Γιατί η Γερμανία έχει από τα ακριβότερα ρεύματα στην Ευρώπη - Ο μύθος της ακριβής ενέργειας στην Ελλάδα

Published on June 1, 2026 at 10:51 PM

Η Γερμανία αποτελεί σήμερα μία από τις κορυφαίες δυνάμεις παγκοσμίως στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Παρά το γεγονός ότι παράγει περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από αιολικά και φωτοβολταϊκά από οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα γερμανικά νοικοκυριά εξακολουθούν να πληρώνουν από τους υψηλότερους λογαριασμούς ρεύματος στην Ευρώπη.

Το παράδοξο αυτό αναδεικνύει μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της ενεργειακής μετάβασης: η αύξηση των ανανεώσιμων πηγών δεν αρκεί από μόνη της για να μειώσει το κόστος ηλεκτρισμού, εφόσον το σύστημα παραμένει εξαρτημένο από τα ορυκτά καύσιμα και από ανεπαρκείς υποδομές αποθήκευσης.

Η ενεργειακή επανάσταση της Γερμανίας

Σύμφωνα με στοιχεία του ενεργειακού ινστιτούτου Ember, το 59% της ηλεκτροπαραγωγής της Γερμανίας το 2025 προήλθε από καθαρές πηγές ενέργειας.

Η μεταμόρφωση είναι εντυπωσιακή. Όταν θεσπίστηκε ο ιστορικός νόμος για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας το 2000, η συμμετοχή αιολικών και φωτοβολταϊκών ήταν μικρότερη του 2%. Σήμερα αγγίζει σχεδόν το 45% της συνολικής παραγωγής.

Την ίδια στιγμή, ο άνθρακας, που κάποτε παρήγαγε περισσότερο από το μισό γερμανικό ηλεκτρικό ρεύμα, έχει περιοριστεί στο 21%.

Η Γερμανία παράγει πλέον περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από αιολικά και φωτοβολταϊκά από κάθε άλλο κράτος-μέλος της ΕΕ και αντιπροσωπεύει πάνω από το ένα τέταρτο της συνολικής ευρωπαϊκής παραγωγής από αυτές τις τεχνολογίες.


Γιατί το ρεύμα παραμένει τόσο ακριβό

Παρά τις τεράστιες επενδύσεις στις ΑΠΕ, η μέση τιμή ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά παραμένει στα €0,39 ανά κιλοβατώρα, σημαντικά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των €0,29.

Για ένα τυπικό νοικοκυριό με κατανάλωση 1.500 kWh ετησίως, αυτό μεταφράζεται σε περίπου 150 ευρώ επιπλέον κόστος σε σχέση με τον μέσο Ευρωπαίο καταναλωτή.

Για μια τετραμελή οικογένεια με κατανάλωση 5.000 kWh, η διαφορά μπορεί να φτάσει τα 500 ευρώ τον χρόνο.

Η βασική αιτία βρίσκεται στον λεγόμενο μηχανισμό "merit order", μέσω του οποίου η τελική τιμή ηλεκτρισμού καθορίζεται από την ακριβότερη μονάδα παραγωγής που απαιτείται για να καλυφθεί η ζήτηση.

Με απλά λόγια, ακόμη κι αν η πλειονότητα της ενέργειας παράγεται από φθηνά αιολικά και φωτοβολταϊκά, όταν χρειάζεται να ενεργοποιηθούν μονάδες φυσικού αερίου ή άνθρακα, η υψηλή τιμή τους επηρεάζει ολόκληρη την αγορά.

Η κατάταξη των τιμών ηλεκτρικού ρεύματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Οι υψηλότερες τιμές καταγράφονται στην Ιρλανδία και τη Γερμανία:

  1. Ιρλανδία – 0,40 €/kWh
  2. Γερμανία – 0,39 €/kWh
  3. Βέλγιο – 0,35 €/kWh
  4. Δανία – 0,33 €/kWh
  5. Αυστρία – 0,33 €/kWh

Στον αντίποδα, οι χαμηλότερες τιμές εντοπίζονται σε:

  • Ουγγαρία – 0,11 €/kWh
  • Μάλτα – 0,13 €/kWh
  • Βουλγαρία – 0,14 €/kWh
  • Κροατία – 0,17 €/kWh

Πού βρίσκεται η Ελλάδα

Η Ελλάδα εμφανίζεται σε σαφώς καλύτερη θέση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο αλλά και από αρκετές μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, η μέση τιμή ηλεκτρικής ενέργειας για τα ελληνικά νοικοκυριά διαμορφώνεται στα €0,24 ανά κιλοβατώρα.

Η χώρα βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με την Πορτογαλία και σημαντικά χαμηλότερα από:

  • Γερμανία (0,39 €/kWh)
  • Βέλγιο (0,35 €/kWh)
  • Δανία (0,33 €/kWh)
  • Αυστρία (0,33 €/kWh)
  • Ιταλία (0,30 €/kWh)

Ακόμη και σε σχέση με χώρες όπως η Γαλλία, η οποία διαθέτει ισχυρό πυρηνικό στόλο, η διαφορά είναι μικρότερη από ό,τι θα περίμενε κανείς, καθώς οι γαλλικές τιμές διαμορφώνονται στα €0,26 ανά κιλοβατώρα.

Η επίδοση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει περιορισμούς στις διασυνδέσεις και στις υποδομές αποθήκευσης.

Το τίμημα της εγκατάλειψης της πυρηνικής ενέργειας

Η γερμανική ενεργειακή στρατηγική επηρεάστηκε σημαντικά από την πλήρη έξοδο από την πυρηνική ενέργεια.

Το 2022 οι πυρηνικοί σταθμοί εξακολουθούσαν να καλύπτουν το 6,6% της ηλεκτροπαραγωγής της χώρας.

Η οριστική παύση λειτουργίας τους δημιούργησε ένα κενό το οποίο έπρεπε να καλυφθεί είτε από μονάδες ορυκτών καυσίμων είτε από ακόμη ταχύτερη ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Αν και η αιολική και η ηλιακή ενέργεια αναπτύχθηκαν με ταχύτατους ρυθμούς, η πλήρης αντικατάσταση της πυρηνικής παραγωγής αποδείχθηκε πιο δύσκολη και δαπανηρή από τις αρχικές εκτιμήσεις.

Η μεγάλη πρόκληση: Αποθήκευση και δίκτυα

Ένα ακόμη πρόβλημα είναι ότι η Γερμανία συχνά παράγει περισσότερη πράσινη ενέργεια από όση μπορεί να απορροφήσει το δίκτυο.

Σε περιόδους έντονης ηλιοφάνειας ή ισχυρών ανέμων, σημαντικές ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας παραμένουν αναξιοποίητες, επειδή το δίκτυο δεν μπορεί να τις μεταφέρει εκεί όπου χρειάζονται.

Η λύση που προωθείται σε ολόκληρη την Ευρώπη είναι η μαζική ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης με μπαταρίες.

Παρά τη δεκαπλάσια αύξηση της αποθηκευτικής δυναμικότητας από το 2021 μέχρι σήμερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να βρίσκεται πολύ μακριά από τους στόχους του 2030.

Οι ειδικοί εκτιμούν ότι η αποθηκευτική ικανότητα θα πρέπει να αυξηθεί από περίπου 77 GWh σήμερα σε περίπου 750 GWh μέσα στην επόμενη πενταετία.

Τι διδάσκει το γερμανικό παράδειγμα

Η περίπτωση της Γερμανίας αποδεικνύει ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν εξαρτάται μόνο από την εγκατάσταση περισσότερων ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών.

Απαιτούνται παράλληλα:

  • ισχυρότερα δίκτυα μεταφοράς,
  • μεγάλες επενδύσεις σε αποθήκευση,
  • ευέλικτα συστήματα διαχείρισης φορτίου,
  • και περιορισμός των φορολογικών και ρυθμιστικών επιβαρύνσεων.

Για χώρες όπως η Ελλάδα, που επίσης επεκτείνουν με ταχείς ρυθμούς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, το γερμανικό παράδειγμα λειτουργεί ως πολύτιμο μάθημα: η πράσινη ενέργεια μπορεί να μειώσει την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, αλλά η πραγματική μείωση των λογαριασμών θα έρθει μόνο όταν συνοδευτεί από επαρκείς υποδομές αποθήκευσης και ένα πιο ευέλικτο ηλεκτρικό σύστημα.

 

 

Liam Gilliver (Euronews)

Απόδοση/Προσαρμογή: Γ.Δ.

Add comment

Comments

There are no comments yet.