Μια ασπρόμαυρη φωτογραφία από τη Δίκη των Einsatzgruppen (κινητές μονάδες εξόντωσης των SS και της SD) στη Νυρεμβέργη αποτυπώνει έναν άνδρα με παγερό βλέμμα. Το πρόσωπό του είναι ανέκφραστο, τα μαλλιά του χτενισμένα αυστηρά προς τα πίσω και το πουκάμισό του κουμπωμένο μέχρι τον λαιμό. Μπροστά στο στήθος κρατά μια πινακίδα με το όνομά του: Waldemar Klingelhöfer.
Η φωτογραφία τραβήχτηκε πιθανότατα το 1947 ή το 1948, λίγο πριν καταδικαστεί σε θάνατο για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση. Ωστόσο, το πιο σοκαριστικό στοιχείο της ιστορίας του δεν είναι η καταδίκη του. Είναι η διαδρομή που τον οδήγησε μέχρι εκεί.
Ο Klingelhöfer δεν ήταν στρατιωτικός. Δεν ήταν επαγγελματίας εκτελεστής. Ήταν τραγουδιστής όπερας.
Από την όπερα στην υπηρεσία του Χίτλερ
Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930, ο Waldemar Klingelhöfer ακολουθούσε καλλιτεχνική καριέρα. Η πορεία του όμως άλλαξε όταν εντάχθηκε στον μηχανισμό ασφαλείας του ναζιστικού καθεστώτος.
Το 1935 ανέλαβε καθήκοντα στο πολιτιστικό τμήμα της SD, της Υπηρεσίας Ασφαλείας των SS. Η SD αποτελούσε τον βασικό μηχανισμό πληροφοριών του Τρίτου Ράιχ και υπαγόταν απευθείας στον Reinhard Heydrich, τον άνθρωπο που μαζί με τον Heinrich Himmler σχεδίασε και οργάνωσε τη ναζιστική μηχανή τρόμου.
Αρχικά η δουλειά του Klingelhöfer ήταν γραφείου. Μελετούσε, μεταξύ άλλων, την αποτελεσματικότητα της ναζιστικής προπαγάνδας.
Το 1941 όμως βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της γενοκτονίας.
Οι Einsatzgruppen και η βιομηχανία του θανάτου
Κατά τη διάρκεια της εισβολής στη Σοβιετική Ένωση, ο Klingelhöfer εντάχθηκε στην περιβόητη Einsatzgruppe B, μία από τις κινητές μονάδες εξόντωσης που ακολουθούσαν τη Βέρμαχτ στα κατακτημένα εδάφη.
Οι Einsatzgruppen είχαν αναλάβει μία συγκεκριμένη αποστολή: την εξόντωση Εβραίων, κομμουνιστών, Ρομά και κάθε άλλου πληθυσμού που θεωρούνταν ανεπιθύμητος από το ναζιστικό καθεστώς.
Ο γερμανομαθής και ρωσομαθής πρώην τραγουδιστής όπερας ξεκίνησε ως μεταφραστής. Σύντομα όμως εξελίχθηκε σε αξιωματικό των SS με βαθμό Sturmbannführer, έναν από τους υψηλότερους βαθμούς των ειδικών αυτών μονάδων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της δίκης, είτε διέταξε είτε συμμετείχε προσωπικά σε μαζικές εκτελέσεις χιλιάδων ανθρώπων.
Το ερώτημα που απασχολεί εδώ και δεκαετίες ιστορικούς και πολιτικούς επιστήμονες είναι απλό αλλά τρομακτικό:
Πώς ένας καλλιτέχνης μετατρέπεται σε μαζικό δολοφόνο;
Διαβάστε ακόμα: Η Αμερική νοσταλγεί μια Κούβα που δεν υπάρχει πια
Η θεωρία της «κοινοτοπίας του κακού»
Για πολλά χρόνια η επικρατούσα εξήγηση ήταν η ιδεολογία.
Ο ιστορικός Daniel Goldhagen υποστήριξε ότι ο βαθύς αντισημιτισμός της γερμανικής κοινωνίας εξηγούσε γιατί τόσοι πολλοί άνθρωποι συμμετείχαν πρόθυμα στις ναζιστικές θηριωδίες.
Πολύ νωρίτερα όμως, η πολιτική φιλόσοφος Hannah Arendt είχε προτείνει μια διαφορετική ερμηνεία.
Παρακολουθώντας τη δίκη του Adolf Eichmann στην Ιερουσαλήμ, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πολλοί από τους δράστες δεν ήταν τέρατα ούτε φανατικοί ιδεολόγοι. Ήταν συνηθισμένοι γραφειοκράτες που εκτελούσαν εντολές και αναζητούσαν επαγγελματική ανέλιξη.
Η Arendt ονόμασε αυτό το φαινόμενο “κοινοτοπία του κακού”.
Σήμερα, νέα επιστημονικά δεδομένα φαίνεται να ενισχύουν αυτή την άποψη.
Οι «αποτυχημένοι» που έγιναν βασανιστές
Ο πολιτικός επιστήμονας Christian Gläßel και ο ερευνητής Adam Scharpf μελέτησαν χιλιάδες φακέλους αξιωματικών της Αργεντινής που κάλυπταν περισσότερο από έναν αιώνα στρατιωτικής ιστορίας.
Το συμπέρασμα ήταν εντυπωσιακό.
Όσο χειρότερη ήταν η υπηρεσιακή επίδοση ενός αξιωματικού, τόσο μεγαλύτερη ήταν η πιθανότητα να ενταχθεί στις μυστικές υπηρεσίες της στρατιωτικής δικτατορίας.
Οι άνδρες αυτοί, που κινδύνευαν να δουν την καριέρα τους να τερματίζεται, έβρισκαν έναν εναλλακτικό δρόμο επιβίωσης: βασανιστήρια, απαγωγές και πολιτικές δολοφονίες.
Με αυτόν τον τρόπο αποδείκνυαν την αφοσίωσή τους στο καθεστώς και εξασφάλιζαν προαγωγές.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι μυστικές υπηρεσίες ήταν γεμάτες από αυτό που οι ίδιοι αποκαλούν “underperformers” - ανθρώπους που δεν είχαν διακριθεί επαγγελματικά αλλά βρήκαν τρόπο να ανέβουν στην ιεραρχία μέσω της βίας.
Η φιλοδοξία ως μηχανισμός ριζοσπαστικοποίησης
Σύμφωνα με τον Gläßel, ο βασικός παράγοντας δεν ήταν απαραίτητα η ιδεολογία.
Ήταν η πίεση για επιβίωση και επαγγελματική ανέλιξη.
Σε κάθε σύστημα που παράγει νικητές και ηττημένους, υπάρχουν άνθρωποι που αισθάνονται ότι μένουν πίσω. Αυτοί οι άνθρωποι αποτελούν συχνά την ιδανική δεξαμενή στρατολόγησης για αυταρχικά καθεστώτα.
Όταν κάποιος βλέπει ότι η καριέρα του βαλτώνει, είναι πιο πιθανό να αναζητήσει εναλλακτικούς τρόπους επιβράβευσης, ακόμη και αν αυτοί απαιτούν ακραίες πράξεις.
“Όσο μεγαλύτερη είναι η πίεση, τόσο πιο πρόθυμοι γίνονται να κάνουν τη βρόμικη δουλειά που οι άλλοι αποφεύγουν”, υποστηρίζει ο ερευνητής.
Οι ναζιστές καριερίστες
Η περίπτωση του Klingelhöfer δεν ήταν μοναδική.
Στις ανώτερες βαθμίδες των Einsatzgruppen συναντά κανείς δικηγόρους, πανεπιστημιακούς, οδοντιάτρους, ιστορικούς τέχνης και ακόμη και κληρικούς.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Ernst Biberstein.
Πριν γίνει διοικητής μονάδας εξόντωσης στην Ουκρανία, ήταν προτεστάντης πάστορας. Όταν η σταδιοδρομία του εκκλησιαστικού στελέχους δεν εξελίχθηκε όπως επιθυμούσε, στράφηκε στην SD και τελικά ανέλαβε τη διοίκηση Einsatzkommando που συμμετείχε στη δολοφονία χιλιάδων Εβραίων.
Οι Heydrich και Himmler ενθάρρυναν συνειδητά αυτό το κλίμα ανταγωνισμού.
Οι προαγωγές δεν θεωρούνταν ποτέ εξασφαλισμένες. Η ανασφάλεια λειτουργούσε ως μηχανισμός πίεσης και κινητοποίησης.
Ο ίδιος ο Himmler είχε δηλώσει ότι οι περιοδικές εκκαθαρίσεις στελεχών ήταν απαραίτητες ώστε όσοι παρέμεναν να εργάζονται ακόμη πιο σκληρά για την ανέλιξή τους.
Όχι μόνο ιδεολογία
Οι ερευνητές τονίζουν ότι η ιδεολογία δεν πρέπει να υποτιμάται.
Ο Klingelhöfer είχε ενταχθεί ήδη από τη δεκαετία του 1920 σε αντισημιτικές οργανώσεις και είχε συγγράψει κείμενα για την υποτιθέμενη επιρροή των Εβραίων και των Τεκτόνων στη Ρωσία.
Ωστόσο, η ιδεολογία από μόνη της δεν αρκεί για να εξηγήσει τη μαζική συμμετοχή στις θηριωδίες.
Αυτό που φαίνεται να αναδεικνύεται είναι ένας συνδυασμός προσωπικής φιλοδοξίας, επαγγελματικής ανασφάλειας και πολιτικής πίστης.
Το διαχρονικό μάθημα της ιστορίας
Η έρευνα δεν αφορά μόνο το παρελθόν.
Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι κάθε σύστημα - ακόμη και οι σύγχρονες δημοκρατίες - δημιουργεί ανθρώπους που αισθάνονται αποκλεισμένοι ή επαγγελματικά αποτυχημένοι.
Σε περιόδους πολιτικής πόλωσης και θεσμικής κρίσης, αυτοί οι άνθρωποι μπορεί να μετατραπούν σε πολύτιμα εργαλεία για αυταρχικούς ηγέτες που αναζητούν πρόθυμους εκτελεστές.
Η ιστορία του Waldemar Klingelhöfer υπενθυμίζει ότι οι μεγαλύτερες φρικαλεότητες δεν διαπράττονται πάντοτε από ψυχοπαθείς ή φανατικούς ιδεολόγους.
Συχνά διαπράττονται από ανθρώπους που απλώς θέλουν να ανέβουν ένα ακόμη σκαλοπάτι στην επαγγελματική τους καριέρα.
Και αυτό ίσως είναι το πιο ανησυχητικό συμπέρασμα από όλα.
Add comment
Comments