Τα fake news για τον λιγνίτη και η πραγματικότητα

Published on June 25, 2026 at 12:27 PM

Η ελεγχόμενη ανατίναξη τριών παλιών εκσκαφέων από τη ΔΕΗ, στο κλειστό λιγνιτωρυχείο Μαυροπηγής, στην περιοχή της Πτολεμαΐδας, έγινε η αφορμή για να στηθεί - στα social media κυρίως - ένα ακόμη γνώριμο σκηνικό παραπληροφόρησης.

Από λογαριασμούς προσώπων που έχουν κάνει… χόμπι τους τη συνωμοσιολογία, μέχρι τοπικούς "πολιτικάντηδες" που επιχειρούν να κεφαλαιοποιήσουν τη "νοσταλγία του λιγνίτη" και ακραίες φωνές που βλέπουν παντού "σχέδια διάλυσης", μια τεχνική διαδικασία απομάκρυνσης παροπλισμένου εξοπλισμού φορτίστηκε με σενάρια που δεν στηρίζονται στα πραγματικά δεδομένα.

Κάποιοι υποστήριξαν ότι οι εκσκαφείς καταστράφηκαν επίτηδες, ώστε, αν στο μέλλον αποφασιστεί η επιστροφή στον λιγνίτη, να μην υπάρχουν πλέον τα μηχανήματα που θα μπορούσαν να στηρίξουν μια τέτοια επιλογή.

Άλλοι προχώρησαν ακόμη περισσότερο, υποστηρίζοντας ότι η κατεδάφιση δεν αφορά μόνο τον εξοπλισμό, αλλά εντάσσεται σε μια προσπάθεια να σβήσει από τη συλλογική μνήμη της Δυτικής Μακεδονίας η ιστορία του λιγνίτη, των ορυχείων και των ανθρώπων που εργάστηκαν σε αυτά.

Και στις δύο περιπτώσεις, η βάση είναι η ίδια: αστήρικτες εκτιμήσεις, άγνοια και συναισθηματική εκμετάλλευση μιας περιοχής που πράγματι σήκωσε για δεκαετίες το βάρος της ηλεκτροδότησης της χώρας.

Μόνο που η πραγματικότητα είναι αρκετά πιο απλή και πολύ λιγότερο συνωμοτική.

Οι εκσκαφείς που διαλύθηκαν ήταν μηχανήματα ηλικίας άνω των 50 ετών, παροπλισμένα εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία, βουτηγμένα στη σκόνη χωρίς καμία ουσιαστική λειτουργική αξία. Δεν επρόκειτο για χρήσιμο βιομηχανικό εξοπλισμό που περίμενε να ξαναδουλέψει, αλλά για βαριές μεταλλικές κατασκευές που είχαν ολοκληρώσει τον κύκλο ζωής τους.

Ούτε υπήρχε πραγματικό αγοραστικό ενδιαφέρον. Ενεργειακές εταιρείες ή ορυχεία που αναζητούν αντίστοιχο εξοπλισμό στρέφονται σε νεότερα και αξιοποιήσιμα μηχανήματα, τα οποία μπορούν να αναβαθμιστούν και να εκσυγχρονιστούν. Οι συγκεκριμένοι εκσκαφείς είχαν πλέον κυρίως αξία μετάλλου, δηλαδή σκραπ.

Άρα η κατεδάφισή τους δεν συνδέεται με κάποια απώλεια λειτουργικής δυνατότητας στη λιγνιτική παραγωγή. Το ζήτημα του λιγνίτη δεν κρίνεται από τρεις παροπλισμένους εκσκαφείς στη Μαυροπηγή. Κρίνεται από το αν μπορεί σήμερα να σταθεί οικονομικά στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.


Και εκεί η απάντηση είναι ξεκάθαρη: η λιγνιτική παραγωγή στην Ελλάδα, όπως λειτουργούσε για δεκαετίες, έχει ουσιαστικά τελειώσει, επειδή έχει καταστεί οικονομικά μη ανταγωνιστική.

Σήμερα, η μόνη μονάδα που μπορεί να παράγει ρεύμα από λιγνίτη στην Ελλάδα είναι η Πτολεμαΐδα V. Και αυτή μπαίνει στο σύστημα σπάνια, καθώς η λειτουργία της δεν είναι ανταγωνιστική σε σχέση με άλλες μορφές ηλεκτροπαραγωγής.

Η παραγωγή από λιγνίτη επιβαρύνεται πλέον με πολύ υψηλό κόστος ρύπων. Λόγω των ποιοτικών χαρακτηριστικών του ελληνικού λιγνίτη και του χαμηλού βαθμού φόρτισης των λιγνιτικών μονάδων, οι εκπομπές φτάνουν περίπου από 1,15 έως 1,6 τόνους CO2 ανά παραγόμενη MWh.

Με την τιμή του CO2 να κινείται γύρω από τα €80 ανά τόνο και με τάση ανόδου προς τα 90 ή και τα €100, μόνο το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών διαμορφώνεται περίπου στα €92 ανά MWh για την Πτολεμαΐδα V και μπορεί να φτάσει έως τα €160 ανά MWh για παλαιότερες μονάδες.

Με απλά λόγια, πριν υπολογιστούν μισθοί, συντηρήσεις, λειτουργικά έξοδα και το ίδιο το κόστος του καυσίμου, ο λιγνίτης ξεκινά ήδη από κόστος που συχνά ξεπερνά τη μέση τιμή της χονδρικής αγοράς.

Όταν η αγορά κινείται περίπου στα επίπεδα των €90 ανά MWh, είναι προφανές ότι δεν μπορεί να σταθεί ως κανονική πηγή παραγωγής. Δεν τον "σκοτώνει" η αποξήλωση παλιών μηχανημάτων. Τον έχει ξεπεράσει η ίδια η οικονομία της αγοράς ενέργειας.

Πέρα όμως από αυτό υπάρχει και το ζήτημα της ευελιξίας. Το σημερινό ηλεκτρικό σύστημα δεν μοιάζει με εκείνο των προηγούμενων δεκαετιών. Μεγάλο μέρος της παραγωγής προέρχεται πλέον από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, ενώ οι μονάδες φυσικού αερίου καλούνται να καλύπτουν τα κενά. Γι’ αυτό χρειάζονται μονάδες που μπορούν να ανεβοκατεβάζουν γρήγορα παραγωγή.

Οι λιγνιτικές μονάδες δεν είναι τέτοιες. Είναι μονάδες βάσης, σχεδιασμένες να λειτουργούν συνεχώς. Δεν μπορούν να ανοιγοκλείνουν εύκολα, ούτε να προσαρμόζονται γρήγορα στις μεταβολές της ζήτησης και της παραγωγής από ΑΠΕ. Αντίθετα, οι μονάδες φυσικού αερίου είναι πολύ πιο ευέλικτες και μπορούν να στηρίξουν το σύστημα σε περιόδους αιχμής ή απότομων μεταβολών.

Το ίδιο ισχύει και για το δεύτερο "αφήγημα", ότι δήθεν με την κατεδάφιση των εκσκαφέων σβήνει η μνήμη του λιγνίτη.  Η βιομηχανική ιστορία της Δυτικής Μακεδονίας δεν διασώζεται αφήνοντας επικίνδυνα κουφάρια να σκουριάζουν στα πρώην ορυχεία. Διασώζεται με οργανωμένο τρόπο, μέσα από τη συντήρηση και ανάδειξη επιλεγμένων εγκαταστάσεων, μηχανημάτων και κτιρίων που έχουν πραγματική ιστορική αξία.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και ο σχεδιασμός της ΔΕΗ για Μουσείο Βιομηχανικής Κληρονομιάς στην περιοχή της Πτολεμαΐδας. Εκεί προβλέπεται να διατηρηθούν και να αναδειχθούν εμβληματικά βιομηχανικά κτίρια, εγκαταστάσεις και μηχανήματα, ώστε η διαδρομή του λιγνίτη και των ανθρώπων του να παρουσιαστεί με ασφάλεια, τεκμηρίωση και σεβασμό.

Η ΔΕΗ, από την πλευρά της, παραμένει στη Δυτική Μακεδονία με νέο επενδυτικό αποτύπωμα. Η περιοχή μπαίνει στον σχεδιασμό της ως κόμβος καθαρής και ευέλικτης ενέργειας, με φωτοβολταϊκά πάρκα συνολικής ισχύος 2,13 GW, επενδύσεις στην αποθήκευση και υποδομές που θα στηρίζουν το ηλεκτρικό σύστημα στην εποχή των ΑΠΕ.

Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη νέα φάση έχει και η Πτολεμαΐδα V, η οποία μετατρέπεται σε μονάδα φυσικού αερίου συνδυασμένου κύκλου. Ο σταθμός θα συνεχίσει να αξιοποιείται με διαφορετικό καύσιμο και μεγαλύτερη ευελιξία, με προγραμματισμένη λειτουργία ως ανοιχτού κύκλου στις αρχές του 2028 και ως συνδυασμένου κύκλου το 2029, διατηρώντας τεχνικό προσωπικό και τεχνογνωσία στην περιοχή.

Αλλάζει η ενεργειακή ταυτότητα της Δυτικής Μακεδονίας

Παράλληλα, δρομολογούνται έργα που συνδέονται με τη νέα ενεργειακή ταυτότητα της Δυτικής Μακεδονίας: νέα μονάδα συμπαραγωγής ηλεκτρισμού και θερμότητας υψηλής απόδοσης για την τηλεθέρμανση, επενδύσεις σε πράσινο υδρογόνο στο Αμύνταιο και αξιοποίηση παλαιών υποδομών, όπως στον ΑΗΣ Καρδιάς, για τη σταθερότητα του ηλεκτρικού συστήματος.

Σημαντική θέση στην επόμενη ημέρα της περιοχής έχει και η απόφαση της ΔΕΗ να ξεκινήσει εντός του έτους την κατασκευή Mega Data Center στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Σε πρώτη φάση προβλέπεται ισχύς 300 MW, με δυνατότητα επέκτασης έως 1.000 MW, εφόσον υπάρξει δέσμευση από hyperscalers.

Συνολικά, το επενδυτικό πλάνο της ΔΕΗ στη Δυτική Μακεδονία, ύψους €5,75 δισ., δείχνει ότι η περιοχή δεν εγκαταλείπεται. Αλλάζει παραγωγικό μοντέλο. Από κέντρο λιγνιτικής παραγωγής μετατρέπεται σταδιακά σε κόμβο πράσινης ενέργειας, αποθήκευσης, ευέλικτων μονάδων και νέων τεχνολογιών.

 

Στάθης Βασιλόπουλος (Capital.gr

Add comment

Comments

There are no comments yet.