Ανέχεται η Ελλάδα νέα 17Ν;

Published on July 3, 2026 at 2:20 PM

Εδώ και σχεδόν 20 χρόνια, η ελληνική κοινωνία νόμιζε ότι είχε καταλήξει σε ένα σαφές συμπέρασμα: καμία πολιτική ιδεολογία δεν δικαιολογεί απώλεια ανθρώπινης ζωής.

Μετά τη χθεσινή τριπλή εμπρηστική επίθεση σε σπίτια ανθρώπων συνδεδεμένων με τη Νέα Δημοκρατία, αυτή η παραδοχή δοκιμάζεται ξανά. Η δοκιμασία ξεκινά από τις αντιδράσεις που σπεύδουν να καταδικάσουν την πράξη και αμέσως μετά τη σέρνουν στο πλυντήριο του "αλλά" και του "όμως".

Εκεί αρχίζει η σαπίλα.

Τα ξημερώματα της Τετάρτης, στη Θεσσαλονίκη, τρεις εμπρηστικές επιθέσεις στόχευσαν κατοικίες. Πολυκατοικίες με οικογένειες, ηλικιωμένους, παιδιά, γείτονες, ανθρώπους που κοιμούνταν πίσω από πόρτες και τοίχους.

Ακόμη κι αν όλοι αυτοί είχαν υπογράψει πολιτικό μανιφέστο, ακόμη κι αν είχαν φωνάξει το πιο ενοχλητικό σύνθημα, ακόμη κι αν πίστευαν ό,τι σιχαίνεται ο απέναντι, θα τους άξιζε να καούν; Από πότε χρωστάει άνθρωπος τη ζωή του στην οργή ενός εμμονικού;

Στην τρίτη επίθεση, η φωτιά έφτασε στην πυλωτή της πολυκατοικίας όπου διέμενε η οικογένεια της πολιτεύτριας Αφροδίτης Νέστορα. Η 72χρονη μητέρα της, Βάγια Νέστορα, υπέστη βαριά εγκαύματα και πέθανε λίγες ώρες αργότερα.

Μια γυναίκα πέθανε επειδή κάποιοι επέλεξαν να ασκήσουν πολιτική με φωτιά.

Αυτό είναι το σημείο μηδέν.

Όποιος τοποθετεί εμπρηστικό μηχανισμό σε κατοικημένη πολυκατοικία τα ξημερώματα έχει αποδεχθεί την πιθανότητα να δολοφονήσει. Έχει σχέδιο, μεταφορά, τοποθέτηση, ανάφλεξη, διαφυγή. Έχει ανθρώπους που αποφάσισαν να εκτελέσουν μια πράξη γνωρίζοντας ότι μπορεί να αφήσει νεκρό.

Η φωτιά βρίσκει λάστιχα, βενζίνες, πλαστικά, καπνό, πνευμόνια, ανθρώπους που αργούν να ξυπνήσουν ή δεν προλαβαίνουν να φύγουν. Αγνοεί προθέσεις, συνθήματα, ιδεολογίες και προκηρύξεις. Καίει ό,τι βρει.

Από εδώ ξεκινάει το ερώτημα του τίτλου: ανεχόμαστε νέα 17Ν;

Το ερώτημα αφορά την κοινωνία περισσότερο από την αστυνομία. Αφορά το αν έχουμε εμπεδώσει την αστική δημοκρατία ή αν κουβαλάμε ακόμη τη μισαλλοδοξία του προηγούμενου αιώνα με καινούργιο περιτύλιγμα και παλιό δηλητήριο. Αφορά το αν η πολιτική διαφωνία μένει εντός θεσμών ή αν ένα κομμάτι της χώρας εξακολουθεί να πιστεύει ότι ο πολιτικός αντίπαλος γίνεται κάποτε θεμιτός στόχος δολοφονίας.

Η τρομοκρατία ζει στις γιάφκες, αλλά αναπνέει στα μισόλογα. Τρέφεται από το "καταδικάζουμε, αλλά". Παίρνει θάρρος από το "είναι λάθος, όμως". Μεγαλώνει μέσα στην παύση όπου ο πολιτισμένος άνθρωπος κοιτάζει πρώτα το θύμα, το κόμμα του, την τάξη του, το επάγγελμά του, το παρελθόν του, και ύστερα αποφασίζει αν και πόσο θα το λυπηθεί.

Μπροστά σε νεκρό άνθρωπο, η καταδίκη βγαίνει καθαρή ή βγαίνει λερωμένη.

Η μισή καταδίκη είναι πλυντήριο. Αποδοχή. Ανοχή.

Και η ελληνική δημόσια ζωή έχει πολλά πλυντήρια σε λειτουργία.


Η 17Ν δεν εμφανίστηκε στη δεκαετία του ‘70 σε κενό αέρος. Πίσω από τα όπλα, τη γραφομηχανή, τις προκηρύξεις και τα υπόγεια υπήρχε μια κοινωνική ατμόσφαιρα ανοχής που έψαχνε να βρει αστερίσκους πάνω στα πτώματα.

Ήταν Αμερικανός; Ήταν βιομήχανος; Ήταν εκδότης; Ήταν αστυνομικός; Ήταν δεξιός; Φορούσε κοστούμι; Γιλέκο; Είχε οδηγό; Είχε εξουσία;

Σαν να υπάρχει τιμοκατάλογος της ανθρώπινης ζωής.

Αυτό είναι το πραγματικό κοινωνικό δηλητήριο: η ιδέα του "θεμιτού στόχου".

Η ιδέα ότι κάποιοι άνθρωποι, επειδή κουβαλούν λάθος ταμπέλα, μπορούν να εκφοβιστούν, να τραυματιστούν, να καούν, να δολοφονηθούν, να εκτελεστούν εξ επαφής και μετά η κοινωνία να συζητάει το πλαίσιο του θανάτου τους.

Πολύ ωραία λέξη το πλαίσιο. Χωράει μέσα του όλες τα γρέζια της μισαλλοδοξίας. Τις ντροπές. Χωράει την ιδεολογική βολή, τη μικρή χαιρεκακία, τη δειλή συνενοχή, τη δήθεν ψυχραιμία του ανθρώπου που βλέπει νεκρή μια 72χρονη γυναίκα και αισθάνεται την ανάγκη να βάλει υποσημείωση. Να αποστασιοποιηθεί.

Σε μια αστική δημοκρατία κάθε χτύπημα σε άνθρωπο είναι έγκλημα. Η πολιτική ταυτότητα του θύματος δεν τροποποιεί την αξία της ζωής του. Η απέχθεια προς τις ιδέες του δεν κάνει τη βία πιο αποδεκτή. Η αντιπάθεια προς το κόμμα του δεν χαμηλώνει την ευθύνη του δολοφόνου.

Η βία έχει μόνο λάθος στόχους.

Αυτό είναι το επίτευγμα της Δημοκρατίας. Χωράει κάθε πεποίθηση που σέβεται τα δικαιώματα των υπολοίπων. Χωράει και τον δυσάρεστο, και τον προκλητικό, και τον βλάκα. Όσο μένουν άοπλοι.

Η Δημοκρατία παίρνει τη σύγκρουση από το χέρι του τραμπούκου και τη βάζει σε κανόνες: λόγο, ψήφο, δικαστική κρίση, κοινοβουλευτική αντιπαράθεση, ανεξάρτητες αρχές. Παίρνει το μίσος και το παραδίδει στους θεσμούς προς επίλυση. Αυτό είναι το μεγάλο της κατόρθωμα.

Ο ιδιώτης τιμωρός βρίσκεται έξω από αυτόν τον κόσμο. Είναι ο αυτοδιορισμένος εισαγγελέας της Ιστορίας. Ο μικρός εκτελεστής με το μεγάλο μίσος. Ο τύπος που πιστεύει ότι η δική του οργή αξίζει περισσότερο από τη ζωή ενός άλλου ανθρώπου.

Μετά την εξάρθρωση της 17Ν, η χώρα έκανε μια βουβή συμφωνία με τον εαυτό της. Καμία ιδέα πάνω από τη ζωή. Κανένα πιστόλι με πολιτικό μανιφέστο. Κανένα γκαζάκι με κοινωνική δικαιολογία. Καμία φλόγα με υποσημείωση.

Αυτή η συμφωνία δοκιμάζεται ξανά μέσα από την απάτη της "συμβολικής βίας". Ένα γκαζάκι παρουσιάζεται σαν μήνυμα. Μια μολότοφ σαν αγανάκτηση. Ένα σπασμένο αυτοκίνητο σαν παρέμβαση. Μια καμένη είσοδος σαν προειδοποίηση. Ένα "να φοβηθούν λίγο κι αυτοί" σαν πολιτική πράξη.

Έτσι εκπαιδεύεται μια κοινωνία στην κτηνωδία. Στην αρχή την υποτιμά. Μετά τη δικαιολογεί. Ύστερα τη συνηθίζει. Στο τέλος μετράει νεκρό και κάνει την έκπληκτη.

Σοβαρά τώρα;

Ποιος ακριβώς έπεσε από τα σύννεφα; Εκείνος που έβλεπε τα γκαζάκια ως "χαμηλής έντασης"; Εκείνος που έβλεπε τις μολότοφ ως νεανική υπερβολή; Εκείνος που θεωρούσε την καμένη είσοδο περίπου πολιτικό σχόλιο με καπνό;

Η πραγματικότητα είναι απλούστερη και πιο βρόμικη. Όταν χαϊδεύεις τη φωτιά αρκετά χρόνια, κάποια στιγμή καίει άνθρωπο.

Η Βάγια Νέστορα ήταν άνθρωπος. Μητέρα. Γυναίκα 72 ετών. Πέθανε από φωτιά σε κατοικημένη πολυκατοικία επειδή κάποιοι θέλησαν να στείλουν μήνυμα.

Το μήνυμα ήταν τρόμος.

Η πολιτεία οφείλει να απαντήσει ως σοβαρή πολιτεία. Με αστυνομία που ερευνά, δικαιοσύνη που δικάζει, αποδείξεις που στέκονται, ποινές που εφαρμόζονται. Με θεσμική ψυχραιμία και επιχειρησιακή αποφασιστικότητα.

Προς το παρόν δεν γνωρίζουμε ποια ιδεολογία, ποιο δίκτυο ή ποια αρρωστημένη φαντασίωση όπλισε τη φονική επίθεση που κόστισε τη ζωή της Βάγιας Νέστορα. Το ποιοι το έκαναν και για ποιον λόγο είναι δουλειά των αρμόδιων αρχών να το εξιχνιάσουν. Η πρόωρη βεβαιότητα χωρίς αποδείξεις εκθέτει τις προκαταλήψεις μας και δεν προσφέρει τίποτα στην αλήθεια.

Η εξιχνίαση του τριπλού εγκλήματος είναι πρόκληση για την αποτελεσματικότητα των κρατικών μηχανισμών ασφαλείας και για την ψυχραιμία με την οποία μια συντεταγμένη πολιτεία αμύνεται απέναντι στην τυφλή βία με πολιτικό πρόσημο.

Η κοινωνία έχει μία εξέταση: υπερασπίζεται τη ζωή του ανθρώπου που απεχθάνεται πολιτικά;

Εκεί τελειώνουν τα ψέματα. Στον αντίπαλο. Στον "λάθος" άνθρωπο. Στο πρόσωπο που μας ενοχλεί, μας εξοργίζει, μας προσβάλλει, μας θυμίζει όλα όσα σιχαινόμαστε.

Αν εκεί αρχίσουν πάλι τα "αλλά" και τα "όμως", τότε η χώρα απλώς άλλαξε ρούχα και κράτησε το παλιό μίσος στην τσέπη.

Το αντίθετο της τρομοκρατίας δεν είναι μόνο η αντιτρομοκρατία. Είναι μια κοινωνία που αρνείται να δώσει ηθικό καταφύγιο στη βία, ακόμη κι όταν η βία χτυπάει τον πιο μισητό της αντίπαλο.

Αν αποτύχουμε κι εδώ, ας αφήσουμε τις εκπλήξεις για τα τηλεπαράθυρα.

Θα έχουμε διαλέξει.

Ο επόμενος νεκρός δεν θα μας έρθει από το πουθενά.

Θα τον έχουμε προετοιμάσει με τα μισόλογά μας.

 

Άγης Βερούτης (Capital.gr)

Add comment

Comments

There are no comments yet.