Να μια πρόταση που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα έμοιαζε αδιανόητη: η κυβέρνηση της Κούβας αναγνωρίζει πλέον ανοιχτά τη σημασία της αγοράς και του ιδιωτικού επιχειρείν.
Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, η κρατική εφημερίδα Granma ανακοίνωσε 176 οικονομικές μεταρρυθμίσεις που προβλέπουν τη νομιμοποίηση της ιδιωτικής τραπεζικής, της ιδιωτικής επιχειρηματικής δραστηριότητας, της ιδιωτικής ιδιοκτησίας ακινήτων, καθώς και την ιδιωτικοποίηση κρατικών επιχειρήσεων.
Πρόκειται ουσιαστικά για μια παραδοχή ότι τα κομμουνιστικά οικονομικά πειράματα που εγκαινίασε ο Φιντέλ Κάστρο τη δεκαετία του 1960 απέτυχαν.
“Η Κούβα δεν πρέπει να επαναλάβει τα λάθη του παρελθόντος και δεν πρέπει να εξαρτάται οικονομικά ούτε από ένα μόνο προϊόν ούτε από μία μόνο χώρα. Η χώρα μας οφείλει να ακολουθήσει μια αναπτυξιακή πορεία που θα βασίζεται αναπόφευκτα στη διαφοροποίηση της οικονομίας, του επιχειρηματικού μοντέλου και των επενδύσεων”, δήλωσε στην εφημερίδα The National, που πρόσκειται στην κυβέρνηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, ο Ραούλ Γκιγιέρμο Ροντρίγκες Κάστρο, ανιψιός του Φιντέλ Κάστρο.
Την ίδια στιγμή, όμως, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ κινήθηκε σχεδόν άμεσα για να ανακόψει αυτή τη διαδικασία, επιβάλλοντας νέες κυρώσεις κατά της Κούβας. Όπως δήλωσε καθηγητής του Πανεπιστημίου του Μαϊάμι στο Associated Press, οι κυρώσεις αυτές “ρίχνουν ακόμη περισσότερο κρύο νερό στους ξένους επενδυτές που ήδη δραστηριοποιούνται στη χώρα”.
Παράλληλα, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ χαρακτήρισε τις μεταρρυθμίσεις της Αβάνας ως “επιφανειακά επικοινωνιακά τεχνάσματα του κουβανικού καθεστώτος”. Ωστόσο, μια τέτοια στάση ενδέχεται να λειτουργήσει ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία, καθώς η αποθάρρυνση των ξένων επενδυτών δυσκολεύει την επιτυχία οποιασδήποτε μεταρρυθμιστικής προσπάθειας.
Είτε υπό κομμουνιστικό είτε υπό καπιταλιστικό μοντέλο, η Κούβα είχε πάντοτε ανάγκη από ισχυρούς εμπορικούς εταίρους για να επιβιώσει, καθώς πρόκειται για ένα μικρό νησιωτικό κράτος με περιορισμένους φυσικούς πόρους.
Όταν η επανάσταση του Φιντέλ Κάστρο ήρθε σε σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες μετά την επικράτησή της το 1959, η Σοβιετική Ένωση κάλυψε το κενό που άφησε η αμερικανική αγορά.
Ο Κάστρο προχώρησε γρήγορα στην εθνικοποίηση των επιχειρήσεων, εγκαθίδρυσε μονοκομματικό καθεστώς σοβιετικού τύπου και αναδιοργάνωσε την οικονομία γύρω από τις γενναία επιδοτούμενες εμπορικές σχέσεις με το σοβιετικό μπλοκ.
Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης οδήγησε την Κούβα στη γνωστή “ειδική περίοδο”, μια πρωτοφανή οικονομική κρίση. Την ώρα που άλλες κομμουνιστικές χώρες, όπως η Κίνα και το Βιετνάμ, υιοθετούσαν οικονομίες της αγοράς, οι Κουβανοί αναγκάζονταν ακόμη και να χρησιμοποιούν άλογα ως μέσο μεταφοράς όταν τα λεωφορεία έμεναν χωρίς καύσιμα.
Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση επιχείρησε να αποτρέψει κάθε πιθανό οικονομικό άνοιγμα της Κούβας. Εκτιμώντας ότι το καθεστώς Κάστρο βρισκόταν κοντά στην κατάρρευση, το Κογκρέσο ψήφισε διαδοχικές και ολοένα αυστηρότερες οικονομικές κυρώσεις, αρκετές από τις οποίες στόχευαν ευθέως στην αποθάρρυνση ξένων ιδιωτικών επενδύσεων.
Τελικά, το κουβανικό κράτος κατάφερε να επιβιώσει, ενώ οι πολίτες συνέχισαν να βιώνουν για δεκαετίες σοβαρές οικονομικές δυσκολίες. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, η σοσιαλιστική κυβέρνηση της πετρελαιοπαραγωγού Βενεζουέλας αντικατέστησε εν μέρει τις σοβιετικές επιδοτήσεις, μέχρι και τη δική της οικονομική κατάρρευση.
Η Κούβα άρχισε τότε να ανοίγει σταδιακά τον τουριστικό τομέα στην ιδιωτική πρωτοβουλία, ενώ επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα ξεκίνησε η εξομάλυνση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες, προκαλώντας κύμα Αμερικανών τουριστών και επενδύσεων.
Η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ ανέτρεψε γρήγορα αυτή την πορεία, επιβάλλοντας νέες κυρώσεις. Στη συνέχεια, η πανδημία του κορωνοϊού αποτέλεσε ακόμη ένα ισχυρό οικονομικό πλήγμα, ενώ για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες καταγράφηκαν μαζικές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις.
Οι νέες οικονομικές μεταρρυθμίσεις της Κούβας είναι πολύ πιο εκτεταμένες από εκείνες που είχαν συζητηθεί κατά την περίοδο προσέγγισης με τις Ηνωμένες Πολιτείες επί Ομπάμα.
Για να πετύχουν όμως, απαιτείται πρόσβαση στις διεθνείς αγορές και στην παγκόσμια επενδυτική κοινότητα. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είχε την ευκαιρία να γίνει ο Αμερικανός πρόεδρος που θα επανεκκινούσε τις σχέσεις με την Κούβα. Ωστόσο, μια υπερβολικά επιθετική πολιτική, με στόχο τον έλεγχο ή την εκδίκηση, κινδυνεύει να μετατρέψει μια οργανωμένη μεταβατική διαδικασία σε περίοδο χάους.
Παρόμοιο λάθος είχε γίνει και κατά τη διάρκεια της δημοκρατικής μετάβασης στο Σουδάν το 2019. Η προσωρινή κυβέρνηση χρειαζόταν την άρση των αμερικανικών κυρώσεων για να αποκτήσει πρόσβαση στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Ωστόσο, οι Ηνωμένες Πολιτείες απαίτησαν ως αντάλλαγμα την καταβολή $335 εκ. ως αποζημίωση για τις σχέσεις του προηγούμενου καθεστώτος με την Αλ Κάιντα. Έναν χρόνο μετά την καταβολή του ποσού, το Σουδάν βυθίστηκε σε στρατιωτικό πραξικόπημα και σήμερα βιώνει έναν από τους πιο αιματηρούς εμφυλίους πολέμους στην Αφρική.
Αν και οι αμερικανικές κυρώσεις δεν αποτέλεσαν τη μοναδική αιτία, επιβάρυναν σημαντικά μια ήδη εύθραυστη κοινωνία.
Όπως στην περίπτωση του Σουδάν, έτσι και απέναντι στην Κούβα οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν οικονομικές αξιώσεις αποζημιώσεων. Μετά την κατάρριψη των αεροσκαφών της οργάνωσης Brothers to the Rescue, το Κογκρέσο ψήφισε το 1996 τον νόμο Helms-Burton, ο οποίος επιτρέπει σε Αμερικανούς πολίτες να προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη για περιουσίες που δημεύθηκαν κατά την κουβανική επανάσταση.
Παρότι τα αμερικανικά δικαστήρια δεν μπορούν να επιβάλουν αποφάσεις εις βάρος του κουβανικού κράτους, έχουν τη δυνατότητα να στραφούν κατά ξένων επιχειρήσεων που αξιοποιούν αυτές τις περιουσίες, μετατρέποντας ουσιαστικά τον νόμο σε έναν ακόμη μηχανισμό αποτροπής ξένων επενδύσεων.
Η κυβέρνηση Κλίντον είχε αναστείλει την εφαρμογή του Helms-Burton, κυρίως λόγω των αντιδράσεων ευρωπαϊκών επιχειρήσεων που επιθυμούσαν να επενδύσουν στην Κούβα.
Ωστόσο, η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ επανενεργοποίησε τον νόμο, ανοίγοντας τον δρόμο ακόμη και για αγωγή ύψους $400 εκ. κατά εταιρειών κρουαζιέρας που μετέφεραν Αμερικανούς τουρίστες στην Κούβα κατά την περίοδο Ομπάμα. Έτσι, ένας νόμος που σχεδιάστηκε για να επιταχύνει το τέλος του κομμουνισμού ενδέχεται ειρωνικά να εμποδίσει κάθε προσπάθεια ιδιωτικοποίησης μέσω ατελείωτων δικαστικών διενέξεων.
Παρότι η δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ έχει επιδείξει μεγαλύτερη ευελιξία σε ορισμένες περιπτώσεις του παρελθόντος, φαίνεται να έχει απομακρυνθεί από την παραδοσιακή πίστη στις ελεύθερες αγορές, επιλέγοντας πιο άμεσο έλεγχο στις οικονομίες άλλων χωρών.
Μετά την ανατροπή του Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα, η Ουάσιγκτον διατήρησε το σοσιαλιστικό καθεστώς, αλλά ανέλαβε τον έλεγχο της πετρελαϊκής βιομηχανίας, τοποθετώντας τα έσοδα σε ειδικό λογαριασμό στο Κατάρ.
Η αμερικανική κυβέρνηση ανέθεσε την εμπορία του πετρελαίου σε δύο εταιρείες με ιστορικό καταγγελιών για διαφθορά. Θα ήταν ειρωνικό, λοιπόν, αν μετά την κριτική που ασκεί στον στρατιωτικό έλεγχο της κουβανικής οικονομίας, κατέληγε να επιλέξει τον ίδιο μηχανισμό ως βασικό συνομιλητή για την προώθηση των αμερικανικών συμφερόντων.
Παράλληλα, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ο Ντόναλντ Τραμπ να εξετάσει ακόμη και στρατιωτική επέμβαση στην Κούβα. Το σενάριο είναι προφανώς ελκυστικό για όσους θεωρούν ότι μια στρατιωτική επιχείρηση θα επέτρεπε στις Ηνωμένες Πολιτείες να επιβάλουν πλήρη έλεγχο και να αποδώσουν “δικαιοσύνη”.
Ο ίδιος ο Τραμπ δήλωσε πρόσφατα στο Axios ότι είχε κατά νου μια προσέγγιση ανάλογη με εκείνη που ακολούθησε στη Βενεζουέλα. Βέβαια, παρόμοιο σχεδιασμό είχε και στην περίπτωση του Ιράν, προτού η επιχείρηση εξελιχθεί σε πολιτικό αδιέξοδο.
Ίσως, τελικά, η καλύτερη επιλογή για τις Ηνωμένες Πολιτείες να είναι απλώς να μην εμποδίσουν την εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν υπάρχει λόγος οι σχέσεις με την Κούβα να προϋποθέτουν την ταπείνωση ή την πλήρη υποταγή της, ούτε να επιχειρηθεί συνεργασία αποκλειστικά με συγκεκριμένες ομάδες του Κομμουνιστικού Κόμματος ή να οδηγηθεί η κατάσταση σε στρατιωτική σύγκρουση, με όλους τους κινδύνους που αυτή συνεπάγεται.
Αντίθετα, η κυβέρνηση Τραμπ θα μπορούσε να χορηγήσει τις απαραίτητες εξαιρέσεις από τις κυρώσεις, ώστε οι ιδιώτες επενδυτές να αξιοποιήσουν τις μεταρρυθμίσεις που ήδη εφαρμόζονται.
Εάν οι μεταρρυθμίσεις είναι πραγματικές, όπως υποστηρίζει η κυβέρνηση της Κούβας, τότε η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα θα είναι δύσκολο να ανατραπεί χωρίς να χαθούν τα οφέλη που θα δημιουργηθούν.
Αν, αντίθετα, πρόκειται για προσχηματικές κινήσεις, όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση Τραμπ, τότε οι ιδιωτικές επενδύσεις δεν θα προχωρήσουν έτσι κι αλλιώς.
Σε κάθε περίπτωση, η αγορά είναι πιθανό να αποδειχθεί πιο αξιόπιστος κριτής από τους κρατικούς γραφειοκράτες και στις δύο πλευρές.
Add comment
Comments