείνουν μονίμως ήρεμες.
Το πραγματικό τεστ συνεπώς δεν είναι απλώς αν το ελληνικό χρέος θα πέσει κάτω από το ιταλικό το 2026.
Είναι εάν η χώρα μπορεί να συνεχίσει να μειώνει σταθερά το χρέος της σε ένα περιβάλλον χαμηλότερου πληθωρισμού, μεγαλύτερων αμυντικών δαπανών, δημογραφικής πίεσης και πιο αβέβαιης διεθνούς οικονομίας.
Ένα ορόσημο, όχι το τέλος της διαδρομής
Εάν το σχέδιο που αποκαλύπτει το Bloomberg υλοποιηθεί πλήρως, το 2026 θα καταγραφεί ως χρονιά-ορόσημο για τη διαχείριση του ελληνικού δημόσιου χρέους.
- Πρόωρες αποπληρωμές περίπου 13 δισ. ευρώ.
- Χρέος κοντά στο 137% του ΑΕΠ.
- Ταμειακά διαθέσιμα άνω των 30 δισ. ευρώ.
- Και πιθανό πέρασμα της αρνητικής πρωτιάς του υψηλότερου χρέους στην Ευρωζώνη από την Ελλάδα στην Ιταλία.
Δεν πρόκειται για διαγραφή χρέους.
Ούτε για εξαφάνιση ενός προβλήματος που εξακολουθεί να είναι μεγάλο.
Πρόκειται όμως για κάτι εξίσου σημαντικό: σταδιακή αλλαγή της δομής, της δυναμικής και της διεθνούς αντίληψης του ελληνικού δημόσιου χρέους.
Και ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη σημασία της είδησης.
Η χώρα που επί χρόνια αντιμετωπιζόταν ως το πιο αδύναμο σημείο της Ευρωζώνης επιχειρεί πλέον όχι απλώς να εξυπηρετεί το χρέος της, αλλά να το εξοφλεί νωρίτερα - και να χρησιμοποιήσει αυτή την αλλαγή ως ένα από τα βασικά επιχειρήματα ότι η περίοδος της κρίσης έχει περάσει οριστικά στο ιστορικό της παρελθόν.
Add comment
Comments